Κάλβος Ανδρέας

Image

Ένας από τους μεγαλύτερους Νεοέλληνες ποιητές. Γεννήθηκε το Μάρτιο του  1792 στη Ζάκυνθο και πέθανε στις 3 Νοεμβρίου 1869 στην Αγγλία.

Μητέρα του ήταν η Αδριανή Ρουκάνη από εύπορη οικογένεια και πάτερας του ο Κερκυραίος, Ιωάννης Κάλβος, ανθυπολοχαγός του Ενετικού στρατού και αργότερα έμπορος. Μετά το χωρισμό των γονέων του, ακολούθησε τον πατέρα του στο Λιβόρνο της Ιταλίας, ο οποίος επιδόθηκε στο εμπόριο. Την εποχή αυτή η Ιταλία περνούσε μια περίοδο φιλελευθέρων κινημάτων και εκδηλώσεων φιλοπατρίας. Έζησε στο Λιβόρνο και αργότερα στη Φλωρεντία, όπου συμπλήρωσε τη μόρφωσή του και γνωρίστηκε με τον συμπατριώτη του ονομαστό Ελληνοϊταλό ποιητή Ούγο Φόσκολο. Η στενή τους φιλία, που υπήρξε αποφασιστική για την πνευματική και καλλιτεχνική ωρίμανση του Κάλβου, τον έκαμε να τον ακολουθήσει στην Ελβετία (1816) και αργότερα στο Λονδίνο. Η σχέση του με τον Φόσκολο κάποια στιγμή διαρρήχθηκε και μόνος του πια ο Κάλβος αγωνίστηκε σκληρά να κερδίσει τη ζωή του με ιδιωτικές παραδόσεις και με μεταφράσεις θεολογικών συγγραμμάτων. Τον Μάιο του 1819 παντρεύεται τη Μαρία Τερέζα Τόμας, η οποία θα πεθάνει τον ίδιο χρόνο.

Στα 1821 ξαναγύρισε στη Φλωρεντία και στη συνέχεια πάλι στην Ελβετία, όπου έζησε στιγμές ευτυχίας για τις δόξες των συμπατριωτών του στην επανάσταση που είχε ήδη αρχίσει. Προϊόν του ενθουσιασμού του υπήρξε η έκδοση των πρώτων δέκα ωδών του κάτω από τον τίτλο Λύρα, που έγινε στη Γενεύη το 1824. Δυο χρόνια αργότερα (1826) εκδόθηκε στο Παρίσι νέα ποιητική του συλλογή με τον τίτλο Λυρικά, που περιλάμβανε άλλες δέκα ωδές.

 

Το 1826 μεταβαίνει στην επαναστατημένη Ελλάδα «για να προσφέρει ακόμη μια καρδιά στα όπλα των μουσουλμάνων», όπως έγραψε στον στρατηγό Λαφαγιέτ. Φτάνει στο Ναύπλιο, όπου όμως δεν θα εκτιμηθεί η αφιλόκερδη και αγνή πατριωτική προσφορά του.

Η επαφή του με την ελληνική πραγματικότητα, οι αντιζηλίες και τα πάθη των αγωνιστών τον πληγώνουν βαθιά και πικραμένος φεύγει για την Κέρκυρα τον Αύγουστο του 1826. Εκεί συνεχίζει τις παραδόσεις ιδιωτικών μαθημάτων, διορίζεται γυμνασιάρχης στο Ιόνιο Γυμνάσιο και αργότερα καθηγητής της φιλοσοφίας στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο. Ο Ανδρέας Λασκαράτος και ο Γεράσιμος Μαρκοράς ευτύχησαν να είναι μαθητές του.

Τον Νοέμβριο του 1852 εγκαταλείπει οριστικά την Κέρκυρα για την Αγγλία. Στο Λονδίνο παντρεύεται τη Σαρλότ Γουάνταμς στις 5 Φεβρουαρίου 1853 με την οποία εγκαθίσταται στο Λάουθ του Λινκονσάιρ, όπου η σύζυγός του ίδρυσε ανώτερο παρθεναγωγείο στο οποίο δίδασκε και ο Κάλβος. Εκεί συνέχισε την ενασχόλησή του με τις θρησκευτικές μελέτες και τις μεταφράσεις. Στην αγγλική πρωτεύουσα ο Κάλβος απέκτησε φήμη άριστου δασκάλου της ιταλικής και ειδικού σε θεολογικά ζητήματα.

Δίδαξε στο ιδιωτικό σχολείο της Αγγλίδας γυναίκας του, ως τον θάνατό του στα 1869. Τάφηκε στο Λάουθ, από όπου, στα 1960, τα λείψανά του μετακομίστηκαν στην Ελλάδα και εναποτέθηκαν στο νησί του, τη Ζάκυνθο.

 

Εκτός από τις είκοσι ωδές, ο Κάλβος έγραψε τραγωδίες, μελέτες με φιλοσοφικό, κοινωνικό ή θεολογικό περιεχόμενο και άρθρα, και ασχολήθηκε με μεταφράσεις. Το έργο του είναι γραμμένο στην ελληνική, την ιταλική, την αγγλική και τη γαλλική.

 

Η ποίησή του, κινούμενη πάντα στον χώρο της ιδέας, χαρακτηρίζεται από θρησκευτικότητα, αρχαιολατρία, φυσιολατρία, φιλοσοφικό στοχασμό αλλά προπάντων πατριδολατρία. Η γλώσσα του είναι ιδιότυπη, η στιχουργία του προσωπική και μοναδική στον νεοελληνικό ποιητικό χώρο. Με τις είκοσι ωδές του, ο Κάλβος κέρδισε μιαν από τις πρώτες θέσεις στη νεοελληνική ποίηση.

 

Κάλβος και Κύπρος 

Στις ωδές του Κάλβου η Κύπρος αναφέρεται μόνο μια φορά. Αυτό γίνεται στην 23η στροφή της τρίτης ωδής των Λυρικών, που έχει τον τίτλο «Τά Ἡφαίστεια». Η ωδή έχει θέμα τη σφαγή της Χίου από τους Τούρκους, στα 1822, την ερήμωσή της και την εκδίκηση του Κανάρη με την πυρπόληση της τουρκικής ναυαρχίδας. Στη μέση περίπου της ωδής ο ποιητής απευθυνόμενος στα «σκληρά, δειλά ἀναθρέμματα τῆς ποταπῆς Ἀσίας», τα καλεί να συνεχίσουν το «ἡρωϊκόν», έργο της σφαγής παιδιών, γυναικών και γερόντων, και με σαρκασμό και αγανάκτηση προσθέτει:

 

...Δέν φθάνει ἡ Χίος, ἡ Κύπρος˙

τῶν Κυδωνιῶν δέν φθάνουσι

τῆς Κάσσου καί τῆς Κρήτης

ᾑ κατοικίαι...

 

Ο Κάλβος περιλαμβάνοντας και την Κύπρο στις αγριότητες των Τούρκων, αναφέρεται στον απαγχονισμό του αρχιεπισκόπου Κυπριανού, τον αποκεφαλισμό των Κυπρίων μητροπολιτών καθώς και τη σφαγή δεκάδων προκρίτων της Κύπρου στις 9 Ιουλίου 1821 και στις μέρες που ακολούθησαν, ένα χρόνο πριν από την καταστροφή της Χίου.

 

Μολονότι η αναφορά της Κύπρου στο έργο του Κάλβου είναι τόσο ισχνή, το ενδιαφέρον και η ενασχόληση των Κυπρίων με τον Κάλβο υπήρξε εκτεταμένη. Την πιο σημαντική σελίδα της αποτελεί η αναζήτηση και ανακάλυψη του τάφου του Κάλβου στην Αγγλία από τον Κύπριο δικηγόρο, μελετητή και λογοτέχνη Αντώνη Ιντιάνο. Σε άρθρο του με τον τίτλο «Συμβολή στή μελέτη τοῦ Ἀνδρέα Κάλβου», που δημοσιεύθηκε στο 282 τεύχος (15 Σεπτεμβρίου 1938) του αθηναϊκού περιοδικού Νέα Εστία, ο Ιντιάνος παρουσίασε, μεταξύ άλλων, και τα σχετικά με την επισήμανση και ανακάλυψη του τάφου του Κάλβου. Σημαντική συμβολή στην ολοκλήρωση της βιογραφίας του ποιητή είχε επίσης ο επίσης Κύπριος λογοτέχνης Λεύκιος Ζαφειρίου

 

Σύμφωνα με τη μελέτη του Ιντιάνου, μέχρι το 1938 εθεωρείτο ως έτος θανάτου του Κάλβου το 1867, ενώ παράλληλα ήταν άγνωστο το μέρος όπου είχε πεθάνει και ταφεί ο ποιητής. Ήταν ακόμη άγνωστο σε ποιο μέρος της Αγγλίας έζησε κατά τη δεύτερη εκεί παραμονή του. Ο Ιντιάνος διαπίστωσε ότι η δεύτερη περίοδος της ζωής του Κάλβου στην Αγγλία άρχισε πριν από το 1853, αφού έρευνά του στα αγγλικά αρχεία αποκάλυψε ότι ο ποιητής παντρεύτηκε τη Charlotte Augusta Wadams στην εκκλησία του St. Pancras του Λονδίνου στις 5 Φεβρουαρίου 1853.

 

 

Οι έρευνες του Ιντιάνου για τον Ανδρέα Κάλβο και τον τάφο του στην Αγγλία άρχισαν το 1924. Στα 1937 ο Κύπριος μελετητής βρήκε συμπτωματικά σε παλαιοπωλείο του Λονδίνου ένα τεύχος του περιοδικού που εξέδιδε η εκκλησία της Αγίας Τριάδας του Λάουθ στην κομητεία του Λίνκολν. Στην τελευταία σελίδα του τεύχους αυτού, κάτω από την επικεφαλίδα «θάνατοι», ανακοινωνόταν ότι στις 3 Νοεμβρίου 1869, πέθανε στο Λάουθ σε ηλικία 67 χρόνων ο Ανδρέας Κάλβος. Σε περαιτέρω έρευνά του ο Ιντιάνος βρήκε την επίσημη καταχώρηση του θανάτου του ποιητή στο Γενικό Βρετανικό Ληξιαρχείο του Λονδίνου.

 

Η ανακάλυψη αυτή έφερε τον Ιντιάνο στο Λάουθ, όπου, στις 4 Ιουλίου 1938, επισκέφθηκε τον τάφο του Κάλβου στο νεκροταφείο του Keddington. Συνάντησε επίσης μερικούς από τους πολύ ηλικιωμένους κατοίκους του Λάουθ που θυμούνταν αμυδρά τον Κάλβο ως δάσκαλο στο ιδιωτικό σχολείο της γυναίκας του.

 

Μεταφορά των οστών του στη Ζάκυνθο

 

Ο Κάλβος πέθανε στις 3 Νοεμβρίου του 1869. Η ταφή του (καθώς και της χήρας του, που πέθανε το 1888) έγινε στο νεκροταφείο της εκκλησίας της Αγ. Μαργαρίτας στο Κέντιγκτον, κοντά στο Λάουθ.

Η σορός του Ανδρέα Κάλβου και της συζύγου παρέμειναν στην Αγγλία για 91 χρόνια. Κατόπιν αιτήσεως της, τότε, ελληνικής κυβέρνησης, που γιόρτασε το 1960 ως "Έτος Κάλβου", έγινε η μετακομιδή των οστών του εθνικού ποιητή από το Λονδίνο στην Αθήνα και εν συνεχεία στη Ζάκυνθο.  Σημαντικό ρόλο για την επιτυχία της προσπάθειας αυτής έπαιξε και ο μετέπειτα Νομπελίστας ποιητής μας Γιώργος Σεφέρης, που τότε ήταν πρεσβευτής της Ελλάδας στο Λονδίνο. Έτσι μετά από συντονισμένες ενέργειες στις 19 Μαρτίου 1960 μεταφέρθηκαν στην Ελλάδα τα οστά του ποιητή και της γυναίκας του, ενώ στις 5 Ιουνίου με το πολεμικό «Χατζηκωσταντής» έφτασαν στη Ζάκυνθο, όπου αναπαύονται στο Μαυσωλείο του «Μουσείου Σολωμού και Επιφανών Ζακυνθίων», δίπλα στα οστά του εθνικού ποιητή, Διονύσιου Σολωμού

 

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 

  1. Λεύκιος Ζαφειρίου, Ο βίος και το έργο του Ανδρέα Κάλβου (1792-1869), Μεταίχμιο, Αθήνα 2006- Βραβείο Δοκιμίου της Ακαδημίας Αθηνών-Ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη
  2. Λεύκιος Ζαφειρίου, Παραλειπόμενα και συμπληρώματα στη βιογραφία του Ανδρέα Κάλβου, Εκδόσεις Εν Τύποις, Λευκωσία, 2018

 

 

 

Φώτο Γκάλερι

Image
Image
Image