Κάττος

Image

Έτσι λέγεται στην Κύπρο ο γάτος (Felis domesticus), δηλαδή ο αίλουρος ή η γαλή των αρχαίων και ο κάτης ή και κάτος των Βυζαντινών. Η θηλυκή λέγεται κάττα και το μικρό τους λέγεται καττίν ή καττούιν (το), ή ακόμη και μισσίν ή μουσίν (το). Χαϊδευτικά η γάτα λέγεται και καττού ή καττούα (η). Κατ' ακολουθία, γερόκαττος λέγεται ο ηλικιωμένος γάτος, αρκόκαττος λέγεται ο άγριος κλπ. Συνήθως όμως χρησιμοποιούνται, για το κατοικίδιο αυτό ζώο, και ονομασίες σχετικές με το τρίχωμα, το χρώμα και γενικά την εμφάνισή του, όπως μαυρόκαττος, ασπρόκαττος, ή ακόμη πάτσαλος, μάλλουρος, κότσ’ινος, κανελλής κλπ.

 

Χρήσιμος, κυρίως για την εξολόθρευση τρωκτικών, ο κάττος κατέχει αρκετά σημαντική θέση στην κυπριακή λαογραφία αφού είναι ζώο πολύ καλά γνωστό στον άνθρωπο από τα αρχαία χρόνια, με τον οποίο μάλιστα συγκατοικεί. Τη χρησιμότητα του κάττου, ιδίως σε εποχές κατά τις οποίες δεν υπήρχαν άλλοι τρόποι καταπολέμησης των τρωκτικών που προκαλούσαν μεγάλες καταστροφές στις αποθήκες και στα αγαθά, εκφράζει η παροιμία:

 

Απού λυπάται του κάττου το λαρτίν, τρων οι ποντιτζ'οί τα ρούχα του.

 

Στην κυπριακή παράδοση, εξάλλου, το ζώο αυτό συνδέεται με την εξολόθρευση φαρμακερών ερπετών. Αναφέρεται ότι για τον σκοπό αυτό το μοναστήρι του Αγίου Νικολάου (των Γάτων) στο Ακρωτήρι της Λεμεσού ήταν εκτροφείο γάτων, απ' όπου και η ονομασία του εκεί ακρωτηρίου: Κάβο Γάτα. (Για τις μάχες των γάτων με τα φαρμακερά ερπετά, που ενέπνευσαν και τον Γιώργο Σεφέρη για το ποίημά του «Οἱ γάτες τ' ἅη Νικόλα», βλέπε λήμμα γάτες Αγίου Νικολάου).

 

Ο κάττος κι ο άλλος μόνιμος κάτοικος του σπιτιού, ο σσ'ύλλος, βρίσκονται πάντοτε σε διάσταση κι ουδέποτε συμφιλιώνονται. Η παροιμία:

 

Εν σαν τον σσ'ύλλον τζ'αι τον κάττον

 

που λέγεται για εκείνους που συνεχώς φιλονικούν μεταξύ τους, εκφράζει ακριβώς τις άλυτες διαφορές μεταξύ των δυο ζώων που δημιουργήθηκαν - όπως αναφέρει παλαιά κυπριακή αφήγηση - όταν ο σσ'ύλλος ξεγέλασε τον συνέταιρό του κάττον κι έφαγε μόνος του τα λουκάνικα που μαζί είχαν κλέψει.

 

Στην Κύπρο επικρατεί, όπως κι αλλού, η εντύπωση ότι ο κάττος είναι εφτάψυχος. Επίσης η οξεία όρασή του αντιδιαστέλλεται προς την εξίσου οξεία ακοή του σσ'ύλλου, όπως εκφράζει η πιο κάτω κυπριακή διήγηση:

 

Μιαν νύχταν, σαν ετζ'οιμούνταν ο κάττος τζ' ο σσ'ύλλος, έππεσεν που το δώμαν μια τρίχα. Τότες ο σσ'ύλλος εποτινάχτην τζ'αί λαλεί: «Παναία μου, ίντα φασαρία εν τούτη; εν νευκά [=δοκός] πού ‘ππεσεν;» Γυρίζει τζ' ο κάττος τζ'αί λαλεί του: «Εν τρίχα, ρε στραβέ, δεν την είδες;»

 

Επικρατεί ακόμη στην Κύπρο η δοξασία ότι όταν ο κάττος του σπιτιού νίβεται και πλένεται με τα πόδια του, θα έλθουν στο σπίτι ξένοι επισκέπτες. Ακόμη ο μαύρος κάττος θεωρείται από άλλους ότι φέρνει τύχη, κι από άλλους ότι προαγγέλλει ατυχίες ή και δυστυχήματα.

 

Μεταξύ των πολλών κυπριακών παροιμιών με κάττους, παραθέτουμε μερικές:

 

*Λείπει ο κάττος, χορεύκουν οι ποντιτζ'οί.

*Η τύχη μας εν κάττα μαύρη.

*Κάττος που τζ'οιμάται, ποντικόν δεν πκιάννει.

*Προστάσσω εγιώ την κάτταμ μου, τζ' η κάττα τα καττούδκια.

*Εγέννησεν η κάττα μας.