Παναγία Κρινιώτισσα, Πενταδάκτυλος

Image

Το ερειπωμένο, σήμερα, μοναστήρι της Παναγίας Κρινιώτισσας βρίσκεται στο μέσο μιας κατάφυτης κοιλάδας, κοντά στην κορυφή Κόρνος του Πενταδάκτυλου, με πανοραμική θέα προς τη θάλασσα. Το μοναστήρι της Παναγίας Κρινιώτισσας ιδρύθηκε πιθανότατα τον 12ο αιώνα όπως φαίνεται από μια καταγραφή της περιουσίας του μοναστηριού που περιέχεται στον κώδικα Barberinus graecus 528 που βρίσκεται στη βιβλιοθήκη του Βατικανού. Η αντιγραφή της καταγραφής χρονολογείται στα τέλη του 14ου αιώνα. Το πρωτότυπο όμως πρέπει να εγράφη πριν από την κατάργηση των Ορθοδόξων επισκοπών και τον περιορισμό τους σε 4 που έγινε με τη Βούλλα του πάπα Αλεξάνδρου το1260. Η ορολογία που χρησιμοποιείται είναι καθαρά βυζαντινή και ανάγεται στους χρόνους των Κομνηνών όπως φαίνεται από τη σύγκρισή της με παρόμοιες καταγραφές άλλων μοναστηριών, κυρίως στο Άγιον Όρος, που χρονολογούνται στην εποχή των Κομνηνών. Στην καταγραφή αυτή αναφέρονται τα κτήματα και μετόχια του μοναστηριού, το εισόδημα και ο φόρος που καταβάλλουν ή οι «ευλογίες», δηλαδή η εισφορά σ' εκκλησίες της περιοχής όπου βρίσκονται για την τέλεση της λειτουργίας σε καθορισμένη γιορτή ή πολλές φορές το χρόνο.

 

Σύμφωνα με την καταγραφή αυτή η ανίδρυση και η προικοδότηση του μοναστηριού έγινε με υπόμνημα και χρυσόβουλλον. Το τελευταίο εξυπακούει αυτοκρατορική ή πολύ υψηλή εκκλησιαστική αρχή. Το μοναστήρι ήταν γνωστό σαν Μονή των Κρινίων ή Κρινέων. Είχε μετόχι στο Μαργί κοντά στη Μύρτου, όπου υπήρχε εκκλησία οκταγωνική. Το μοναστήρι είχε κτήματα στην Παραμύθα της επισκοπής Κουρίου, στη Λεμεσό, στη Λάπηθο, την Καμπυλή, τη Μύρτου, στον Λάρνακα της Λαπήθου, στο χωριό Λεθρινώνη της επισκοπής Κιτίου, στην Πάνω και Κάτω Πλατανισσό της επισκοπής Πάφου, στο Ποτάμι και στα άγνωστα σήμερα χωριά Ορινέας, Λιθικό, Καλαφάτη κ.α. Στην καταγραφή δεν αναφέρεται η έκταση των κτημάτων (αμπέλια, λιοχώρια, χωράφια και περιβόλια) αλλά ο φόρος που κατέβαλλε το κάθε κτήμα στο δημόσιο. Αντίθετα καθορίζεται ο αριθμός των ωρών για το νερό που χρησιμοποιείται για άρδευση των κτημάτων. Όπως είναι γνωστό μέχρι την τουρκική εισβολή η κατανομή των νερών των κεφαλόβρυσων Κυθρέας και Λαπήθου γινόταν με ώρες ανά δεκαπενθήμερο.

 

Το μοναστήρι δεν φαίνεται να ήταν ποτέ μεγάλο και ήδη τον 15ο αιώνα έχασε την αυτοτέλειά του και έγινε μετόχι του μοναστηριού του Αγίου Γεωργίου των Μαγγάνων της Λευκωσίας. Αυτό αναφέρεται ρητά στο χειρόγραφο Θ33 της Λαύρας του Άθω που εγράφη το 1425. Το 1563 το μοναστήρι εξακολουθούσε να λειτουργεί, όπως φαίνεται από σημείωμα του ίδιου κώδικα που αναφέρει ότι κάποιος Συμεών από τη Λεύκα πήγε στο μοναστήρι για να μάθει γράμματα. Το μοναστήρι των Κρινίων αναφέρεται και σε αχρονολόγητη περιγραφή του μοναστηριού της Αγίας Παρασκευής στη Βασίλεια που ανήκει στο Σινά. Η περιγραφή αυτή μπορεί να τοποθετηθεί στον 16ο αιώνα. Σ' αυτή όμως δεν γίνεται καμιά αναφορά στο μοναστήρι της Κρινιώτισσας σαν μετόχι του Σινά. Φαίνεται ότι μέχρι την κατεδάφιση του μοναστηριού του Αγίου Γεωργίου των Μαγγάνων στη Λευκωσία από τους Βενετούς το 1567 για να κτίσουν τα υφιστάμενα σήμερα τείχη της Λευκωσίας, το μοναστήρι της Παναγίας της Κρινιώτισσας ήταν μετόχι του μοναστηριού αυτού. Πότε έγινε μετόχι του μοναστηριού της Αγίας Αικατερίνης του Σινά δεν είναι γνωστό. Πιθανότατα έγινε την ίδια εποχή που έγινε και το μοναστήρι του Χρυσοστόμου του Κουτσοβέντη, δηλαδή στα τέλη του 16ου ή τον17ο αιώνα. Το 1735 που επισκέφθηκε το μοναστήρι ο Ρώσος μοναχός Βασίλι Μπάρσκυ ήταν μετόχι του Σινά. Όμως ήταν εγκαταλειμμένο και η εκκλησία ετοιμόρροπη. Μόνο το απόγευμα κάθε Σαββάτου ένας μοναχός από το μοναστήρι της Αγίας Παρασκευής ανέβαινε στο μοναστήρι της Παναγίας της Κρινιώτισσας για ν' ανάψει τα καντήλια της εκκλησίας. Ο Μπάρσκυ σχεδίασε το μοναστήρι γιατί είχε καταμαγευθεί από την τοποθεσία του. Δυστυχώς το σχέδιο του Μπάρσκυ δεν σώθηκε. Έκτοτε το μοναστήρι ερειπώθηκε και το ανατολικό τμήμα της εκκλησίας είχε καταρρεύσει.

 

Τα ερείπια του μοναστηριού της Παναγίας της Κρινιώτισσας που σώζονταν μέχρι το 1974 δεν είναι τα αρχικά. Η εκκλησία δεν είναι παλαιότερη του 14ου αιώνα. Το μοναστήρι αποτελείτο από μια ορθογώνια αυλή διαστάσεων 25X21 μ. περίπου. Στη βόρεια πλευρά της αυλής υπήρχαν τρία κελλιά. Το ανατολικό είχε διαστάσεις 3,5X3,5 μ., το μέσο 10X3,5 μ. και το δυτικό 8X3,5 μ. Η εκκλησία ευρίσκεται στο νοτιοανατολικό άκρο της αυλής. Ανήκει στον τύπο του μονόκλιτου με τρούλλο και αρχικά δεν είχε νάρθηκα.

 

Η εκκλησία είχε μήκος εσωτερικά 8,17μ., περιλαμβανομένης και της αψίδας που ήταν ημικυκλική τόσο εσωτερικά όσο και εξωτερικά, και πλάτος 3,90 μ. Ο νάρθηκας, που έχει σχήμα πλαγιαστού ορθογωνίου είναι πιο πλατύς από την εκκλησία. Ο νάρθηκας έχει εσωτερικές διαστάσεις 7, 54X2,8 μ. Η εκκλησία έχει τρεις εισόδους, από μια στο μέσο του βόρειου, του δυτικού και του νότιου τοίχου πλάτους 1 μ. περίπου. Ο νάρθηκας έχει μια θύρα στο μέσο του δυτικού τοίχου πλάτους 1,20 μ. και μια πιο στενή στο μέσο του νότιου τοίχου πλάτους 0,88 μ. Οι τοίχοι της εκκλησίας είναι κτισμένοι με ακατέργαστους ασβεστόλιθους και έχουν πάχος 0,75 μ. Στα τόξα και τον τρούλλο χρησιμοποιούνται τετραγωνισμένοι πωρόλιθοι. Ο τρούλλος έχει τέσσερα μικρά παράθυρα. Στην εκκλησία διασώζονταν κομμάτια από τοιχογραφίες.

 

Στα δυτικά της ορθογώνιας αυλής διασώζονται τα ερείπια του οστεοφυλακίου του μοναστηριού. Το οστεοφυλάκιο είναι ένα τετράγωνο δωμάτιο με εσωτερικές διαστάσεις 2,58X2,58 μ. με μια είσοδο πλάτους 0,75 μ. Στο μέσο του δωματίου υπάρχει ορθογώνιο άνοιγμα που οδηγεί σε υπόγειο καμαροσκέπαστο, με ισχυρά οξυκόρυφη καμάρα, που έχει τις ίδιες διαστάσεις με το δωμάτιο. Το μέγιστο ύψος του υπογείου είναι 2,88 μ. Με ακατέργαστους ασβεστόλιθους είναι κτισμένα και τα δωμάτια και οι τοίχοι που περιβάλλουν την αυλή του μοναστηριού. Καμιά ένδειξη για τη χρονολόγηση των κελλιών δεν έχει σωθεί.

Φώτο Γκάλερι

Image