Καραπατάκης Γαβριήλ

Λόγιος αρχιμανδρίτης με πολυδιάστατη εθνική και πνευματική δράση. Γεννήθηκε στο χωριό Οίκος της Μαραθάσας και σε αρκετά νεαρή ηλικία κατέφυγε στο μοναστήρι του Κύκκου, όπου εντάχθηκε στις τάξεις των δοκίμων. Το 1888 όμως, ύστερα από πρόσκληση κάποιου αγιοταφίτη ιερωμένου, μετέβη στα Ιεροσόλυμα με σκοπό να φοιτήσει στις εκεί σχολές του πατριαρχείου και να αποκτήσει ευρύτερη μόρφωση.

 

Εκεί τέθηκε κάτω από την προστασία του Κυπρίου αρχιεπισκόπου Θαβωρείου Σπυρίδωνος Ευθυμίου (1839- 1921). Όταν όμως ο τελευταίος εξελέγη το 1891 πατριάρχης Αντιοχείας, ο Καραπατάκης τον ακολούθησε στη Δαμασκό, όπου χειροτονήθηκε διάκονος και διορίστηκε καθηγητής της ελληνικής στις σχολές που ήλεγχε το πατριαρχείο. Τελικά το 1893 επέστρεψε στα Ιεροσόλυμα ως υπότροφος του Σπυρίδωνος και γράφτηκε στη Θεολογική Σχολή του Σταυρού.

 

Το 1990, αμέσως μετά την αποφοίτησή του, μετέβη στη Βηρυτό, όπου παρακολούθησε σειρά μαθημάτων σε σχολή ξένων γλωσσών και έμαθε την αραβική γλώσσα. Στη συνέχεια εργάστηκε ως επόπτης των σχολών της ελληνικής κοινότητας της Βηρυτού μέχρι το 1905, οπότε επέστρεψε και πάλι στα Ιεροσόλυμα, όπου εργάστηκε ως γενικός επόπτης των σχολών της Παλαιστίνης. Το 1907, ύστερα από απόφαση της Ιεράς Συνόδου του πατριαρχείου, αφού χειροτονήθηκε ιερέας και προεχειρίσθη σε αρχιμανδρίτη, διορίστηκε σχολάρχης στην Πρακτική Σχολή Ξένων Γλωσσών της Ιόππης.

 

Δύο χρόνια αργότερα, εξαιτίας διένεξης που ξέσπασε ανάμεσα στα μέλη της Αγιοταφικής Αδελφότητας, αποχώρησε μαζί με αρκετούς άλλους μοναχούς από τις τάξεις του πατριαρχείου Ιεροσολύμων και κατέφυγε στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί παρέμεινε μέχρι το 1911, οπότε μετέβη στο Κάιρο και ακολούθως εγκαταστάθηκε το 1914 στον Πόντο. Για μεγάλο διάστημα διέμενε στην Τραπεζούντα, καθώς και στην μονή Βαζελώνος, όπου κατέφυγε εξ αιτίας του Ρωσοτουρκικού πολέμου που ξέσπασε με αφορμή τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Την ίδια περίοδο ο Καραπατάκης έζησε από κοντά τις μεγάλες διώξεις που ξέσπασαν εκ μέρους των Νεότουρκων εναντίον των Ελλήνων του Πόντου και που στοίχισαν την ζωή σε 353.000 κατοίκους. Ο ίδιος κινδύνευσε άμεσα αφού συνελήφθη από τους Τούρκους και οδηγήθηκε στις φυλακές της πόλης Ερζιντζκιάν. Σώθηκε από βέβαιο θάνατο λόγω της νίκης των ρωσικών στρατευμάτων επί των τουρκικών και της απελευθέρωσης της πόλης.

 

Μετά τη λήξη του πολέμου, το 1918, ο Καραπατάκης εγκαταστάθηκε στο Βατούμ της Γεωργίας, όπου εργάστηκε ως ιερέας και δάσκαλος στην ελληνική κοινότητα της πόλης. Τελικά, το 1921, μετέβη στη Θεσσαλονίκη όπου διορίστηκε καθηγητής στην εκεί Ιερατική Σχολή της Αγίας Αναστασίας της Φαρμακολυτρίας. Γύρω στα 1925 εγκατέλειψε και τη Θεσσαλονίκη και κατοίκησε στην Αθήνα, όπου υπηρέτησε διαδοχικά στους ναούς Αγίου Ιωάννη του Κυνηγού και Αγίου Αρτεμίου Γούβα. Πέθανε το 1953 σε ηλικία 83 χρόνων.

 

Ο Καραπατάκης έγραψε αρκετά βιβλία και πολλές μελέτες που δημοσιεύθηκαν σε εφημερίδες και περιοδικά της εποχής. Τα περισσότερα από τα έργα του έχουν κυρίως ιστορικό περιεχόμενο, ενώ αρκετά σχετίζονται με θεολογικής φύσεως θέματα. Από αυτά αναφέρονται τα ακόλουθα:

 

1. Το Αντιοχικόν Ζήτημα, Κωνσταντινούπολις, 1909.

2. Η Γεωργιανή Εκκλησία, το Αυτοκέφαλον και η αυτοπροαγωγή της εις Πατριαρχείον, Αλεξάνδρεια, 1921.

3. «Αι περιπέτειαι των εν Ιεροσολύμοις και των πέριξ ιερών προσκυνημάτων».

4. «Μετάφρασις εκ της Ελληνικής εις την Αραβικήν Γλώσσαν των Πρακτικών της εν Βηθλεέμ γενομένης Συνόδου του 1672».

5. «Η Ασπίς της Ορθοδοξίας κατά προτεσταντών».

6. Δράμα έμμετρον θρησκευτικόν: «Η Δέσποινα», Αθήναι, 1925.

7. «Αι μεταξύ των Ορθοδόξων και Διαμαρτυρομένων της πίστεως διαφοραί».

8. Τα θαύματα του Αγίου Μεγαλομάρτυρας Αρτεμίου, Αθήναι, 1947.

9. «Ο κατά πλάτος βίος του».

10. Λόγοι και ομιλίαι εις απάσας τας Κυριακάς του έτους, Αθήναι, 1952-1953.

 

Πολύ σημαντικές υπήρξαν και διάφορες μελέτες του που δημοσιεύθηκαν σε περιοδικά των δεκαετιών 1910 και 1920. Ανάμεσά τους και το «Υπόμνημά» του, που είναι σχετικό με τη μεταφορά Ελλήνων από τον Καύκασο στην Ελλάδα. Ο Καραπατάκης θεωρούσε την πολιτική της λεγόμενης «παλιννόστησης» ως εγκληματική και ζητούσε από την ελληνική κυβέρνηση, προς την οποία υπέβαλε το υπόμνημα, να ενεργήσει ώστε αφενός να τερματιστεί και αφετέρου να ενισχυθούν οι ελληνικές κοινότητες των πόλεων της Μαύρης Θάλασσας για να αποτελέσουν την γέφυρα φιλίας του Ελληνισμού με τους λαούς της περιοχής. Το «Υπόμνημα» δημοσιεύθηκε στο θεολογικό περιοδικό της Θεσσαλονίκης «Γρηγόριος Παλαμάς», το 1921.