Κοιλάνι

Image

Μεικτό χωριό της επαρχίας Λεμεσού, στη γεωγραφική περιφέρεια των αμπελοχωριών, περί τα 36 χμ. βορειοδυτικά της πόλης της Λεμεσού.

 

Το Κοιλάνι είναι κτισμένο κοντά στη δυτική όχθη του Κρυού, παραπόταμου του Κούρη, σε μέσο υψόμετρο 820 μέτρων. Το τοπίο είναι τραχύ βουνίσιο, με βαθιές κοιλάδες που οι πλευρές τους είναι απότομες. Απ’ όλες τις πλευρές του χωριού προβάλλουν ψηλές βουνοκορφές που το ύψος τους κυμαίνεται μεταξύ 950 και 1.150 μέτρων.

 

Από γεωλογικής απόψεως, στη διοικητική έκταση του χωριού απαντώνται οι κρητίδες, οι μάργες, οι μαργαϊκές κρητίδες και οι κρητιδικές μάργες του σχηματισμού Λευκάρων καθώς και οι αποθέσεις του σχηματισμού Πάχνας (εναλλασσόμενες στρώσεις κιμωλιών, μαργών και ψαμμιτών). Πάνω στα πετρώματα αυτά αναπτύχθηκαν ασβεστούχα εδάφη.

 

Το Κοιλάνι δέχεται μια μέση ετήσια βροχόπτωση περί τα 750 χιλιοστόμετρα. Στην περιοχή του καλλιεργούνται τα αμπέλια (κυρίως οινοποιήσιμες ποικιλίες), τα φρουτόδεντρα (μηλιές, αχλαδιές και δαμασκηνιές), οι χαρουπιές, οι ελιές, λίγα εσπεριδοειδή και αμυγδαλιές. Στις επικλινείς πλαγιές του Κοιλανιού, που συγκαταλέγεται μεταξύ των κυριοτέρων αμπελοχωριών της Κύπρου, κατασκευάστηκαν αναβαθμίδες για την καλλιέργεια του αμπελιού. Μια σημαντική έκταση γης είναι επίσης ακαλλιέργητη και σ' αυτή φυτρώνει άγρια φυσική βλάστηση από σχίνο, σπαλαθκιά και λατζ'ιά. Η κτηνοτροφία του χωριού είναι περιορισμένη.

 

Στη διάρκεια ραγδαίων βροχών που έπεσαν μεταξύ των ετών 1962 και 1963, σημειώθηκαν κατολισθήσεις που προκάλεσαν αρκετές καταστροφές στα αμπέλια και τα σπίτια του βορειοανατολικού τμήματος του χωριού. Ύστερα από σχετική γεωλογική έρευνα της περιοχής, διαπιστώθηκε ότι το νοτιοδυτικό τμήμα του χωριού ήταν το ασφαλέστερο για σκοπούς επέκτασης του οικισμού.

 

Το βουνίσιο ανάγλυφο της περιοχής, επηρέασε το συγκοινωνιακό δίκτυο του Κοιλανιού που δεν είναι πυκνό. Ένας μόνο ελικοειδής δρόμος το συνδέει στα βορειοανατολικά με το χωριό Πέδα Πεδί (περί τα 2 χμ.) και στα νοτιοδυτικά με το χωριό Βουνί (περί τα 4,5 χμ.).

 

Σύμφωνα με τα υπάρχοντα στοιχεία, οι πλήρεις απογραφές πληθυσμού έχουν ως ακολούθως:

 

Χρονολογία Κάτοικοι
1881 995 
1891 1.119 
1901 1.096 
1911 1.301 
1921 1.279 
1931 1.263 
1946 1.397 (1.303 Έλληνες, 85 Τούρκοι και 9 άλλων εθνικοτήτων)
1960 1.034 (999 Έλληνες και 35 Τούρκοι) 
1973 874 (839 Έλληνες και 35 Τούρκοι) 
1976 827 (όλοι Ελληνοκύπριοι) 
1982 614 
1992 337 
2001 255 

 

Το Κοιλάνι γνώρισε μεγάλη πληθυσμιακή ανάπτυξη μεταξύ των ετών 1881 και 1946, όπως συνέβη με αρκετά άλλα αμπελοχώρια. Σύμφωνα με τις επίσημες απογραφές πληθυσμού των ετών 1881, 1891,1901,1911,1921 και 1931, το Κοιλάνι ήταν το μεγαλύτερο σε πληθυσμό χωριό της επαρχίας του, κι είναι περίεργο που ο χάρτης του Κίτσενερ (του 1885) δείχνει πληθυσμό κάτω των 200. Μετά την τουρκική εισβολή του 1974, οι Τουρκοκύπριοι κάτοικοι του Κοιλανιού εξαναγκάστηκαν από την ηγεσία τους να εγκαταλείψουν το χωριό τους και να μεταφερθούν μαζί με όλους τους Τουρκοκυπρίους των ελεύθερων περιοχών για εγκατάσταση στις κατεχόμενες περιοχές.

 

Το Κοιλάνι διατηρεί σε μεγάλο βαθμό την πλούσια παραδοσιακή λαϊκή ορεινή αρχιτεκτονική των αμπελοχωριών της Λεμεσού με τους στενούς ανηφορικούς δρόμους, τις κεραμιδένιες στέγες ή τα δώματα των σπιτιών, τα γραφικά ανώγια, τους αυλόγυρους με τα πιθάρια, τα μακρυνάρια, τα μπαλκόνια, τις καμάρες και τα ανάγλυφα πλαίσια στις εισόδους των σπιτιών. Τα σπίτια είναι κτισμένα με πελεκητή ασβεστόπετρα και σε μερικά από αυτά υπάρχουν ακόμη τα πατητήρια για την παραγωγή του κρασιού.

 

Βασιλικό φέουδο επί Φραγκοκρατίας: Το Κοιλάνι υφίστατο τουλάχιστον από την περίοδο της Φραγκοκρατίας, οπότε αποτελούσε βασιλικό φέουδο που ήταν γνωστό με την ονομασία Le Quilane. Αναφέρεται εξάλλου και από τον μεσαιωνικό χρονογράφο Λεόντιο Μαχαιρά (Χρονικόν, παρ. 32) που το γράφει ως Κιλάνιν κι αναφέρει ότι στην περιοχή του είχε ασκητεύσει (σε ακαθόριστο χρόνο) ο άγιος Θεράπων, ένας από τους «Αλαμάνους» αγίους της Κύπρου. Επίσης το χωριό βρίσκεται σημειωμένο σε παλαιούς χάρτες, με την ονομασία Chilan.

 

Ωστόσο ο αρχιμανδρίτης Κυπριανός που, από την πλευρά της μητέρας του, καταγόταν από το Κοιλάνι, γράφει (Ἱστορία Χρονολογική..., Βενετία, 1788, σσ. 47-48) ότι το χωριό είναι κατά πολύ αρχαιότερο, τοποθετεί δε την ίδρυσή του στα προϊστορικά χρόνια από τον Κούριον, γιο του μυθικού βασιλιά της Κύπρου Κινύρα. Θεωρεί μάλιστα ότι η ίδρυση του Κοιλανιού ήταν σύγχρονη προς την ίδρυση της αρχαιότατης Παλαιπάφου. Ο Κυπριανός λέγει επίσης ότι σε παλαιότερες εποχές το χωριό, που ονομαζόταν Κορίνεον, ήταν κατά πολύ μεγαλύτερο σε έκταση και πληθυσμό, ὡς χίλιαις φωτίαις, δηλαδή μέχρι 1.000 οικογένειες.

 

Γράφει σχετικά ο Κυπριανός:

Κορίνεον. Χώρα παλαιά κτισθεῖσα ἀπό τόν Κούριον υἱόν τοῦ θεοῦ Κυνάρα, καί ἀδελφοῦ τοῦ θεοῦ Πάφου, σχεδόν εἰς τόν αὐτόν καιρόν, ὁποῦ  ἐκτίσθη ἡ Παλαιά Πάφος. Αὐτή ἡ χώρᾳ  ἦτον παρά τούς πόδας τοῦ Τροόδου ὄρους, ἀπέχουσα τῆς παλαιᾶς ἢ Πελεντρίων τέσσαρες λέγες [λεύγες] καί τῆς Λεμεσοῦ ἓξη. Εἰς τόν καιρόν τῶν Ρωμαίων ἐπισκόπων ἦτον ἀκόμη χώρα ὀνομαζομένη Κούριον. Τώρα λέγεται Κοιλάνιον. Ἦτον μεγάλον ὡς χίλιαις φωτίαις. Εἰς αὐτήν τήν χώραν ὁ βασιλεύς Ρικάρδος τῆς Ἐγκλητέρας, ἐνίκησε τόν δούκα τῆς νήσου Ἰσαάκ, ὁ  ὁποῖος ἔφυγε μέ τήν θυγατέρα του ἀπό τήν χώραν Ἀμαθοῦντα, διά νά μή θελήση νά δώση βοήθειαν τῶν Χριστιανῶν, ὄπου ἐπήγαιναν νά ελευθερώσουν τήν Ἱερουσαλήμ ἀπό τάς χεῖρας τῶν Σαρακηνῶν. Αὐτή ἡ πολιτεία ἐφύλαττεν ἓως εἰς τόν καιρόν τῶν Ἐνετῶν μίαν παλαιάν συνήθειαν, νά ἐκλέγουσι δώδεκα ὀφφικιάλους [αξιωματούχους] προεστῶτας ἐντοπίους, ο ὁποῖοι ἐγίνοντο κυβερνῆται τῆς αὐτῶν κοινότητος, καί ὑποτάσσοντο εἰς τήν ἐξουσίαν τῆς νήσου. Εὐτυχεῖ ἀπό μετάξι ὀλίγον, κρασιά ἀρκετά, ὄσπρια, καί ὀλίγα πωρικά. Εἰς τήν πολιτείαν αὐτήν αὔξανεν ἓνα καιρόν ὑφαντική τέχνη εἰς τά μεταξωτά, καί ἐδουλεύετο μέ ἐπιτηδειότητα. Τήν σήμερον, ἀγκαλά καί ὀλίγοι οἱ κάτοικοι, πλήν δέν λείπουσιν αἱ γυναῖκες τοῦ τόπου ἐκεῖ, νά δουλεύουσιν αὐτήν τήν τέχνην τῶν προγόνων τους τό κατά δύναμιν. Διάφορα εἴδη προσέτι ἐκ τῆς σταφυλῆς καί τοῦ μούστου γλυκίσματα ποιοῦσιν εἰς αὐτήν τήν πολιτείαν, εἰς τήν γεῦσιν ἐξαίρετα, ὡσάν σταφίδας ξηράς, ἔψημον, σουτζούκκια μετά ἀμυγδάλων καί καρυδίων, πορτούς, γλύκισμα μετά ἐψημένου μούστου, καί σιταρίου, καί ἄλλα διαφόρων εἰδῶν μετά μήλων, ἀπιδίων καί κυδωνίων. Καί ἐπειδή τά κρασιά ἐκεῖ δέν εἶναι τόσον ὃλα ἀπό τά καλά, τά εὐγάλλουσι ρακήν, καί τήν πωλοῦσιν εἰς Λεμεσόν καί Λάρνακα, εἰς τά πλευσίματα [καράβια], καί εἰς τούς Ἄραβας μάλιστα Συρίας καί Αἰγύπτου, εἰς τούς ὁποίους ἡ ρακή εἶναι ἐπιθυμητή. Συμπέρασμα, ἐπειδή ἡ λέξις ράκ εἶναι ἀραβική, ἡ  ὁποία σημαίνει τό πνεῦμα τοῦ οἲνου. Γίνεται καί σιτάρι καί κριθή διά ὀλίγους μῆνας, προφθάνοντα τούς κατοίκους της. Κάτωθεν τῆς πολιτείας αὐτῆς εἶναι ποταμός τάς ἀρχάς ἔχων ἀπό τό ὄρος Τρόοδος, λεγόμενος Κουρίας· ἔνθεν κακεῖθεν τούτου στολίζεται ἡ γῆ  ἐκείνη ἀρκετόν διάστημα ἀπό περιβόλια μετάξης καί ὀσπρίων διαφόρων καί δένδρων καρπίμων. Ἐξ αὐτῆς τῆς πολιτείας κατά καιρούς ἐγεννήθησαν ἄνδρες λόγῳ καί πράγματι ἄξιοι καί προεστῶτες ἐχρημάτησαν, ὦν εἶς καί ὁ  ἀοίδημος Ἀρχιεπίσκοπος πάσης Κύπρου Κύριος Παΐσιος, χρηματίσας κατά τούς 1759 καί διαπρέψας εἰς τόν τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς θρόνον ἐν Λευκωσίᾳ μέχρι τοῦ 1766 φθίνοντος, ὃς τις χάριν τῆς τεξαμένης αὐτοῦ πατρίδος ἄφησε διαθήκην καί δι' ἰδίων ἐξόδων ἀνεκαινίσθη ἡ  ἱερά ἐκκλησία τοῦ Μονογενοῦς υἱοῦ τοῦ Θεοῦ  ἡμῶν τιμωμένη μέ τήν πρέπουσαν κοσμιότητα. Ταύτης τῆς βουλῆς ὃμως τοῦ  ἀοιδήμου ἐκείνου καί τελευταίας θελήσεως, ὤφθη πρόθυμος ἐνεργός ὁ τόν αὐτοῦ διαδεξάμενος θρόνον καί μέχρι νῦν ἀξίως διοικῶν, Μακαριώτατος Κύριος Χρύσανθος. Ἦτον κομέντα ἤτοι μουκκατάς αὐθεντικός ἐπί τῶν Λουζινιανῶν καί Ἐνετῶν, καί τήν σήμερον ἐπί τῶν Ὀθωμανῶν, μέ ἄλλα ἓξη ἤ πτά χωρία ἀκόλουθα, τῶν ὁποίων ἡ δεκατία λαμβάνεται διά τό στράτευμα. Πληρώνει καίκατόν γρόσια ἡ πολιτεία αὐτή διά βούλλαν τῶν μεταξωτῶν ὁποῦ δουλεύουσιν οἱ κάτοικοι. Ἔστι δέ καί πατρίς τοῦ τῆς παρούσης Ἱστορίας οἰκτροῦ συγγραφέως ἐκ μητρός, Χριστίνης τοῦ Φυσεντζῆ.

 

Πράγματι, η περιοχή του Κοιλανιού εκατοικείτο από τα αρχαία χρόνια, όπως αποδεικνύεται από αρχαιολογικά κατάλοιπα που υφίστανται εκεί. Ιδίως στις βουνοκορφές στα νοτιοδυτικά του χωριού (τοποθεσία Καράμανος), υπάρχουν πολλοί αρχαίοι τάφοι, εκ των οποίων μερικοί τουλάχιστον που ερευνήθηκαν παλαιότερα, φαίνεται ότι ανήκουν στα Ελληνιστικά και Ρωμαϊκά χρόνια. Ωστόσο στην περιοχή δεν έχουν γίνει ακόμη συστηματικές αρχαιολογικές έρευνες, γι’ αυτό και δεν μπορούν να εξαχθούν τελεσίδικα συμπεράσματα αφού περαιτέρω πληροφορίες ελλείπουν. Ωστόσο διάφορα τοπωνύμια στην περιοχή του χωριού μαρτυρούν επίσης αρχαία ελληνική προέλευση: το περίφημο για τα κρασιά του βουνό Αφάμης* στα δυτικά του χωριού, υποδηλώνει αρχαία λατρεία του Ευφημίου Διός στην κορφή του, ενώ παρακείμενος γκρεμός, ο κρεμμός της Έρας, παραπέμπει στη σύζυγο του Διός, θεά Ήρα. Το ίδιο και το τοπωνύμιο Δκιάς (ο), που πάλι παραπέμπει στο Δία, ο οποίος φαίνεται ότι κατά την Αρχαιότητα λατρευόταν ιδιαίτερα στην περιοχή. Ακόμη, κατά μια άποψη, η ονομασία του ίδιου του χωριού έχει αρχαία ελληνική προέλευση.

 

Για την ονομασία του χωριού υπάρχουν διάφορες εκδοχές, που είναι:

α) Όπως γράφει κι ο αρχιμανδρίτης Κυπριανός, εἰς τόν καιρόν τῶν Ῥωμαίων [=Ελλήνων]   ἐπισκόπων, δηλαδή μέχρι τα Βυζαντινά χρόνια, ονομαζόταν Κούριον ή και Κορίνεον. Εάν δεχθούμε το γεγονός αυτό, τότε η ονομασία Κοιλάνι θα πρέπει να του δόθηκε κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας, οπότε κι αναφέρεται ως φέουδο Le Quilane, από ομώνυμη περιοχή της Γαλλίας. Τούτο θεωρείται ως το πιθανότερο.

β) Μια δεύτερη άποψη είναι ότι η ονομασία του χωριού προήλθε από την αρχαία πόλη Κυλλήνη στην Ήλιδα της Πελοποννήσου, απ’ όπου πιθανό να προήλθαν οι πρώτοι έποικοι /οικιστές του χωριού. Γι’ αυτό και μερικοί (όπως ο Ν. Κληρίδης, Χωριά καί Πολιτεῖες τῆς Κύπρου, 1961,σ. 125) υιοθετούν την γραφή Κυλάνιν αντί Κοιλάνιν. Τούτο όμως δεν φαίνεται και τόσο πιθανό αφού — αν δεχθούμε την μαρτυρία του αρχιμανδρίτη Κυπριανού — το χωριό κατά την Αρχαιότητα ονομαζόταν Κούριον ή Κορίνεον.

γ) Μια τρίτη εκδοχή θεωρεί την ονομασία του χωριού προερχόμενη από το γεγονός ότι τούτο βρίσκεται σε μια κοιλάδα, απ' όπου Κοιλάδιν και Κοιλάνιν. Όμως στην πραγματικότητα το χωριό δεν βρίσκεται σε κοιλάδα αλλά σε απότομη πλαγιά του βουνού Αφάμης.

 

Επιφανείς άνδρες: Όπως σημειώνει στο απόσπασμα που παραθέσαμε ο αρχιμανδρίτης Κυπριανός, από το Κοιλάνι κατά καιρούς ἐγεννήθησαν ἄνδρες λόγῳ καί πράγματι ἄξιοι. Μεταξύ αυτών, εκτός από τον ίδιο τον αρχιμανδρίτη Κυπριανό*, αναφέρουμε τους εξής Κοιλανιώτες: τον αρχιεπίσκοπο Κύπρου Παΐσιο* (1759 - 1766), το λόγιο και δάσκαλο του γένους Λεόντιο Ευστράτιο* (16ος αιώνας), τον οικουμενικό πατριάρχη Γεράσιμο Γ' (1794 - 1797) και τον πατριάρχη Αντιοχείας Ανθέμιο* (1791 -1813).

 

Αναφέρουμε επίσης τον λόγιο ποιητή Αντώνιο Δαρκές, συγγραφέα στα τέλη του 16ου αιώνα ενός μακροσκελέστατου ποιήματος σχετικού με προσκυνηματικό ταξίδι στους Αγίους Τόπους (δες γι΄ αυτόν στο λήμμα «Προσκυνητάριον Ιεροσολύμων»).

 

Κεφαλοχώρι της περιοχής: Στην ιστορία της Κύπρου το Κοιλάνι παρέμεινε γνωστό από τη φυγή σ' αυτό του δούκα της Κύπρου Ισαακίου Κομνηνού και την καταδίωξή του από τον Ριχάρδο τον Λεοντόκαρδο, το 1191, και τη σύγκρουσή τους εκεί με συντριβή του πρώτου από τον δεύτερο.

 

Κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, όπως κι αργότερα, επί Αγγλοκρατίας, το Κοιλάνι ήταν πρωτεύουσα του ομώνυμου κατηλλικιού/ διαμερίσματος, ως κεφαλοχώρι της περιοχής του. Αναφέρεται σχετικά ότι για κάποιο διάστημα, τον 17ο αιώνα, είχε μεταφερθεί από τη Λεμεσό στο Κοιλάνι η επισκοπική έδρα. Από το 1905 λειτούργησε στο χωριό αστυνομικός σταθμός και από το 1906 ιατρική υπηρεσία. Επίσης, κατά τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα λειτουργούσε στο Κοιλάνι δικαστήριο (κωμοδικείο). Τέτοιες και άλλες υπηρεσίες εξυπηρετούσαν κι ολόκληρη την περιοχή.

 

Οι Κοιλανιώτες κατείχαν επίσης εκτάσεις γης, που καλλιεργούνταν κυρίως με σιτηρά, με χαρουπιές, ελιές και άλλα είδη, στο Παραμάλι, στον Σύμπουλα και στον Γούναρο (κοντά στην Άλασσα). Αρκετοί Κοιλανιώτες μετακινούνταν κατά διαστήματα στις περιοχές αυτές, όπου παρέμεναν σε δικά τους υποστατικά κατά καιρούς, για καλλιέργειες και συγκομιδή.

 

Στο Κοιλάνι αναφέρεται ότι δίδαξε τα γράμματα πρώτη η Μαγδαληνή Χατζηδημητράκη, περί το 1840, που είναι άγνωστο πού είχε μορφωθεί η ίδια. Την διαδέχθηκε ο Μιχαήλ ο Παιδαγωγός από τη Λάρνακα, ο οποίος είχε διδάξει και στο γειτονικό χωριό Βουνί (όπου διασώθηκε και χειρόγραφο εκκλησιαστικό βιβλίο του) και αλλού. Μετά δίδαξε ο Κοιλανιώτης Χαράλαμπος Μηνά Κιούπης κι ύστερα κάποιος Ιερωνυμίδης. Μετά απ’ αυτόν δίδαξε ο Χριστόδουλος Τζιαπούρας, ο γνωστός λαϊκός ποιητής από την Κρίτου Τέρρα της Πάφου και, κατά το τέλος της Τουρκοκρατίας και την έναρξη της Αγγλοκρατίας (1878), ο Λεωνίδας Παπαδόπουλος από τη Μαραθάσα.

 

Σήμερα ο πληθυσμός του χωριού είναι σημαντικά μειωμένος κι από τους Κοιλανιώτες που ζουν μακριά από το χωριό τους, οι περισσότεροι είναι εγκατεστημένοι στη Λεμεσό, άλλοι στη Λευκωσία και πολλοί εκτός Κύπρου. Πριν από λίγα χρόνια ιδρύθηκε ο Σύνδεσμος Κοιλανιωτών που έχει ως πρωταρχικό σκοπό του τη διατήρηση στενών σχέσεων με το χωριό. Μεταξύ άλλων εκδηλώσεών του, είναι και η καθιέρωση ετήσιου φεστιβάλ με την ονομασία «Αφάμεια».

 

Όπως σημειώθηκε και πιο πάνω, ο αρχιμανδρίτης Κυπριανός θεωρεί ότι το Κοιλάνι ονομαζόταν κατά την Αρχαιότητα Κορίνεον. Την ονομασία αυτή την αναφέρει και ο Πλίνιος (Naturalis Historia, 5, 130) που σημειώνει ότι ήταν μια από τις 15 πόλεις της Κύπρου κατά την εποχή του (1ος μ.Χ. αιώνας). To Κορίνεον (Corinaeum) του Πλίνιου δεν απαντάται στις αρχαίες ελληνικές πηγές, συνεπώς θα πρέπει μάλλον να ήταν ονομασία που καθιερώθηκε κατά τη Ρωμαϊκή εποχή.

 

Με επίκεντρο τη ζωή στο Κοιλάνι κατά την περίοδο της Αγγλοκρατίας (1878 – 1960) και τους ανθρώπους του χωριού, βασισμένος σε πραγματικά γεγονότα, εξέδωσε ο Άντρος Παυλίδης (καταγόμενος από το χωριό αυτό), ογκώδες μυθιστόρημα ακριβώς με τον τίτλο «Κοιλάνι» (Λευκωσία, 2009).

Φώτο Γκάλερι

Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image