Κορύπα

Πήλινο παραδοσιακό δοχείο νερού που κατασκευαζόταν σε πολλά κυπριακά αγγειοπλαστεία. Κατασκευαζόταν από άσπρο πηλό σ' αντίθεση προς αρκετά άλλα δοχεία που κατασκευάζονταν από κόκκινο πηλό (κούζες*, πιθάρκα*, τζ'ιβέρκα* για τα μελίσσια και άλλα).

 

Η κορύπα είχε δυο χερούλια, όπως οι αρχαίοι αμφορείς, και όχι ένα όπως οι βάζοι οι αλειφτοί ή όπως η κουκκουμάρα*. Επίσης η κορύπα δεν ήταν αλειφτή (=εφυαλωμένη). Είχε δυο χερούλια για λόγους πρακτικούς: για να τη στερεώνουν με ειδικό τρόπο και με σχοινί πάνω στα σάματα (=σαμάρια) των γαϊδουριών και των καμήλων, ή στα αμάξια οι στρατηλάτες και στις βάρκες τους οι ψαράδες, σε θέση όρθια για να μη χύνεται το πόσιμο νερό κατά το ταξίδι.  Ήταν επίσης κατασκευασμένη από ειδικό πορώδη πηλό και επειδή δεν ήταν αλειφτή, γινόταν διαπερατή από ελάχιστες ποσότητες νερού. Έτσι, όταν η κορύπα ήταν γεμάτη με νερό, είχε την ιδιότητα να «ιδρώνει» (όπως και η κούζα του νερού). Επειδή ήταν εξωτερικά υγρή, με την εξάτμιση της υγρασίας κρύωνε και διατηρούσε το νερό δροσερό.

 

Σε ένα αγγειοπλαστείο της Αμμοχώστου ένας λαϊκός τεχνίτης κατασκεύαζε θαυμάσιες μικρές κορύπες σε σχήμα ανθρώπινης μορφής, μέχρι και τις αρχές 20ού του αιώνα. Τέτοιες κορύπες χρησιμοποιούνταν για θρησκευτικές κυρίως τελετές, όπως για τη μεταφορά του νερού στο νεκροταφείο για την τελετή της ταφής, οπότε σύμφωνα προς το έθιμο, μετά την ταφή το δοχείο το έσπαζαν πάνω στον τάφο.