Κυβερνήτης

Image

Επί Τουρκοκρατίας, (1570-1878), οι κυβερνήτες της Κύπρου που διορίζονταν από την Πύλη ως ανώτεροι διοικητές του νησιού έφεραν κατά καιρούς διάφορες ονομασίες. Από την αρχή της οθωμανικής κατάκτησης της Κύπρου και μέχρι το 1670 ο ανώτερος αξιωματούχος, ο οποίος εκπροσωπούσε τη σουλτανική εξουσία έφερε τον τίτλο του βεηλέρμπεη ή μπεηλέρμπεη (beğlerbeğ) και υπαγόταν στον μεγάλο βεζύρη. Ο Λαλά Μουσταφάς, ο οποίος κατέλαβε τη Λευκωσία το Σεπτέμβριο του 1570, διόρισε ως πρώτο βεηλέρμπεη της Κύπρου τον Μουζαφέρ πασά, πασά τριών ουρών. Την επόμενη χρονιά, μετά την πτώση της Αμμοχώστου τον Αύγουστο του 1571 και πριν από την αναχώρηση του Λαλά Μουσταφά στις 24.9.1571, διορίστηκε ένας άλλος βεηλέρμπεης, ο Σινάν πασάς.

 

Από το 1670 έως το 1703 και από το 1785 έως το 1839 η Κύπρος ετέθη υπό την εξουσία του καπουδάν* πασά, ο οποίος διόριζε και τον κυβερνήτη της Κύπρου. Ο τελευταίος ήταν γνωστός με τον τίτλο του μουχασίλη (muhassil) ή μουσελλίμη (müsellim). Οι τίτλοι αυτοί είχαν σχέση με το ρόλο και τη δικαιοδοσία των αξιωματούχων αυτών. Ο κυβερνήτης, ως μουχασίλης, ήταν ο ανώτερος αξιωματούχος που ήταν υπεύθυνος για την είσπραξη των κυβερνητικών φόρων, ενώ ως μουσελλίμης ήταν ο έμπιστος εκπρόσωπος του καπουδάν πασά.

 

Κατά την περίοδο 1703-1785 η Κύπρος ήταν χάσι, δηλαδή προσωπικό τιμάριο, του μεγάλου βεζύρη. Από το 1839 μέχρι το τέλος της Τουρκοκρατίας η Κύπρος διοικείται από κυβερνήτες, που έχουν τον τίτλο του mutasarrif, που σημαίνει τον έπαρχο ή διοικητή σαντζακίου. Η Κύπρος ως σαντζάκι υπαγόταν στη διοίκηση του Αρχιπελάγους.

 

Οι Τούρκοι κυβερνήτες διορίζονταν στην Κύπρο για σύντομο διάστημα, ένα ή δύο χρόνια, και εξασφάλιζαν τον διορισμό τους ύστερα από εκμίσθωση και με την πληρωμή μεγάλων χρηματικών ποσών. Κατά τη σύντομη θητεία τους προσπαθούσαν να μαζέψουν όσα πιο πολλά χρήματα μπορούσαν, γι’ αυτό και η αρπακτικότητά τους και η αυθαιρεσία τους εις βάρος των ραγιάδων Ελλήνων, αλλά και των Τούρκων πολλές φορές, προκαλούσε σφοδρές αντιδράσεις, ακόμη και στάσεις και επαναστάσεις και διαβήματα των Κυπρίων αρχιερέων προς την Πύλη. Τα διαβήματα αυτά αποδεικνύονταν πολλές φορές αποτελεσματικά, αλλά ποτέ δεν είχαν διαρκή αποτελέσματα. Πολύ γρήγορα ξανάρχιζε ο φαύλος κύκλος του οθωμανικού διοικητικού συστήματος να προκαλεί νέες πληγές στους ραγιάδες, οι οποίοι ζούσαν σε κατάσταση συνεχούς εξάντλησης και εκμετάλλευσης από τους ισχυρούς κυβερνήτες τους και την κυβερνώσα τάξη. Πολύ λίγοι από τους κυβερνήτες ήσαν καλοί.

 

Η αφαίμαξη του λαού και των προσόδων της Κύπρου από τους Τούρκους κυβερνήτες καταφαίνεται από μερικά μόνον ενδεικτικά παραδείγματα. Ο Mustafa bey, που κυβέρνησε την Κύπρο το 1702, μέσα σ’ ένα χρόνο μάζεψε 500 πουγγιά (250.000 γρόσια) και αναρίθμητα πολύτιμα κοσμήματα. Ο Hagi Seid Mehmet που επανειλημμένα κυβέρνησε την Κύπρο το 19ο αιώνα (1823-26, 1834-38, 1841-42), σχημάτισε μια τεράστια περιουσία, που έφθανε στο αστρονομικό για την εποχή εκείνη ποσό των 40.000.000 γροσιών.

 

Πλήρη κατάλογο των Τούρκων κυβερνητών της Κύπρου δεν έχουμε ακόμη. Μεγάλα ιδίως κενά παρουσιάζονται στις γνώσεις μας για την περίοδο 1571-1702, για την οποία γνωρίζουμε μόνο τους δυο πρώτους (βλ. πιο πάνω) κυβερνήτες. Ο Ν. Γ. Κυριαζής έχει καταρτίσει με βάση τις προξενικές αρχειακές πηγές της Λάρνακας, έναν κατάλογο, που καλύπτει το μεγαλύτερο μέρος της περιόδου 1702-1878 (Κυπριακά Χρονικά, Θ', 1933, σσ. 65-86). Από τον Κυριαζή αναφέρονται οι ακόλουθοι κυβερνήτες της Κύπρου (εκτός από τον Σουλεϋμάν αγά το 1804):

 

1. Τζαφέρ πασάς (1598 – 9)

2. Mustafa bey (1702)

3. Abdullah πασάς (1745)

4. Abu Bekr πασάς (1746-48)

5. Κασίμ αγάς (1759-60)

6. Ali aga (1760)

7. Ατζέμ Αλάγας (1760-61)

8. Chil Osman (1764)

9. Haffuz Mehmet (1764)

10. Suleiman efendi (1766-67)

11. Ismail aga (1771)

12. Alaga (;) (1773)

13. Hagi Abdul Baqi aga (1773)

14. Hussein (Chelebi) aga (1774)

15. Hagi Abdul Baqi aga (1775-83)

16. Ali aga (1790)

17. Hagi Osman aga (1790)

18. Σουλεϋμάν αγάς (1804)

19. Χασάν αγάς (1809)

20. Ahmet πασάς (1808)

21. Kuchuk Mehmet (1820-22)

22. Hagi Imbrahim aga (1822-23)

23. Seid Mehmet πασάς (1823-26)

24. Ali Ruki efendi (1829-30)

25. Halil Said (1831)

26. Seid Mehemet (1833-34)

27. Hagi Seid Mehmet aga (1834-38)

28. Osman πασάς (1838-39)

29. Hassan πασάς (1839-40)

30. Osman πασάς (1840)

31. Tal-at πασάς (1840-41)

32. Hagi Seid Mehmet πασάς (1841-42)

33. Aziz πασάς (1842)

34. Eten πασάς (1843-45)

35. Hagi Darbaz aga (1845)

36. Hassan πασάς (1846)

37. Ismail Adil (1847-48)

38. Abdul Lettif πασάς (1848-49)

39. Eten πασάς (1851-53)

40. Mehmet Chierif πασάς (1853-54)

41. Mehmet Djelal Edin πασάς (1854-55)

42. Osman πασάς (1855-56)

43. Kiani Mehmet πασάς (1856-57)

44. Ishak Haki Hafiz (1858-59)

45. Hairoullah Mohamet (1861-62)

46. Ζία πασάς (1862-63)

47. Halil bey (1863-64)

48. Mehmet Halit (1864-65)

49. El Seid Niman Taib (1865)

50. Ahmet Lettif (1865-66)

51. El Seid Niman Taib (1866-67)

52. Mehmet Said πασάς (1870-71)

53. Aziz πασάς (1871-72)

54. Veis πασάς (1872)

55. Aziz πασάς (1874)

56. Ahmet Bessim πασάς (1878)

 

Επί Αγγλοκρατίας (1878-1960) οι κυβερνήτες της Κύπρου ήσαν οι ανώτεροι πολιτικοί και στρατιωτικοί διοικητές του νησιού. Από το 1878 μέχρι το 1925 έφεραν τον τίτλο του υπάτου αρμοστή (high commissioner) και από την 1.5.1925 οπότε η Κύπρος ανακηρύχθηκε σε αποικία του στέμματος (crown colony), μέχρι το τέλος της Αγγλοκρατίας, τον τίτλο του κυβερνήτη (governor). Πρώτος ύπατος αρμοστής διορίστηκε ο Sir Garnet Wolseley, πρώτος κυβερνήτης ο Sir Malcolm Stevenson και τελευταίος κυβερνήτης ο Sir Hugh Foot. (Πλήρη κατάλογο των Βρετανών υπάτων αρμοστών και κυβερνητών της Κύπρου βλέπε στο λήμμα Αγγλοκρατία).

 

Από την κατάληψη του νησιού τον Ιούλιο του 1878 μέχρι τις 6 Δεκεμβρίου 1880 η Κύπρος υπαγόταν στο υπουργείο Εξωτερικών της Αγγλίας, λόγω των διεθνών προβλημάτων ή περιπλοκών που η αγγλική κυβέρνηση υπολόγιζε ότι θα δημιουργούσε το ιδιότυπο καθεστώς που εγκαθιδρύθηκε με την υπό τύπον προσωρινής κατοχής μεταβίβαση της Κύπρου από τον σουλτάνο στην Αγγλία. Το Δεκέμβριο του 1880 η κυβέρνηση του Gladstone, στην προσπάθειά της να επιλύσει τα οικονομικά προβλήματα και τις αντιδράσεις των Κυπρίων στα αυταρχικά μέτρα της πρώτης αγγλικής διοίκησης στην Κύπρο, υπήγαγε την Κύπρο στη δικαιοδοσία του υπουργείου Αποικιών. Το 1914, όταν η Τουρκία μπήκε στον πόλεμο στο πλευρό των Γερμανών και εναντίον της Αγγλίας, οι Άγγλοι προσάρτησαν την Κύπρο και το 1925 την ανακήρυξαν αποικία του στέμματος.

 

Ως κυβερνήτες της Κύπρου διορίζονταν ανώτεροι ή ανώτατοι αξιωματούχοι της αγγλικής αποικιακής διοίκησης ή στρατιωτικοί. Αρκετοί απ’ αυτούς διέθεταν ικανή διοικητική πείρα και θέληση να αναπτύξουν την Κύπρο οικονομικά και κοινωνικά, αλλά προσέκρουαν πάντοτε στη σκληρή στάση του υπουργείου Αποικιών και του Θησαυροφυλακίου, που δεν ήθελαν με κανένα τρόπο να καταργηθεί ο λεγόμενος υποτελικός φόρος (£92.800 το χρόνο), που απομυζούσε τις κυπριακές προσόδους και περιόριζε σημαντικά τις δυνατότητες του κυπριακού προϋπολογισμού.

 

Η στάση των Άγγλων διοικητών στο ενωτικό ζήτημα ήταν συνήθως άτεγκτη και μονολιθική. Εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων, που πολιτεύθηκαν με κατανόηση, συμπάθεια ή διπλωματικότητα προς τους εθνικούς πόθους των Κυπρίων, σαν εκφραστές της αγγλικής αποικιακής πολιτικής, προσπαθούσαν να παραγνωρίσουν όσο μπορούσαν τους πόθους αυτούς, υπερτονίζοντας την ύπαρξη μουσουλμανικής μειονότητας, προκαλώντας εσωτερικές διαιρέσεις και αντιθέσεις και υποδεικνύοντας τη στρατηγική σημασία της Κύπρου για την εξυπηρέτηση των βρετανικών αποικιακών συμφερόντων.

 

Β. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ

 

Κατά τα Βυζαντινά χρόνια η Κύπρος εκυβερνάτο από δούκες ή κατεπάνω, πολιτικοστρατιωτικούς διοικητές επαρχιών ή θεμάτων της Αυτοκρατορίας, εκ των οποίων οι δούκες ήταν κατά ένα βαθμό ανώτεροι των κατεπάνω. Μεταγενέστερες των Βυζαντινών χρόνων πηγές (Στέφανος Λουζινιανός, αρχιμανδρίτης Κυπριανός κ.α.) ονομάζουν όλους τους Βυζαντινούς κυβερνήτες της Κύπρου δούκες (βλέπε περισσότερα στο λήμμα δούκας, καθώς και στο λήμμα Βυζάντιο και Κύπρος).

 

Κατά την προγενέστερη περίοδο των Ρωμαϊκών χρόνων, η Κύπρος κυβερνούταν από ανθυπάτους (για τους οποίους βλέπε λήμματα ανθύπατος, και Ρώμη και Κύπρος).

 

Κατά τα Ελληνιστικά χρόνια (τέλη 4ου  - μέσα 1ου   π.Χ. αιώνα), μετά την κατάργηση του θεσμού των βασιλείων από τον Πτολεμαίο Α΄ τον Λάγου το 312 π.Χ, το νησί εδιοικείτο από κυβερνήτες που έφεραν τον τίτλο του στρατηγού και άλλους τίτλους, βοηθούνταν δε και από άλλους διοικητικούς και στρατιωτικούς αξιωματούχους (βλέπε λήμματα στρατηγός και Πτολεμαίοι και Κύπρος).

 

Όταν με το τέλος της Φραγκοκρατίας (1478) και την εκχώρηση της Κύπρου από την τελευταία βασίλισσα του νησιού Αικατερίνη Κορνάρο στη Βενετία, καταργήθηκε το μεσαιωνικό βασίλειο της Κύπρου, το νησί εκυβερνάτο, μέχρι και την έναρξη της Τουρκοκρατίας, από αξιωματούχους που διορίζονταν από τη Δημοκρατία της Βενετίας. Ονομάζονταν τοποτηρητές (luogotenente) και διορίζονταν για υπηρεσία 2 χρόνων, ασκούσαν δε την ανώτατη εξουσία στο νησί με βοηθούς δυο συμβούλους. Σε περιόδους έκρυθμου καταστάσεως, οπότε υφίστατο περίπτωση πολέμου, την ανώτατη εξουσία ασκούσαν στην Κύπρο οι γενικοί προβλεπτές ή γενικοί προνοητές (proveditore generale) που στέλλονταν και πάλι από τη Βενετία για υπηρεσία 2 χρόνων (βλέπε λεπτομέρειες στο λήμμα Βενετία και Κύπρος).

Φώτο Γκάλερι

Image