Κυκκώτης Χρυσόστομος

Ηγούμενος του μοναστηριού της Παναγίας του Κύκκου από το 1948 μέχρι το θάνατό του, το 1979. Γεννήθηκε το 1894 στο χωριό Κάτω Ζώδια. Διδάχθηκε τα πρώτα γράμματα στο χωριό του και το 1907 εισήχθη ως δόκιμος στο μοναστήρι του Κύκκου του οποίου ο ηγούμενος Γεράσιμος* ήταν συγγενής του. Το κοσμικό όνομα του Χρυσοστόμου Κυκκώτη ήταν Χριστόδουλος. Δόκιμος ακόμη, κατετάγη εθελοντής στον ελληνικό στρατό, μαζί με άλλους 6 δοκίμους του μοναστηριού, και υπηρέτησε κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών* πολέμων του 1912-13. Τον Οκτώβριο του 1913 επέστρεψε στο μοναστήρι του στην Κύπρο και τον επόμενο χρόνο ενεγράφη στην γ΄ τάξη του Παγκυπρίου Γυμνασίου στη Λευκωσία. Από το Γυμνάσιο αποφοίτησε το 1918 οπότε και χειροτονήθηκε διάκονος.

 

Το 1920 διορίστηκε έφορος του μοναστηριού και το 1922 εστάλη ως υπότροφος του Κύκκου στην Αθήνα για ανώτερες σπουδές. Σπούδασε θεολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών απ’ όπου αποφοίτησε το 1925. Το 1926 επέστρεψε στην Κύπρο όπου επαναδιορίστηκε έφορος του μοναστηριού και διευθυντής της ελληνικής σχολής που λειτουργούσε στον Κύκκο. Το 1932 χειροτονήθηκε πρεσβύτερος. Το Μάρτιο του 1937 εξελέγη πρόεδρος της αδελφότητας και του διοικητικού συμβουλίου του μοναστηριού. (Κατά το διάστημα αυτό, μέχρι το 1948, ο ηγούμενος Κλεόπας* βρισκόταν υπό ποινή αργίας κι επειδή, μετά την εξέγερση του 1931 η Κυπριακή Εκκλησία ήταν ακέφαλη, νέος ηγούμενος δεν εξελέγη, το δε μοναστήρι εδιοικείτο από συμβούλιο˙ ο Κλεόπας εξελέγη το 1948 μητροπολίτης Πάφου). Το 1947 ο Χρυσόστομος εξελέγη ηγούμενος Κύκκου, η χειροτονία του όμως έγινε στις 11.1.1948 επειδή στο μεταξύ είχε πεθάνει ο μόλις προ ολίγου εκλεγείς αρχιεπίσκοπος Λεόντιος* κι έπρεπε να προηγηθεί η εκλογή νέου αρχιεπισκόπου (Μακάριος Β΄) γιατί τους ηγουμένους Κύκκου προχειρίζει και ενθρονίζει ο αρχιεπίσκοπος.

 

Όταν ο Χρυσόστομος ανέλαβε την ηγεσία του μοναστηριού, το χρέος του ανερχόταν στο τεράστιο, για την εποχή, ποσό των 42.000 λιρών, ο δε Κύκκος βρισκόταν σε δεινή οικονομική θέση. Με σειρά μέτρων και με την εφαρμογή άμεσων και μακροχρονίων οικονομικών σχεδίων, ο Χρυσόστομος κατόρθωσε όχι μόνο να εξοφλήσει τα χρέη του μοναστηριού αλλά, τελικά, να το καταστήσει το πλουσιότερο της Κύπρου. Μεταξύ των μέτρων αυτών ήταν η σταδιακή εκποίηση μεγάλου μέρους της αγροτικής περιουσίας του μοναστηριού και η αγορά, προς αντικατάστασή της, αστικής περιουσίας της οποίας η αξία σε λίγα χρόνια πολλαπλασιάστηκε. Τελικά το μοναστήρι είχε και αρκετά χρηματικά περισσεύματα, τα οποία ο Χρυσόστομος δαπάνησε για εθνικούς και πνευματικούς σκοπούς. Αναφέρουμε χαρακτηριστικά: την ανάληψη αρκετών από τις οικονομικές δαπάνες του 4ετούς ένοπλου απελευθερωτικού αγώνα του 1955-59 (κατά τη διάρκεια του οποίου ο Χρυσόστομος συνελήφθη, το δε μοναστήρι κλείσθηκε από τους Άγγλους επειδή τροφοδοτούσε και βοηθούσε με πολλούς τρόπους τους αντάρτες της ΕΟΚΑ, περιλαμβανομένου και του αρχηγού της Γ. Γρίβα - Διγενή)˙ την διάθεση γης, αξίας 250.000 λιρών (τιμή του 1960) και την ανάληψη της δαπάνης για ανέγερση δυο γυμνασίων στη Λευκωσία (Αρρένων Κύκκου και Θηλέων Κύκκου) από 100.000 και 130.000 λίρες. Τα δυο γυμνάσια λειτούργησαν το 1961 (Αρρένων) και το 1964 (Θηλέων)˙ τη διάθεση γης και την ανάληψη της δαπάνης (25.000 λίρες) για την ίδρυση Ιερατικής Σχολής στη Λευκωσία (λειτούργησε το 1950).

 

Ο ηγούμενος Χρυσόστομος ανέπτυξε επίσης πλούσια δραστηριότητα υπέρ του Κυπριακού ζητήματος, υποβοήθησε ουσιαστικά τον απελευθερωτικό αγώνα και ήταν ένας από τους στενότερους συμβούλους του εθνάρχη, και μετέπειτα προέδρου, αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ΄, του οποίου θεωρείται και ο πνευματικός πατέρας (ο Μακάριος Γ΄, που προήλθε από το μοναστήρι του Κύκκου, σπούδασε και μορφώθηκε με την υποστήριξη του ηγουμένου Χρυσοστόμου).

 

Ο Χρυσόστομος έγραψε κι εξέδωσε κι ένα βιβλίο, με τίτλο Ἡ  Ἱερά Βασιλική καί Σταυροπηγιακή Μονή τοῦ Κύκκου (Λευκωσία, 1969).