Κυπριανός αρχιεπίσκοπος

Image

Ο Κυπριανός, αρχιεπίσκοπος Κύπρου από τις 30 Οκτωβρίου του 1810, παρέμεινε στην ιστορία ως ένας από τους γνωστότερους αρχιεπισκόπους της αυτοκέφαλης Εκκλησίας της Κύπρου εξαιτίας του μαρτυρικού δι’ απαγχονισμού θανάτου του στη Λευκωσία στις 9 Ιουλίου του 1821. Είναι επίσης γνωστός από την ανάμειξή του στην προπαρασκευή της ελληνικής επανάστασης του 1821, ως μέλους της Φιλικής Εταιρείας, όπως και για την ίδρυση του Παγκυπρίου Γυμνασίου, του ιστορικότερου και λαμπρότερου των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων της Κύπρου. Ωστόσο υπάρχουν και κάποιες μελανές στιγμές στον βίο του αρχιεπισκόπου Κυπριανού, που φέρει τον τίτλο του εθνομάρτυρα, οι οποίες σχετίζονται με ενέργειές του για εξορία του προκατόχου του, γηραιού αρχιεπισκόπου Χρυσάνθου και τον τρόπο αναρρίχησής του στον αρχιεπισκοπικό θρόνο.

 

Η ζωή του: Ο Κυπριανός γεννήθηκε το 1756 στο χωριό Στρόβολος, όχι μακριά από τη Λευκωσία, σύμφωνα προς τις περισσότερες πηγές, τούτο όμως δεν είναι απόλυτα εξακριβωμένο. Ο πατέρας του Γεώργιος καταγόταν από το Στρόβολο, η δε μητέρα του Μαρία ή Μαριού καταγόταν από το χωριό Καμπιά στο οποίο είχε γίνει και ο γάμος τους. Υπάρχει, έτσι, η πιθανότητα ότι ο Κυπριανός είχε γεννηθεί στα Καμπιά. Στα Καμπιά ο πατέρας του είχε κτηματική περιουσία: Σε νεανική ηλικία εισήλθε ως δόκιμος στο ευρισκόμενο όχι πολύ μακριά από τα Καμπιά μοναστήρι της Παναγίας του Μαχαιρά (απ’ όπου πήρε και το επώνυμο Μαχαιριώτης) στο οποίο υπηρετούσε κι ένας θείος του (από την πλευρά της μητέρας του), ο ιερομόναχος Χαράλαμπος. Στο μοναστήρι του Μαχαιρά, όπου λειτουργούσε και σχολή, διδάχθηκε τα πρώτα γράμματα, το δε 1768 είχε ως δάσκαλό του κι ένα μαθητή του Ευγενίου Βούλγαρη.

 

Το 1769 μετακόμισε από το μοναστήρι του Μαχαιρά στο μετόχι του μοναστηριού στο Στρόβολο, για να βοηθά στις εκεί εργασίες των μοναχών. Ταυτόχρονα κατέβαινε στη Λευκωσία όπου, για τρία χρόνια, φοίτησε στο Ἑλληνομουσεῖον της Αρχιεπισκοπής.

 

Σε ηλικία 25 χρόνων (κατ’ άλλους 27) χειροτονήθηκε διάκονος. Κατά τις αρχές του 1783 εστάλη από τον ηγούμενο Ιωαννίκιο στη Μολδοβλαχία, μαζί με ένα άλλο ιερωμένο, τον αρχιμανδρίτη και οικονόμο του μοναστηριού Χαράλαμπο, με σκοπό τη διενέργεια εράνων υπέρ ενισχύσεως του μοναστηριού τους. Η αποστολή μοναχών στο εξωτερικό για εράνους υπέρ κυπριακών μοναστηριών που βρίσκονταν σε δεινή οικονομική κατάσταση, ήταν σύνηθες φαινόμενο κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, οπότε οι αυθαιρεσίες, οι διώξεις, η απληστία, η βαρύτατη φορολογία και άλλες καταστάσεις συχνά οδηγούσαν τα μοναστήρια στα πρόθυρα της χρεοκοπίας. Η αποστολή των Χαραλάμπους και Κυπριανού στη Μολδοβλαχία καθώς και η αποστολή άλλων ἀδελφῶν ταξιδιωτῶν εἰς πολλάς ἐπαρχίας τοῦ  Ὀθωμανικοῦ Κράτους, πιθανότατα σχετίζεται με οικονομικές δυσκολίες του μοναστηριού που δημιουργήθηκαν κατά την περίοδο της τυραννικής διοίκησης της Κύπρου από τον περιβόητο Χατζημπακκή αγά (1775 - 1783).

 

Από τη Μολδοβλαχία ο αρχιμανδρίτης Χαράλαμπος επέστρεψε στο μοναστήρι του ύστερα από 2 χρόνια. Ο Κυπριανός παρέμεινε εκεί, όπου με υπόδειξη του ηγεμόνα της Βλαχίας Μιχαήλ Σούτσου χειροτονήθηκε ιερομόναχος το 1785 και διορίστηκε εφημέριος στην ηγεμονική εκκλησία του Ιασίου. Επωφελούμενος της παραμονής του στο Ιάσιον (Ρουμανία), φοίτησε σε εκεί ελληνική σχολή παρακολουθώντας ανώτερα μαθήματα. Ο αρχιμανδρίτης Χαράλαμπος εστάλη και πάλι στη Μολδοβλαχία το 1794, μαζί με κάποιον παπά Γρηγόριον, επέστρεψαν δε στην Κύπρο το 1802 μαζί με τον Κυπριανό. Ο τελευταίος επέστρεψε στο μοναστήρι του ύστερα από διαμονή στη Μολδοβλαχία 19 χρόνων, κομίζοντας μαζί του αρκετά αφιερώματα καθώς και τρεις προσωπογραφίες: μια του ιδίου, μια του θείου του Χαραλάμπους και μια του προστάτη του Μιχαήλ Σούτσου. Οι δυο τελευταίες δεν σώζονται, πιθανότατα δε καταστράφηκαν κατά την πυρκαγιά στο μοναστήρι το 1892. Σώζεται η προσωπογραφία του ιδίου του Κυπριανού, διαστάσεων 78X64 εκ., στην οποία εικονίζεται βαθυστόχαστος και με ισχυρή θέληση, κρατώντας μελανοδοχείο στο αριστερό χέρι που ακουμπά σε κλειστό βιβλίο, ενώ με το δεξί γράφει σε ένα φύλλο: Γνώρισόν μοι Κύριε τό πέρας μου καί τόν ἀριθμόν τῶν ἡμερῶν μου τίς ἐστιν; ἳνα γνῷ τί ὑστερῶ  ἐγῶ.

 

Αφού, μετά την επιστροφή του στην Κύπρο, ο Κυπριανός παρέμεινε για σύντομο μόνο διάστημα στο μοναστήρι του Μαχαιρά, επανήλθε στη συνέχεια στο Στρόβολο, στο εκεί μετόχι του μοναστηριού του, του οποίου ανέλαβε τη διεύθυνση. Στο Στρόβολο, όπου φαίνεται διέμεναν και αρκετοί συγγενείς του από την πλευρά του πατέρα του, ο Κυπριανός απέκτησε σύντομα καλή φήμη, ιδίως ύστερα από ενέργειες του υπέρ της κοινότητας, όπως η εξασφάλιση και μεταφορά άφθονου νερού.

 

Ικανός αλλά και μορφωμένος, αποφασιστικός και δυναμικός, προικισμένος με γνώσεις και διπλωματικότητα, ο Κυπριανός διαμένοντας στο Στρόβολο, είχε αμεσότερη επαφή με την πρωτεύουσα Λευκωσία και την ίδια την Αρχιεπισκοπή, στην οποία λίγο αργότερα προσελήφθη ως οικονόμος. Από τη θέση αυτή, κοντά στον τότε αρχιεπίσκοπο Χρύσανθο και το δραγομάνο Χατζηγεωργάκη Κορνέσιο, ο Κυπριανός σύντομα απέδειξε τις ικανότητές του, ιδίως την διπλωματικότητά του που φαίνεται ότι είχε ασκήσει στη Μολδοβλαχία: Ήταν, στην ουσία, αυτός που χειρίστηκε τη δύσκολη κατάσταση κατά και μετά την εξέγερση του 1804.  

 

Φώτο Γκάλερι

Image
Image