Λητάριν

Πληθυντ. λητάρκα (τα). Περιλαίμιον. Η λέξη αυτή της κυπριακής διαλέκτου έχει (όπως και πολλές άλλες) αρχαία ελληνική προέλευση: ειλητάριον, που σημαίνει είδος περγαμηνής αλλά και περιτύλιγμα, περικάλυμμα (και ειλητός- ο περιτυλιγμένος από το ρήμα ειλέω = στέφω, περιτυλίγω).

 

Τα λητάρκα ήσαν κοσμήματα, περιδέραια, η λέξη όμως είχε χρησιμοποιηθεί ευρύτερα για να υποδηλώνει ειδικότερα τα περιλαίμια των σκυλιών που κατά τα Μεσαιωνικά χρόνια ήσαν ακόμη και διακοσμημένα με πολύτιμους λίθους ή χρυσά κι αργυρά στολίδια (βασικά τα περιλαίμια των κυνηγετικών σκυλιών των βασιλιάδων, των πριγκίπων και των ευγενών).

 

Σε καμιά περίπτωση όμως δεν χρησιμοποιείται η λέξη λητάριν - λητάρκα για περιλαίμια άλλων ζώων, όπως λ.χ. των προβάτων στα οποία κρέμαζαν κουδούνια.

 

Πρβλ. κι αναφορές σε μεσαιωνικά τραγούδια, όπως στον «Μικροκωνσταντίνον»:

 

... Τζ'αι βάλλει τα μερτσ'άνια της κουδούνια των σφαχτών της

τζ'αί βάλλει τα βρασ'όλια της λητάρκα των σσ'υλλιών της...

 

Και πιο κάτω στο ίδιο τραγούδι:

... Βρε πκοιού 'ναι τούν' τα πρόβατα τά γρυσοκουδουνάτα,

τζ'αί πκοιού ναι τούτα τα σσ'υλλιά τά γρυσοληταράτα...