Λακατάμια

Image

Ονομασία δυο γειτονικών χωριών της επαρχίας Λευκωσίας, ενωμένων σήμερα μεταξύ τους, που διακρίνονταν σε Κάτω Λακατάμια και σε Πάνω Λακατάμια.Η Λακατάμια είναι σήμερα ένας από τους επτά δήμους της μείζονος Λευκωσίας. Μέχρι το 1979 η Κάτω και Πάνω Λακατάμια ήταν Χωριτικές Αρχές και από το 1979-1986 Συμβούλια Βελτιώσεως.

 

Aνακηρύχθηκαν σε Δήμο τις 23 Φεβρουαρίου 1986 ύστερα από δημοψήφισμα κατά το οποίο 86% των κατοίκων είχαν δώσει θετική ψήφο.

 

Η Λακατάμια βρίσκεται στη Ν.Δ. περίμετρο της μείζονος Λευκωσίας με κύριο φυσικό χαρακτηριστικό τον ποταμό Πεδιαίο (Πηδιά) που διατρέχει τη γη της σε μήκος 5 χιλιομέτρων. Η άγονη λοφώδης περιοχή δυτικά του Πεδιαίου, με ανώτατο υψόμετρο 280 μ., ήταν για αιώνες βοσκότοποι και κριθαροχώραφα. Σήμερα αυτή η περιοχή είναι δομημένη στο μεγαλύτερό της μέρος και αποτελεί την ενορία Αρχαγγέλου-Ανθούπολης καθώς και τον προσφυγικό συνοικισμό Ανθούπολης.

 

Βορειότερα, στη δυτική όχθη του ποταμού, εκτείνεται εύφορη προσχωσιγενής κοιλάδα, μέχρι πριν από 35 χρόνια το τσιφλίκι του Αρχαγγέλου, σήμερα δομημένη περιοχή του Αρχαγγέλου όπου και το ομώνυμο Βυζαντινό μοναστήρι.

 

Το μεγαλύτερο μέρος της περιοχής της Λακατάμιας εκτείνεται ανατολικά του Πεδιαίου σε ένα επίπεδο τοπίο με υψόμετρο περί τα 200 ως 250 μ. Σε αυτή την περιοχή ήταν κτισμένοι οι παλαιοί αγροτικοί οικισμοί της Λακατάμιας, η Πάνω Λακατάμια, η Κάτω Λακατάμια, και ο Κουλουράτος, των οποίων οι ιστορικοί πυρήνες σώζονται ακόμα με πλίνθινα σπίτια κολλητά το ένα στο άλλο γύρω από τους ναούς του Αγίου Νικολάου, της Αγίας Παρασκευής και της Παναγίας της Χρυσοκουλουριώτισσας αντίστοιχα.

 

Αυτή η περιοχή κατά μήκος του ποταμού και σε πλάτος πέραν του ενός χιλιομέτρου, ήταν αρδεύσιμη μέχρι τα μέσα του 20ού αιώνα με νερό από τον ποταμό τη χειμερινή περίοδο, με αλακάτια, με λαγούμια και με επιφανειακό νερό από τη «μαυρόβρυση» τη θερινή περίοδο. Αυτή η περιοχή ήταν για αιώνες ο λαχανόκηπος και οπωρόκηπος της Λευκωσίας. Ανατολικότερα, όπου πιο λίγο το νερό και περιορισμένες οι δυνατότητες άρδευσης, όση γη δεν έχει δομηθεί είναι μέχρι σήμερα δοσμένη στην καλλιέργεια δημητριακών, κυρίως κριθαριού.

 

Λακατάμια Κάτω:  Πριν από την ενοποίησή της με την Πάνω Λακατάμια ήταν μεγάλο αμιγές ελληνικό χωριό της επαρχίας Λευκωσίας, περί τα 8 χμ. νοτιοδυτικά της πόλης της Λευκωσίας.

 

Η Κάτω Λακατάμια είναι κτισμένη σε μέσο υψόμετρο 220 μέτρων. Στο δυτικό τμήμα του χωριού το υψόμετρο ανεβαίνει στα 259 μέτρα (κορφή Χάλες). Εξάλλου περί το 1 χμ. δυτικά του χωριού ρέει ο ποταμός Πεδιαίος.

 

Από γεωλογικής απόψεως, στη διοικητική έκταση του χωριού κυριαρχούν οι πρόσφατες αλλουβιακές αποθέσεις της Ολόκαινης γεωλογικής περιόδου που εναπετέθησαν στην περιοχή από τον ποταμό Πεδιαίο. Σε μικρότερη έκταση απαντώνται επίσης οι άμμοι, τα χαλίκια και οι άργιλλοι της Πλειστόκαινης περιόδου, οι αποθέσεις του σχηματισμού Αθαλάσσας (ασβεστολιθικοί ψαμμίτες, άμμοι και αμμώδεις μάργες) και οι αποθέσεις του σχηματισμού Λευκωσίας (ασβεστολιθικοί ψαμμίτες, άμμοι, χαλίκια, μάργες, αμμώδεις μάργες και μαργαϊκοί ασβεστόλιθοι). Πάνω στα πετρώματα αυτά αναπτύχθηκαν προσχωσιγενή εδάφη και ερυθρογαίες.

 

Η Κάτω Λακατάμια δέχεται μια μέση ετήσια βροχόπτωση περί τα 330 χιλιοστόμετρα. Στην περιοχή της εκαλλιεργούντο τα σιτηρά (κυρίως κριθάρι), τα νομευτικά φυτά, τα αμπέλια (οινοποιήσιμες και επιτραπέζιες  ποικιλίες), τα εσπεριδοειδή, οι αμυγδαλιές, οι ελιές, τα λαχανικά (κυρίως πατάτες), τα φρουτόδεντρα και λίγα όσπρια. Στις προσχωσιγενείς αποθέσεις της Κάτω Λακατάμιας υπάρχει σε μικρό βάθος άφθονο νερό. Στην περιοχή έχουν ανορυχθεί αρκετές γεωτρήσεις που μαζί με τη χρησιμοποίηση των νερών του Πεδιαίου συνέβαλαν στην επέκταση των αρδευόμενων εκτάσεων. 

 

Μια άλλη σημαντική οικονομική δραστηριότητα του χωριού ήταν η βιομηχανική. Το 1982 υπήρχαν 24 βιομηχανικές μονάδες (19 μεγάλες και 5 μικρές) με 19 είδη βιομηχανίας. Τα κυριότερα είδη βιομηχανίας που αναπτύχθηκαν στην Κάτω Λακατάμια ήταν η παστερίωση και εμφιάλωση γάλακτος, η κατασκευή γιαουρτιού, η αρτοποιεία, η ζαχαροπλαστική, οι ζωοτροφές και πτηνοτροφές, η ραφή ανδρικών και γυναικείων ενδυμάτων, η υποκαμισοποιία, η κατασκευή βαλιτσών, η κατασκευή πορτοπαραθύρων και άλλων κατασκευών από αλουμίνιο, η υποδηματοποιία, η βιομηχανία ξύλου, η κιβωτιοποιία και βαρελοποιία, η κατασκευή ξύλινων επίπλων, τα απορρυπαντικά, η βιομηχανία προϊόντων από ελαστικό, τα πλαστικά είδη, η κατασκευή συσσωρευτών, και η επισκευή αυτοκινήτων και γεωργικών μηχανημάτων.

 

Η γειτνίαση του χωριού με τη Λευκωσία είχε ως αποτέλεσμα την αλματώδη πληθυσμιακή του ανάπτυξη. Σύμφωνα με τα υπάρχοντα στοιχεία, οι πλήρεις απογραφές πληθυσμού έχουν ως ακολούθως:

 

Χρονολογία Κάτοικοι
1881 355 
1891 414 
1901 460 
1911 517 
1921 604 
1931 685 
1946 940 
1960 1.133 
1973 1.824 
1976 3.486 
1982 8.591 
1992 20.932 
2001 28.477 

 

Από την απογραφή πληθυσμού του 1992 κ.ε., δεδομένου ότι η Πάνω και Κάτω Λακατάμια ενοποιήθηκαν και ανακηρύχθηκαν σε δήμο (1986), ο πληθυσμός συνυπολογίζεται.

 

Οι πληθυσμιακές αυξήσεις μετά το 1973 οφείλονται, σε μεγάλο βαθμό, στην εγκατάσταση μεγάλου αριθμού Ελληνοκυπρίων προσφύγων. Στην Κάτω Λακατάμια δημιουργήθηκαν 3 κυβερνητικοί οικισμοί στέγασης προσφύγων. Οι οικισμοί αυτοί είναι ο οικισμός Αγίου Μάμα, ο οικισμός Αρχαγγέλου Μιχαήλ και ο οικισμός Γεράνι. Ένα μεγάλο μέρος του οικονομικά ενεργού πληθυσμού διακινείται για εργοδότηση προς τη Λευκωσία.

 

Στη διοικητική έκταση της Κάτω Λακατάμιας περιλαμβανόταν και μέρος των ενοριών Αρχαγγέλου* και Ανθούπολης*. Συγκεκριμένα στα διοικητικά όρια της Κάτω Λακατάμιας βρισκόταν το νότιο τμήμα της ενορίας του Αρχαγγέλου και το βόρειο τμήμα της ενορίας Ανθούπολης. Οι ενορίες αυτές είναι νέες και αναπτύχθηκαν από ιδιωτικούς διαχωρισμούς. Η προτίμηση για επενδύσεις και εγκατάσταση στις ενορίες αυτές ήταν το αποτέλεσμα της σχετικά χαμηλής τιμής της γης σε συνδυασμό με τη μικρή απόστασή τους από το αστικό κέντρο της Λευκωσίας και τους παραδοσιακούς χώρους εργασίας. Η ανάπτυξη των ενοριών Αρχαγγέλου και Ανθούπολης επιταχύνθηκε μετά την τουρκική εισβολή του 1974 με την εγκατάσταση σ' αυτές μεγάλου αριθμού Ελληνοκυπρίων προσφύγων, που προέρχονται από διάφορες περιοχές του τουρκοκρατούμενου τμήματος του νησιού. Στην Κάτω Λακατάμια κτίστηκε και νεότερη μεγάλη εκκλησία αφιερωμένη στην αγία Παρασκευή.

 

Λακατάμια Πάνω:  Μεγάλο αμιγές ελληνικό χωριό της επαρχίας Λευκωσίας, περί τα 9,5 χμ. νοτιοδυτικά της πόλης της Λευκωσίας.

 

Η Πάνω Λακατάμια είναι κτισμένη κοντά στην ανατολική όχθη του ρυακιού Αργάκι του Νομικού, σε μέσο υψόμετρο 235 μέτρων. Το τοπίο του χωριού είναι διαμελισμένο από τον ποταμό Πεδιαίο, που ρέει στα δυτικά του οικισμού, και τους μικρούς παραπόταμους του Αργάκι του Νομικού και Αργάκι της Μάντισσας.

 

Από γεωλογικής απόψεως, στη διοικητική έκταση του χωριού κυριαρχούν οι άμμοι, τα χαλίκια και οι άργιλλοι της Πλειστόκαινης περιόδου, οι αποθέσεις του σχηματισμού Λευκωσίας (ασβεστολιθικοί ψαμμίτες, άμμοι, χαλίκια, μάργες, αμμώδεις μάργες και μαργαϊκοί ασβεστόλιθοι) και οι πρόσφατες αλλουβιακές αποθέσεις της Ολόκαινης περιόδου. Πάνω στα πετρώματα αυτά αναπτύχθηκαν προσχωσιγενή εδάφη και ερυθρογαίες.

 

Η Πάνω Λακατάμια δέχεται μια μέση ετήσια βροχόπτωση περί τα 330 χιλιοστόμετρα. Στην περιοχή του χωριού εκαλλιεργούντο σιτηρά (κυρίως κριθάρι),  νομευτικά φυτά, εσπεριδοειδή, αμπέλια, φρουτόδεντρα, λαχανικά και λίγες χαρουπιές. Στα προσχωσιγενή εδάφη της Πάνω Λακατάμιας και ιδιαίτερα κοντά στην κοίτη του ποταμού Πεδιαίου, ανορύχθηκαν αρκετές γεωτρήσεις η αξιοποίηση των οποίων συνέβαλε στην επέκταση των αρδευόμενων εκτάσεων. Αρκετά ανεπτυγμένη ήταν και η κτηνοτροφία.

 

Εκτός από τη γεωργία και τη κτηνοτροφία, μικρός αριθμός κατοίκων του χωριού εργοδοτείτο στις τοπικές βιομηχανίες που είχαν δημιουργηθεί. Σύμφωνα με την Απογραφή Βιομηχανίας του 1982, υπήρχαν στο χωριό 6 βιομηχανικές μονάδες (3 μεγάλες και 3 μικρές) με 6 είδη βιομηχανίας. Τα είδη βιομηχανίας που αναπτύχθηκαν στην Πάνω Λακατάμια ήταν η κατασκευή γιαουρτιού, η ελαιουργία, η κατασκευή βαλιτσών, η υποδηματοποιία, η κατασκευή μωσαϊκών και η κατασκευή πορτοπαραθύρων. Επίσης στο χωριό ήταν ανεπτυγμένη και η καλαθοπλεκτική. Οι κάτοικοι του χωριού που δεν απασχολούνταν στη γεωργία, την κτηνοτροφία και τις τοπικές βιομηχανίες, διακινούνταν για εργοδότηση προς τη Λευκωσία.

 

Η Πάνω Λακατάμια, λόγω κυρίως της γειτνίασής της με το δυναμικό αστικό κέντρο της Λευκωσίας, γνώρισε συνεχή πληθυσμιακή αύξηση. Σύμφωνα με τα υπάρχοντα στοιχεία, οι πλήρεις απογραφές πληθυσμού έχουν ως ακολούθως:

 

Χρονολογία Κάτοικοι
1881 244 
1891 260 
1901 287 
1911 314 
1921 407 
1931 445 
1946 597 
1960 929 
1973 1.130 
1976 1.466 
1982 7.171 
1992 20.932 
2001 28.477 

 

Από την απογραφή πληθυσμού του 1992 κ.ε., δεδομένου του γεγονότος ότι η Πάνω και Κάτω Λακατάμια ανακηρύχθηκαν σε δήμο (1986), ο πληθυσμός συνυπολογίζεται.

 

Στα δυτικά του χωριού και μέσα στα διοικητικά του όρια   δημιουργήθηκε μεγάλος κυβερνητικός οικισμός στέγασης προσφύγων (οικισμός Ανθούπολης). Οι πρόσφυγες που εγκαταστάθηκαν στον μεγάλο προσφυγικό οικισμό Ανθούπολης προέρχονται από διάφορες περιοχές του τουρκοκρατούμενου τμήματος του νησιού.

 

Η Πάνω Λακατάμια αποτελείτο από δυο ενορίες: Την ενορία του Αγίου Νικολάου που περιλάμβανε τον οικισμό γύρω από την εκκλησία του Αγίου Νικολάου, και την ενορία της Ανθούπολης η οποία περιλάμβανε κυρίως τον κυβερνητικό προσφυγικό οικισμό Ανθούπολης.

 

Ο διαχωρισμός σε Πάνω και σε Κάτω Λακατάμια έγινε κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας. Μέχρι και την περίοδο της Βενετοκρατίας το χωριό σημειώνεται σε τρεις χάρτες του 16ου αιώνα (του Matheo Pagano το 1538, του Giovanni Francesco Pamocio το 1566 και του Abraham Ortelius το 1570) ως ένα, κι όχι στην ορθή θέση. Σημειώνεται δε ως Chilocatamia.

 

Η Λακατάμια, χωρίς διαχωρισμό σε Κάτω και Πάνω, απαντάται και σε παλαιότερες πηγές. Κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας ήταν φέουδο κι αναφέρεται από τον μεσαιωνικό χρονογράφο Γεώργιο Βουστρώνιο ότι παραχωρήθηκε το 1436 από τον βασιλιά της Κύπρου Ιωάννη Β' στην κόρη του Καρλόττα, αργότερα βασίλισσα της Κύπρου. Πιο πριν φαίνεται ότι η Λακατάμια ανήκε στον Πέτρο Λουζινιανό, κόμη της Τριπόλεως και νονό της Καρλόττας. Γράφει ο Βουστρώνιος: ...  ποῖος κούντης [=κόμης]   ἧτον υἱός τοῦ ρέ Τζάκ [=βασιλιά Ιακώβου Α'], ἀδελφός τοῦ ρέ Τζένιου [=βασιλιά Ιανού], καί θεῖος τοῦ  ἄνωθεν ρέ Τζουάνη [=βασιλιά Ιωάννη], καί   ἄνωθεν κούντης ἐβαπτίσεν τήν ἄνωθεν Τζαρλότταν καί ἐχάρισέν της τήν Λακαταμίαν...

 

Φαίνεται ότι πάντοτε, κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας, η Λακατάμια ανήκε σε μέλη της οικογένειας των Λουζινιανών βασιλιάδων της Κύπρου. Κατά δε την περίοδο της Βενετοκρατίας υπήρχε στην ίδια περιοχή στρατόπεδο του βενετσιάνικου στρατού.

 

Χωρίς διαχωρισμό σε Πάνω και Κάτω, αναφέρει τη Λακατάμια κι ο Αθανάσιος Σακελλάριος (Τα Κυπριακά, Α', 1890), γράφοντας μόνο ότι:... τοῦ  Στροβίλου δέ ὑπέρ  τήν μίαν ὥραν πρός νότον κεῖται ἡ κώμη Λακατάμια, ἔχουσα 610 κατοίκους.

 

Η ονομασία του χωριού παραπέμπει σε πιθανή αρχαιότατη κατοίκηση στην περιοχή του, και σε σχέσεις προς τη Λακεδαιμονία της Πελοποννήσου (συνεπώς και με τον ελληνικό αποικισμό της Κύπρου κατά τον 13ο/12ο π.Χ. αιώνα), εάν αποδεχθούμε ως ορθή την πιθανότητα ότι η ονομασία Λακατάμια αποτελεί παραφθορά κατά τους χρόνους της Φραγκοκρατίας της αρχικής ονομασίας Λακεδαίμων. Δυο αρχαίοι συγγραφείς, ο Στέφανος Βυζάντιος και ο Ευστάθιος, μνημονεύουν την ύπαρξη, στην αρχαία Κύπρο, μιας πόλεως που ονομαζόταν Λακεδαίμων. Ο Βυζάντιος δίνει και την πληροφορία ότι αυτή ήταν μεσόγειος, βρισκόταν δηλαδή στο εσωτερικό του νησιού κι όχι στα παράλια. Η πόλη αυτή της Κύπρου, που έφερε το ίδιο όνομα με την ένδοξη Λακεδαίμονα της Πελοποννήσου (την αρχαία Σπάρτη) δεν φαίνεται να ήταν σημαντική, πιθανώς δε βρισκόταν στην περιοχή όπου σήμερα βρίσκεται η Λακατάμια (βλέπε και λήμμα Λακεδαίμων, πιο κάτω). Δεν έχουμε πάντως, μέχρι σήμερα, επαρκείς αρχαιολογικές/ ανασκαφικές πληροφορίες για να θεωρήσουμε βέβαιη την υπόθεση ότι στην περιοχή της Λακατάμιας υφίστατο η αρχαία πόλη Λακεδαίμων.

 

Μια άλλη ερμηνεία για την καταγωγή του ονόματος της Λακατάμιας συνδέεται με τα πολλά αλακάτια που για αιώνες ήταν μέρος της αγροτικής ζωής της περιοχής(Αλακατιμία). Καθώς ήταν πλούσια σε υπόγεια (σε μικρό βάθος) νερά η περιοχή, τα αλακάτια ήταν ο μοναδικός τρόπος άντλησης για την άρδευση κατά τους θερινούς μήνες. Μέχρι το 1945 ήταν καταγραμμένοι περίπου 80 τέτοιοι αλακατόλακκοι που αντλούσαν από βάθος μέχρι 30 πόδια. Το χειροκίνητο αλακάτι ήταν επίσης ευρύτατα διαδεδομένο στους λάκκους που σχεδόν όλοι οι κάτοικοι του χωριού είχαν στα σπίτια τους για να αντλούν νερό για οικιακή χρήση. Αυτό το χειροκίνητο αλακάτι υιοθετήθηκε και ως το έμβλημα της Λακατάμιας όταν ανακηρύχθηκε σε δήμο.

 

Κατάλοιπα των παλαιών πυρήνων των δυο οικισμών (σπίτια και μαντρότοιχοι από πλινθάρι), διατηρούνται ακόμη. Γέφυρα με το παρελθόν αποτελεί το τσιφλίκι του Κκιόρογλου, πλούσιου Τούρκου, στην περιοχή Κουλλουράτου (κατά μήκος του ποταμού Πεδιαίου, μεταξύ Πάνω και Κάτω Λακατάμιας), που είχε δημιουργηθεί στα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Αργότερα πέρασε σε ελληνικά χέρια και υφίστατο ως τσιφλίκι μέχρι και τη δεκαετία του 1930. Σήμερα μεγάλο τμήμα του χωρίστηκε σε οικόπεδα στα οποία κτίστηκαν αρκετά σπίτια. Ο Ν. Κληρίδης (Χωριά και Πολιτείες της Κύπρου, 1961, σ. 130) δίνει την πληροφορία ότι στην περιοχή αυτή υφίστατο κάποτε μικρός οικισμός με την ονομασία Κουλλουράτος, κατάλοιπα του οποίου είναι οι δυο εκκλησίες που σώζονται, της Παναγίας και του Αγίου Γεωργίου.

 

Στην όχθη του ποταμού Πεδιαίου λειτουργούσαν δυο νερόμυλοι κατά τον 19ο αιώνα. Στα λιμνάζοντα νερά του ποταμού φύτρωναν πολλά βούρλα, από τα οποία οι κάτοικοι έπλεκαν καλάθια κι άλλα είδη καλαθοπλεκτικής, για τα οποία και φημίζονταν.

 

Το μικρό αεροδρόμιο, στ' ανατολικά της Λακατάμιας, είχε δημιουργηθεί από τους Βρετανούς στα χρόνια του δευτέρου Παγκοσμίου πολέμου και εχρησιμοποιείτο κυρίως για εκπαιδευτικούς σκοπούς. Σήμερα ο μικρός δίαυλος, αρκετά παραμελημένος, δεν διαθέτει πλήρεις εγκαταστάσεις αεροδρομίου, ούτε φωτισμό, γι' αυτό χρησιμοποιείται μόνο κατά τη διάρκεια της ημέρας από μικρά αεροπλάνα, κυρίως της Αερολέσχης Κύπρου. Στην ίδια περιοχή βρίσκονται και οι ραδιοθάλαμοι του Βρετανικού Στρατιωτικού Ραδιοφωνικού Σταθμού (B.F.B.S.).

 

Στην περιοχή Λακατάμιας υπάρχει και στρατιωτικό κοιμητήριο. Εκεί είχαν ταφεί πολλοί από τους πεσόντες κατά τη διάρκεια της τουρκικής εισβολής του καλοκαιριού του 1974.

 

Οι εκκλησίες της περιοχής (Αγία Παρασκευή, Άγιος Νικόλαος, Άγιος Γεώργιος Κουλλουράτος και Παναγία Χρυσοκουλλουριώτισσα στις όχθες του ποταμού Πεδιαίου), δεν έχουν αρχαιολογική αξία. Όμως στην περιοχή εμπίπτει και το σημαντικό μοναστήρι του Αρχαγγέλου, για το οποίο βλέπε χωριστό λήμμα Αρχαγγέλου μοναστήρια.

 

Δεν υπάρχουν πληροφορίες για την ύπαρξη σχολείων ή για διδαχή των γραμμάτων στη Λακατάμια πριν από την αγγλική κατοχή της Κύπρου.

 

Λακατάμιας Δήμος: Μετά την ανακήρυξή της σε δήμο, η Λακατάμια διαιρέθηκε διοικητικά σε τέσσερις ενορίες με αντίστοιχους κοινοτάρχες. Οι ενορίες αυτές είναι: Αγίας Παρασκευής, Αγίου Νικολάου, Αγίου Μάμαντος και Αρχαγγέλου – Ανθούπολης. Τα δημοτικά όριατης Λακατάμιας έχουν καθοριστεί με την ανακήρυξή της σε Δήμο. Σήμερα (2009) η Λακατάμια έχει πληθυσμό περίπου 40.000 κατοίκους και έκταση 29 τετραγωνικά χιλιόμετρα. Η Λακατάμια συνορεύει με τους Δήμους Στροβόλου, Λατσιών και Έγκωμης, το Τσέρι, τη Δευτερά, τους Αγίους Τριμιθιάς και το Παλιομέτοχο.

 

Η Λακατάμια είναι σήμερα κατεξοχήν οικιστική περιοχή και μεγάλο μέρος του πληθυσμού της εργάζεται στη Λευκωσία ή στις βιομηχανικές περιοχές έξω από τα όρια της πόλης.

 

Η όλη περιοχή γνώρισε, ιδίως κατά τις δύο τελευταίες δεκαετίες του 20ού αιώνα και εξής, μεγάλη και ραγδαία ανάπτυξη και οικοδομικό οργασμό. Δημιουργήθηκαν διάφορες νέες γειτονιές με νεόκτιστες οικοδομές, κατασκευάστηκαν και νέοι περιφερειακοί δρόμοι, λειτούργησαν πολλά καταστήματα και εμπορικά κέντρα, ενώ στην περιοχή, λόγω γειτνίασης προς το αστικό κέντρο της Λευκωσίας, υπάρχουν και αρκετές μονάδες παροχής υπηρεσιών, καθώς και εργαστήρια.

 

Η ανάπτυξη οικονομικής δραστηριότητας στη Λακατάμια ακολουθεί την αύξηση του πληθυσμού. Παρατηρείται όμως σαφής διαφοροποίηση σε βασικούς τομείς της οικονομικής δραστηριότητας. Στο πρώτο μισό του 20ού αιώνα πραγματοποιείται η μετάβαση από την αγροτική στην αστική κοινωνία με σοβαρή υποχώρηση του γεωργικού επαγγέλματος έναντι των εργατών και των τεχνιτών.

 

Τις δεκαετίες του 1970 και 1980 αυξήθηκε σημαντικά ο τομέας της μεταποίησης, με εργαστήρια και μικρά εργοστάσια κυρίως ένδυσης και υπόδησης. Ο τομέας αυτός άρχισε να υποχωρεί κατά τη δεκαετία του ‘90, στο πλαίσιο ευρύτερης κρίσης που παρατηρήθηκε σε όλα τα αστικά κέντρα, καθώς η δεκαετία αυτή σημαδεύθηκε με τη μετάβαση από τη βιομηχανική στη μεταβιομηχανική ή εποχή των υπηρεσιών.

 

Από τον αριθμό των επιχειρήσεων σε σχέση με τον αριθμό των απασχολουμένων κατά κλάδο, φαίνεται ότι, σε όλους τους τομείς οικονομικής δραστηριότητας, η Λακατάμια είναι χώρος των μικρών επιχειρήσεων. Παρά το γεγονός ότι οι μικρές επιχειρήσεις αποτελούν τον κανόνα για τη Λακατάμια, υπάρχει και ένας μικρός αριθμός σχετικά μεγάλων οικονομικών μονάδων.

 

Το πρώτο μεγάλο έργο που αποφασίστηκε και σχεδιάστηκε αφότου η Λακατάμια έγινε Δήμος ήταν το Δημοτικό Αμφιθέατρο το οποίο εγκαινιάστηκε το 1994 και είναι χωρητικότητας 2.000 θεατών. Κάτω από τις κερκίδες του Αμφιθεάτρου, λειτουργεί η Δημοτική Αίθουσα Εκθέσεων (Πινακοθήκη).

 

Έχουν επίσης κατασκευαστεί Στάδιο για τη διεξαγωγή ποδοσφαιρικών αγώνων, στίβος και εγκαταστάσεις για τη διεξαγωγή αγώνων στίβου και κλασσικού αθλητισμού, κολυμβητήριο με πισίνα για το κοινό και χωριστή πισίνα για τη διεξαγωγή αγώνων κολύμβησης.

 

Στον Δήμο Λακατάμιας λειτουργούν τέσσερα δημόσια νηπιαγωγεία, οκτώ δημοτικά σχολεία (περιλαμβανομένου δημοτικού σχολείου Μαρωνιτών), δύο Γυμνάσια και ένα Λύκειο.

 

Στη Λακατάμια υπάρχουν οι ακόλουθες εννιά εκκλησίες: Αγίου Νικολάου, Αγίας Παρασκευής, Αρχαγγέλου Μιχαήλ, Παναγίας Χρυσοκουλουριώτισσας, Αγίου Μάμαντος, Αγίου Νεοφύτου, Αγίου Παντελεήμονα, Αγίου Ιωάννη του Χρυσοστόμου και Αγίου Μάρωνα.

 

Πρόσφατα, η Μόνιμος Κυπριακή Επιτροπή Τυποποιήσεως Γεωγραφικών Ονομάτων υιοθέτησε τη γραφή Λακατάμεια αντί της Λακατάμιας, ως την επίσημη γραφή του ονόματός της.

Φώτο Γκάλερι

Image
Image
Image
Image
Image
Image