Μαθικολώνη

Image

Αμιγές ελληνικό χωριό της επαρχίας Λεμεσού, περί τα 16 χιλιόμετρα (μέσω Φασούλας) βόρεια της πόλης της Λεμεσού.

 

Η Μαθικολώνη είναι κτισμένη σε μέσο υψόμετρο 360 μέτρων. Στο βόρειο τμήμα του χωριού, στην περιοχή του δάσους της Λεμεσού, το ανάγλυφο είναι βουνίσιο και το υψόμετρο φθάνει τα 800 μέτρα. Εξάλλου το τοπίο στα ανατολικά και βόρεια του οικισμού είναι διαμελισμένο από το ποτάμιο δίκτυο του αργακιού του Μοναστηριού, παραπόταμου του ποταμού της Γερμασόγειας.

 

Από γεωλογικής απόψεως, στη διοικητική έκταση του χωριού απαντάται μια μεγάλη ποικιλία γεωλογικών αποθέσεων, ιζηματογενούς και πυριγενούς προελεύσεως. Τα κυριότερα πετρώματα που απαντώνται είναι οι άργιλλοι του σχηματισμού Μονής, οι αποθέσεις του σχηματισμού Πάχνας (εναλλασσόμενες στρώσεις κιμωλιών, μαργών και ψαμμιτών), οι αποθέσεις του σχηματισμού Λευκάρων (κιμωλίες, μάργες και κερατόλιθοι), οι πρόσφατες αλλουβιακές αποθέσεις της Ολόκαινης γεωλογικής περιόδου και διάφορα πυριγενή πετρώματα, κυρίως λάβες, γάββροι, διαβάσες, βερλίτες, πλαγιογρανίτες και σερπεντινίτες. Πάνω στα πετρώματα αυτά αναπτύχθηκαν ασβεστούχα εδάφη, φαιοχώματα και πυριτιούχα εδάφη.

 

Η Μαθικολώνη δέχεται μέση ετήσια βροχόπτωση περί τα 540 χιλιοστόμετρα. Στην περιορισμένη καλλιεργήσιμη γη του χωριού καλλιεργούνται κυρίως τα σιτηρά και τα νομευτικά φυτά. Σε πολύ μικρότερη έκταση καλλιεργούνται επίσης τα αμπέλια, τα εσπεριδοειδή, οι αμυγδαλιές, οι ελιές, οι χαρουπιές και τα όσπρια (λουβάνα και κουκιά). Η μεγαλύτερη ωστόσο έκταση του χωριού είναι ακαλλιέργητη και σ’ αυτή φυτρώνει άγρια φυσική βλάστηση, κυρίως πεύκα, ξισταρκές, μαζ΄ιές, λατζ΄ιές και αγριοτερατσ΄ιές. Μεγάλο μέρος του βόρειου τμήματος του χωριού καταλαμβάνεται από το κρατικό δάσος της Λεμεσού.

 

Η οδική σύνδεση της Μαθικολώνης με την γύρω περιοχή γίνεται με ελικοειδείς σκυρόστρωτους δρόμους εξαιτίας του απότομου ανάγλυφου της περιοχής. Στα νότια συνδέεται με το προάστιο του Αγίου Αθανασίου (περί τα 9 χμ.) και στα βορειοδυτικά με τον δρόμο Φασούλας - Λουβαρά.

 

Το χωριό γνώρισε πληθυσμιακές αυξομειώσεις. Σύμφωνα με τα υπάρχοντα στοιχεία, οι πλήρεις απογραφές πληθυσμού έχουν ως ακολούθως:

 

Χρονολογία Κάτοικοι
1881 73 
1891 59 
1901 67 
1911 83 
1921 132 
1931 139 
1946 133 
1960 111 
1973 120 
1976 110 
1982 100 
1992 65 
2001 110 

 

Το χωριό πιθανότατα υφίστατο από την Αρχαιότητα, με την ονομασία Λίθου Κολώνη, απ’ όπου προέρχεται ίσως η σημερινή ονομασία του. Το χωριό Λίθου Κολώνη (ή και Κολόνη) αναφέρεται στον Βίο του αγίου Ηρακλειδίου ως υφιστάμενο κατά τον 1ο μ.Χ. αιώνα, σ’ αυτό δε ο άγιος Ηρακλείδιος* και οι συνοδοί του συνάντησαν μια δαιμονιζόμενη γυναίκα που την θεράπευσαν. Δεν καθορίζεται στον Βίο πού ακριβώς βρισκόταν το χωριό αυτό. Αναφέρεται όμως ότι ο άγιος πέρασε από την Λίθου Κολώνη καθ’ οδόν από το Κούριον στην Ταμασσό διά μέσου του χωριού Μελίνη που υπάρχει και σήμερα. Μεταξύ δε Κουρίου και Μελίνης βρίσκεται πράγματι το χωριό Μαθικολώνη που φαίνεται ότι ήταν η αρχαία Λίθου Κολώνη. Συνεπώς το χωριό αυτό θα πρέπει να βρισκόταν επί ρωμαϊκής οδού που συνέδεε τις πόλεις Κούριον και Ταμασσό μέσω του ανατολικού τμήματος της οροσειράς του Τροόδους˙ την οδό αυτή θα ακολούθησε και ο άγιος Ηρακλείδιος.

 

Κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας θα πρέπει να θεωρήσουμε ότι παραφθάρηκε η ονομασία του χωριού, με αποτέλεσμα να καταλήξει στη σημερινή της μορφή. Σε μεσαιωνικούς καταλόγους το χωριό βρίσκεται γραμμένο ως Maticholoni ενώ σε παλαιούς χάρτες σημειώνεται απλώς ως Mati.

 

Κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας το χωριό ήταν φέουδο που ανήκε στο τάγμα των Ιωαννιτών ιπποτών υπό τη διοίκηση της «μεγάλης κομμανταρίας» που είχε την έδρα της στο Κολόσσι. Πιο πριν, ανήκε στους Ναΐτες ιππότες. Το πέρασμα των Ιωαννιτών (που ελέγοντο και Χόσπιταλλερς [=Νοσοκόμοι], ή Σπιταλλιώτες, θυμίζει και η ονομασία του γειτονικού χωριού Σπιτάλλιν.

 

Ο ιστορικός του 16ου αιώνα Φλώριος Βουστρώνιος γράφει την ονομασία του χωριού ακριβώς ίδια με τη σημερινή: Mathicoloni. Επιβεβαιώνει δε ότι επρόκειτο για ένα από τα χωριά – φέουδα που ανήκαν στο Τάγμα των Ναϊτών και το 1313, μετά τη διάλυση του Τάγματος αυτού, περιήλθαν στην κατοχή εκείνου των Ιωαννιτών.

 

Τοπική παλαιά παράδοση, την οποία άκουσε και διέσωσε ο Ι. Περιστιάνης, αναφέρει ότι κατά τα χρόνια της βενετικής κυριαρχίας μέχρι και τα τέλη του 18ου αιώνα, το χωριό ήταν μεγάλη κώμη με επτά ενορίες, η κάθε μια με τη δική της εκκλησία. Ο ίδιος ο Περιστιάνης γράφει ότι είχε δει τα ερείπια τριών εκκλησιών ενώ των υπολοίπων εντόπισε ελάχιστα μόνον ίχνη. Αναφέρεται επίσης ότι το χωριό είχε πληγεί σοβαρά από τους Τούρκους κατά τις ημέρες των διωγμών του 1821.

 

Στην περιοχή της Μαθικολώνης βρίσκεται το εγκαταλελειμμένο μοναστήρι της Αμιρούς, για το οποίο βλέπε χωριστό λήμμα Αμιρούς Παναγίας μοναστήρι.

 

Από την περίοδο της Βενετοκρατίας προέρχονται μερικά τοπωνύμια του χωριού, όπως το αρκάτζ΄ιν του Βένετου. Εξάλλου στην περιοχή του χωριού βρέθηκαν μερικά αρχαία αντικείμενα, όπως επιτύμβια στήλη που βρίσκεται σήμερα στο Μουσείο της Λεμεσού. Η περιοχή φαίνεται, πάντως, λογικό ν’ ανήκε κατά την Αρχαιότητα στη δικαιοδοσία της πλησιέστερης προς αυτήν αρχαίας πόλεως που ήταν η Αμαθούς.