Παναγία Μακεδονίτισσα, Λευκωσία

Image

Βρίσκεται περί τα 6 χμ. δυτικά της πρωτεύουσας Λευκωσίας και από την επωνυμία του έχει ονομαστεί Μακεδονίτισσα και η γύρω περιοχή που έχει κατοικηθεί κατά τα τελευταία χρόνια. Η ονομασία Μακεδονίτισσα αποτελεί επωνυμία της Παναγίας που για την προέλευσή της υπάρχουν διάφορες εκδοχές: α) ότι προήλθε από το όνομα του επισκόπου Ταμασσού (ή Λευκωσίας) Μακεδόνιου (για τον οποίο βλέπε πιο πάνω)۬ η εκδοχή όμως αυτή δεν φαίνεται πολύ πιθανή επειδή το μοναστήρι δεν είναι τόσο παλαιό όσο ο επίσκοπος και επειδή δεν θεωρείται λογικό ένας επίσκοπος να δώσει το όνομά του στην Παναγία, β) ότι προήλθε από το ότι το μοναστήρι ιδρύθηκε από Μακεδόνες μοναχούς που είχαν έλθει στην Κύπρο κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, γ) ότι προήλθε από το φυτό μακεδονήσιονμακεδονήσιν και ματζ'ηνοίσιν), τον γνωστό μαϊτανόν (πετροσέλινον το ήμερον - Petroselinum sativum). Η τρίτη εκδοχή φαίνεται και η πιο πιθανή, γιατί αφενός δεν έχουμε αποδείξεις σχέσεων του μοναστηριού με Μακεδόνες και αφετέρου έχουμε στην Κύπρο αρκετές άλλες περιπτώσεις επωνυμιών της Παναγίας προερχομένων από φυτά (όπως Παλλουριώτισσα, Κρομμυδκιώτισσα, Αμπελιώτισσα κλπ.).

 

Είναι άγνωστο πότε και από ποιους είχε ιδρυθεί το μοναστήρι. Οι αρχαιότερες περί αυτού αναφορές είναι της περιόδου της Τουρκοκρατίας, αλλά εκφράζεται η βεβαιότητα ότι τούτο ήταν ιδρυμένο ήδη πριν από την τουρκική κατάκτηση της Κύπρου το 1570-71, επειδή νύξη της ονομασίας του απαντάται σε καταλόγους της περιόδου της Βενετοκρατίας.

 

Μια πρώτη αναφορά για το μοναστήρι απαντάται σε έγγραφο του αρχιεπισκόπου Κύπρου Γερμανού, ημερομηνίας 15 Οκτωβρίου του 1705, που αποτελεί πράξη αγοραπωλησίας: ο αρχιεπίσκοπος Γερμανός είχε πωλήσει υποστατικό, δεξαμενή και πηγή νερού και κτήματα στον τότε ηγούμενο της Μακεδονίτισσας ονόματι παπα - Γεράσιμον έναντι του ποσού των 80 γροσιών. Το ίδιο έγγραφο καθόριζε και τις σχέσεις της Μακεδονίτισσας με το γειτονικό μοναστήρι του Αρχαγγέλου, σχετικά με τη χρησιμοποίηση του νερού. Ο καθορισμός αυτός της ειδικής σχέσεως των δυο μοναστηριών, φανερώνει ότι υπήρχε προγενέστερη — και μακρά ίσως — διαφορά τους, συνεπώς η Μακεδονίτισσα υφίστατο ήδη αρκετά πριν από το 1705.

 

Ο G. Jeffery, καθώς και ο R. Gunnis, θεωρούν ότι το μοναστήρι της Μακεδονίτισσας είχε ιδρυθεί από τον αρχιεπίσκοπο Χρύσανθο το 1798. Προφανώς και οι δυο παρεξήγησαν την πραγματικότητα, ότι από τον Χρύσανθο δεν έγινε ίδρυση του μοναστηριού αλλά εκτεταμένη ανακαίνισή του και ανοικοδόμηση κατά το 1791, σύμφωνα και προς τον μακρό κατάλογο των ανοικοδομήσεων και ανακαινίσεων του Χρυσάνθου από τον Κτηματολογικό Κώδικα της Αρχιεπισκοπής.

 

Το μοναστήρι αναφέρει, χωρίς και να το περιγράφει, ο Ρώσος μοναχός Βασίλειος Μπάρσκυ (1735), ως ένα από τα μικρά μοναστήρια με δυο - τρεις μοναχούς που βρίσκονται γύρω από την πόλη της Λευκωσίας. Επίσης ο αρχιμανδρίτης Κυπριανός (1788) περιλαμβάνει τη Μακεδονίτισσα στον κατάλογο των μοναστηριών των ευρισκομένων στην αρχιεπισκοπική περιφέρεια.

 

Το μοναστήρι δεν φαίνεται να είχε γνωρίσει ιδιαίτερη ακμή. Κατά τα τέλη του 18ου αιώνα ήταν σχεδόν έρημο και η αναβίωσή του οφείλεται στην επέμβαση του αρχιεπισκόπου Χρυσάνθου που το ξανάκτισε, αναθέτοντας το έργο αυτό στον αρχιδιάκονο Παγκράτιον και τον διάκονο Πανάρετον, που κατόρθωσαν σε σχετικά σύντομο χρόνο να αποκαταστήσουν το μοναστήρι στην πρώτην εὐκατάστατον τάξιν. Συνεισφέροντας και προσωπικά οι ίδιοι, οι δυο αυτοί ιερωμένοι πάντα κατηρτίσαντο πρός εὐκοσμίαν, όπως μαρτυρεί σωζόμενη επιγραφή. Μετά την ανοικοδόμηση, ο αρχιεπίσκοπος Χρύσανθος εκχώρησε «διά βίου» στους Παγκράτιον και Πανάρετον το μοναστήρι, με συνοδική απόφαση ημερομηνίας 2.7.1796, που όριζε μεταξύ άλλων ότι θα είχαν και την εξουσία να διοικούν μέχρι 8 καλογήρους.

 

Κάτω από εικόνα της Παναγίας, εντοιχισμένη στον νότιο τοίχο του ναού, υπάρχει παλαιό σχέδιο που απεικονίζει το μοναστήρι όπως ήταν μετά την ανοικοδόμησή του που τέλειωσε, όπως φαίνεται, το 1796. Σύμφωνα προς αυτό, στο κέντρο του συμπλέγματος των κτιρίων βρισκόταν η μικρή εκκλησία και ολόγυρα τα λοιπά μοναστηριακά οικοδομήματα.

 

Άλλος γνωστός ηγούμενος της Μακεδονίτισσας («επιστάτης», όπως αναφέρεται), ήταν ο ιερομόναχος Χρύσανθος, σύγχρονος του εθνομάρτυρα αρχιεπισκόπου Κυπριανού. Ο τελευταίος είχε επίσης δείξει ενδιαφέρον για το μοναστήρι και σ' αυτόν οφείλεται η αργυροχρύσωση της εικόνας της Παναγίας στο εικονοστάσιο, που έγινε το 1815.

 

Το μοναστήρι φαίνεται ότι είχε πληγεί σκληρά από τα τραγικά γεγονότα του 1821 και τους διωγμούς εκ μέρους των Τούρκων, γιατί στη συνέχεια αντιμετώπισε πρόβλημα επιβιώσεως και δημιούργησε πολλά χρέη. Ο αρχιεπίσκοπος Μακάριος Α' ανέθεσε τότε (1.3.1857) τη διεύθυνση και διαχείριση του μοναστηριού στον ιεροδιάκονο Μακάριον, για 10 χρόνια, υπό όρους που σώζονται στο σχετικό έγγραφο.

 

Μια τελευταία υπάρχουσα πληροφορία για το μοναστήρι της Μακεδονίτισσας ανάγεται στα 1887. Πρόκειται για αναφορά στον Κτηματολογικόν Κώδικα της Αρχιεπισκοπής σχετική με καθορισμό διαφιλονικουμένων ορίων κτημάτων μεταξύ της Μακεδονίτισσας και του Αγίου Προκοπίου (μετοχίου του Κύκκου). Στη συνέχεια το μοναστήρι της Μακεδονίτισσας διαλύθηκε και περιήλθε πάλι στην κατοχή της Αρχιεπισκοπής που το ενοικίαζε σε ιδιώτες.

 

Σήμερα σώζεται ο μικρός ναός του μοναστηριού, που λειτουργεί ως εκκλησία. Ο γύρω χώρος δεν θυμίζει τίποτε από τη μορφή που είχε μετά την ανοικοδόμηση των τελών του 18ου αιώνα. Για χρόνια λειτουργεί εκεί εστιατόριο.

 

Τα πλέον ενδιαφέροντα κειμήλια στον ναό είναι η παλαιά εικόνα της Παναγίας (πιθανώς του 16ου αιώνα) που αργυροχρυσώθηκε το 1815 από τον αρχιεπίσκοπο Κυπριανό και δεύτερη εικόνα, επί μαρμάρου, στην κόγχη του νοτίου τοίχου του ναού, ζωγραφισμένη από τον Ιωάννη Κορνάρο το 1796. Ενδιαφέρουσα είναι και φορητή εικόνα του αγίου Παντελεήμονος, που χρονολογείται στον 17ο αιώνα.