Μιτσερού μεταλλεία

Image

Τα μεταλλεία της περιοχής Μιτσερού-Αγροκηπιάς είναι γνωστά και ως «μεταλλεία Ταμασσού» διότι πιστεύεται ότι αποτελούσαν τα κύρια χαλκωρυχεία της αρχαίας πόλης της Ταμασσού, η θέση της οποίας εντοπίζεται 11 χμ. ανατολικά του Μιτσερού, πλησίον του χωριού Πολιτικό. Συνολικά υπάρχουν τέσσερα μεταλλεία στην περιοχή, δυο δυτικά της Αγροκηπιάς γνωστά ως Αγροκηπιά Α (επιφανειακή αποκάλυψη) και Αγροκηπιά Β (υπόγειο) και δυο δυτικά του Μιτσερού γνωστά ως Κοκκινοπεζούλα (επιφανειακή αποκάλυψη) και Κοκκινογιά (υπόγειο). Ένα πέμπτο θειούχο αλλά μη χαλκούχο κοίτασμα βρίσκεται 3 χμ. νοτιοανατολικά του χωριού και είναι γνωστό σαν κοίτασμα Μαθιάτη-Μιτσερού. Το κοίτασμα εντοπίσθηκε τα τελευταία χρόνια από την Ελληνική Μεταλλευτική Εταιρεία και αποτελείται από 450.000 τόνους θειούχου μεταλλεύματος με μέση περιεκτικότητα ψευδαργύρου 2%.

 

Μεγάλες συσσωρεύσεις σκουριάς τόσο μέσα στο χωριό όσο και στη γύρω περιοχή, ιδιαίτερα πλησίον του μεταλλείου της Κοκκινογιάς, 1,5 χμ. δυτικά του Μιτσερού, καθώς επίσης και κατάλοιπα εκτεταμένων και επιφανειακών υπογείων μεταλλευτικών έργων, μαρτυρούν εντατική εκμετάλλευση των χαλκούχων αυτών κοιτασμάτων κατά την Αρχαιότητα. Πρόσφατες λεπτομερείς μελέτες των σκουριών χαλκού και ραδιοχρονολόγηση των ξύλινων υποστηλωμάτων των γαλαριών της Κοκκινογιάς απέδειξαν ότι η αρχαία μεταλλευτική δραστηριότητα στην περιοχή μπορεί να χωριστεί σε τρεις περιόδους: α) 9ο - 7ο αιώνα π.Χ., β) 6ο - 3ο αιώνα π.Χ. και γ) 3ο - 5ο αιώνα μ.Χ.

 

Η νεότερη ιστορία των μεταλλείων αρχίζει τη δεκαετία του 1930 με τη διεξαγωγή ερευνών για εντοπισμό χρυσοφόρων οριζόντων μέσα στις οξειδωμένες ζώνες των κοιτασμάτων της περιοχής. Μεταξύ των ετών 1937-1940 εξορύχθηκαν από τα μεταλλεία Μιτσερού-Αγροκηπιάς 26.673 τόνοι χρυσοφόρου και αργυροφόρου μεταλλεύματος από το οποίο υπολογίζεται ότι παρήχθησαν 395 κιλά χρυσού και 2.003 κιλά αργύρου. Η παραγωγή όμως θειούχων μεταλλευμάτων αρχίζει πολύ αργότερα. Το 1950, ύστερα από διεξαγωγή λεπτομερών μεταλλευτικών ερευνών από την Ελληνική Μεταλλευτική Εταιρεία που είναι κάτοχος της μεταλλευτικής μίσθωσης της περιοχής, εντοπίσθηκε το κοίτασμα της Κοκκινοπεζούλας. Η εκμετάλλευσή του άρχισε το 1953 με υπόγειες μεθόδους. Το 1957, μετά την εξόρυξη 900.000 τόνων θειούχου μεταλλεύματος κυρίως μη χαλκούχου, εφαρμόσθηκε η μέθοδος της επιφανειακής αποκάλυψης. Μέχρι το 1967 που είναι ο τελευταίος χρόνος λειτουργίας του μεταλλείου αυτού, εξορύχθηκαν 5.486.035 τόνοι μεταλλεύματος από το οποίο παρήχθησαν 1.750.000 τόνοι καθαρού σιδηροπυρίτη.

 

Το κοίτασμα της Κοκκινοπεζούλας ήταν χαρακτηριστικό του τύπου stock-work αποτελούμενο από φλέβες, φλεβίδια και εμποτισμούς σιδηροπυρίτη μέσα σε έντονα εξαλλοιωμένες λάβες του Κατώτερου Ορίζοντα των πίλλοου λαβών του Τροόδους. Οι διαστάσεις του ήσαν 300 μ. (μήκος) Χ 105 μ. (πλάτος) Χ 90 μ. (ύψος). Οι μεταλλευτικές εργασίες άρχισαν από το υψόμετρο των 435 μ. και τερματίστηκαν στο υψόμετρο των 335 μ. Τέλος η μέση περιεκτικότητα του κοιτάσματος σε χαλκό ήταν μόλις 0,5%, του δε θείου 15%-30%, με τοπικούς φακούς συμπαγούς σιδηροπυρίτη.

 

Το μεταλλείο της Κοκκινογιάς βρίσκεται 1,5 χμ. δυτικά του χωριού. Τμήμα του κοιτάσματος, του οποίου η οξείδωση έγινε αντικείμενο εκμετάλλευσης για χρυσό και άργυρο κατά την περίοδο 1937-1940, εντοπίσθηκε το 1953. Κατά τη διάρκεια των ετών 1954, 1955 και 1960 εξορύχθηκαν 6.310 τόνοι θειούχου μεταλλεύματος με μέση περιεκτικότητα χαλκού 0,5% και θείου 28%. Εντατικότερες έρευνες που ακολούθησαν είχαν σαν αποτέλεσμα τον εντοπισμό, το 1962, του κυρίως κοιτάσματος σε βάθος 100 και πλέον μέτρων από την επιφάνεια. Το νεοανακαλυφθέν κοίτασμα το οποίο είχαν ήδη εντοπίσει και εκμεταλλευθεί οι αρχαίοι σε μεγάλη κλίμακα, εκμεταλλεύθηκε η κάτοχος εταιρεία με υπόγειες μεθόδους μεταξύ των ετών 1973-1979. Οι ποσότητες του εξορυχθέντος μεταλλεύματος ανήλθαν σε 481.000 τόνους με μέση περιεκτικότητα χαλκού 2% και θείου πάνω από 30%. Τα υπολειπόμενα αποθέματα ανέρχονται σε 500.000 τόνους με μέση περιεκτικότητα χαλκού 0,8% και θείου 15%.

 

Το μεταλλείο Κοκκινογιάς αποτελεί ένα από τα πλέον εντυπωσιακά παραδείγματα υπόγειας εκμετάλλευσης από τους αρχαίους μεταλλωρύχους, ιδιαίτερα κατά την περίοδο μεταξύ του 8ου και 7ου αιώνα π.Χ. Σε ορισμένες περιπτώσεις η εκμετάλλευση έφθασε στο βάθος των 200 μ. από την επιφάνεια (βλέπε σχετικό σχήμα).

 

Το κοίτασμα της Κοκκινογιάς, όπως και τα πλείστα θειούχα κοιτάσματα της Κύπρου, θεωρείται ότι σχηματίσθηκε στον πυθμένα του ωκεανού από θερμά διαλύματα πλούσια σε μέταλλα όπως σίδηρο, χαλκό, ψευδάργυρο, θείο κλπ. μετά την έκχυση των λαβών του Κατώτερου Ορίζοντα των πίλλοου λαβών του Τροόδους. Τον σχηματισμό του κοιτάσματος ακολούθησε η έκχυση των λαβών του Ανώτερου Ορίζοντα με αποτέλεσμα το κοίτασμα να καλυφθεί με σημαντικό πάχος από λάβες του Ορίζοντα αυτού.

 

Η λειτουργία των μεταλλείων και του εργοστασίου εμπλουτισμού των θειούχων μεταλλευμάτων που βρίσκεται 2 χμ. βόρεια του Μιτσερού, αναμφίβολα συνέβαλε αποφασιστικά στην οικονομική και κοινωνική ανέλιξη των χωριών της περιοχής ιδιαίτερα κατά την περίοδο 1930-1970.