Μόρφου ντε de Morphou οικογένεια

Οι φεουδάρχες της Μόρφου

Image

Μεσαιωνική οικογένεια ευγενών της Κύπρου, της οποίας το επίθετο ήταν Γκρινιέρ (Grinier) αλλά πρόσθεσε και τον τίτλο ντε Μόρφου όταν της εδόθη η Μόρφου ως ιδιωτικό της φέουδο. Ο εκάστοτε αρχηγός της οικογένειας έφερε και τον τίτλο του κόμη ντε Ρουχάς (count of Roukha) ή Έδεσσας. Ο τελευταίος αυτός τίτλος ήταν παλαιότερος και είχε αποκτηθεί στη Συρία, όπου αρχικά υφίστατο το πριγκιπάτο Ruchas της οικογένειας. Όταν απωλέσθη η χριστιανική (φραγκική) Συρία, με την επικράτηση των Μωαμεθανών, απωλέσθη και ο τίτλος (το 1146), που όμως επανακαθιερώθηκε αργότερα από τον βασιλιά Πέτρο Α΄ στην Κύπρο. Ο τίτλος απενεμήθη ως τιμητικός από τον Πέτρο Α΄ (1359-1369) στον αρχιστράτηγο της Κύπρου ευγενή Ιωάννη ντε Μόρφου το 1365.

 

Υπήρξε σύγχυση στις πηγές μεταξύ της οικογένειας ντε Μόρφου και της οικογένειας ντε Μοντφόρτ, με αποτέλεσμα να θεωρηθεί ως μέλος της πρώτης οικογένειας και ως αρχιστράτηγος ακόμη της Κύπρου, ο άγιος Ιωάννης ντε Μοντφόρτ που ετιμάτο ιδιαίτερα στη μεσαιωνική Κύπρο. Φαίνεται όμως ότι δεν υπήρξε σχέση μεταξύ των δυο αυτών μεσαιωνικών οικογενειών.

 

Γνωστά μέλη της οικογένειας ντε Μόρφου είναι τα ακόλουθα:

 

1. Θωμάς ντε Μόρφου:   Γιος του αρχιστρατήγου της Κύπρου Ιωάννη ντε Μόρφου. Έφερε και τον τίτλο του κόμητα ντε Ρουχάς. Υπηρέτησε υπό τον βασιλιά της Κύπρου Πέτρο Β΄ (1369-1382). Το 1373 ο Θωμάς ντε Μόρφου είχε χρησιμοποιηθεί από τον Πέτρο Β΄ ως απεσταλμένος του σε διαπραγματεύσεις με τους Γενουάτες. Οι τελευταίοι ζητούσαν χρηματικές αποζημιώσεις για όσα υπέστησαν οι Γενουάτες της Αμμοχώστου κατά τις μάχες της ημέρας στέψεως του Πέτρου Β΄. Οι διαπραγματεύσεις δεν κατέληξαν σε συμφωνία, κι οι Γενουάτες εισέβαλαν στην Κύπρο.

 

Μετά το τέλος του πολέμου με τους Γενουάτες, ο βασιλιάς Πέτρος Β΄ στέρησε των δικαιωμάτων και των φέουδών τους αριθμό ευγενών του, που θεώρησε ότι είχαν έμμεση ανάμειξη στη δολοφονία του πατέρα του, βασιλιά Πέτρου Α΄, το 1369. Μεταξύ αυτών που θεωρήθηκαν παράβουλοι κατά τον Λεόντιο Μαχαιρά και έχασαν τό ψουμίν τους, ήταν και ο Θωμάς ντε Μόρφου (του οποίου ο πατέρας είχε αναμειχθεί ενεργά στα γεγονότα που προηγήθηκαν της δολοφονίας του Πέτρου Α΄ και που ήταν τώρα αιχμάλωτος των Γενουατών). Έτσι, ο Θωμάς ντε Μόρφου αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την Κύπρο και να καταφύγει στη Γένουα. Αργότερα επέστρεψε στην Κύπρο γιατί το 1382 τον βρίσκουμε να αποτελεί μέλος του 13μελούς συμβουλίου ευγενών που ανέλαβε τη διακυβέρνηση του βασιλείου της Κύπρου μετά το θάνατο του βασιλιά Πέτρου Β΄ και μέχρι την επάνοδο και ανάληψη της εξουσίας από τον νέο βασιλιά Ιάκωβο Α΄.

 

2. Ιωάννης ντε Μόρφου: Κόμης ντε Ρουχάς, πατέρας του προηγούμενου. Υπηρέτησε — και διακρίθηκε ως στρατιωτικός — υπό το βασιλιά Πέτρο Α΄ (1359-1369) ο οποίος και τον τίμησε ιδιαίτερα.

 

Όταν ο Πέτρος Α΄ ανήλθε στο θρόνο της Κύπρου (1359), το στέμμα διεκδίκησε και ο Ούγος ντε Λουζινιάν, πρίγκιπας της Γαλιλαίας και γιος του μεγαλύτερου αδελφού του Πέτρου, του Γκυ ντε Λουζινιάν. Η υπόθεση έφθασε μέχρι τον πάπα, κι ο Πέτρος έστειλε σ’ αυτόν, καθώς και στον βασιλιά της Γαλλίας, δυο εκπροσώπους του για να υποστηρίξουν την ορθότητα της δικής του ανόδου στον θρόνο. Οι δυο απεσταλμένοι του, κατά το 1360, ήταν ο Ιωάννης ντε Μόρφου και ο Θωμάς ντε Μοντολίφ. Ο Ιωάννης ντε Μόρφου κατόρθωσε, κατά τις επαφές του αυτές, να επιτύχει τελικά ένα συνοικέσιο: πάντρεψε την κόρη του Μαίρη με το διεκδικητή του θρόνου της Κύπρου Ούγο ντε Λουζινιάν.

 

Λίγο αργότερα ο Ιωάννης ντε Μόρφου πήρε ενεργό μέρος στις πολεμικές επιχειρήσεις του βασιλιά Πέτρου στη Μικρά Ασία (κατάληψη της Αττάλειας το 1361) και στην Αίγυπτο (κατάληψη της Αλεξάνδρειας το 1365). Επίσης στις επιχειρήσεις κατά της Κωρύκου (1367).

 

Μετά την επιτυχία της κατάληψης της Αλεξάνδρειας από τις κυπριακές δυνάμεις, ο βασιλιάς Πέτρος Α΄ απένειμε τιμές στους ευγενείς του που είχαν διακριθεί. Μεταξύ άλλων, τίμησε τον αρχιστράτηγό του Ιωάννη ντε Μόρφου, επανασυστήνοντας τον τίτλο του κόμητα ντε Ρουχάς (Έδεσσας) και απονέμοντάς του τον. Όπως γράφει ο Λεόντιος Μαχαιράς, τόν σίρ Τζουάν τε Μόρφου ἐποῖκεν τον κούντη τε Ρουχᾶς.

 

Ο κόμης Ιωάννης ντε Μόρφου είναι γνωστός για το σκάνδαλο της ερωτικής του ιστορίας με τη βασίλισσα της Κύπρου Ελεονώρα, τη σύζυγο του Πέτρου Α΄. Όταν ο Πέτρος απουσίαζε στην Ευρώπη, ο Ιωάννης ντε Μόρφου συνήψε ερωτική σχέση με τη βασίλισσα Ελεονώρα. Ένας έμπιστος του βασιλιά, ο Ιωάννης Βισκούντης, του το έγραψε. Όταν επέστρεψε ο Πέτρος στην Κύπρο, ζήτησε να εκδικηθεί. Στη δίκη που έγινε, τα συμφέροντα των ευγενών υπερίσχυσαν και αποτέλεσμα ήταν να αθωωθούν η Ελεονώρα και ο Ιωάννης ντε Μόρφου, ο δε Βισκούντης να κατηγορηθεί ως συκοφάντης και τελικά να πεθάνει στη φυλακή. Ωστόσο ο βασιλιάς Πέτρος που γνώριζε την αλήθεια και που αισθανόταν ντροπιασμένος, άρχισε ν’ ανταποδίδει τα ίσα στους ευγενείς του, ντροπιάζοντάς τους, προσβάλλοντάς τους, μειώνοντάς τους και πλαγιάζοντας με τις δικές τους συζύγους. Τελικά η σύγκρουση δεν άργησε να έλθει. Μια συνωμοσία των ευγενών κατέληξε σε δολοφονία του βασιλιά Πέτρου στο υπνοδωμάτιό του το 1369. Από την ιστορία αυτή ενεπνεύσθη ο Γιώργος Σεφέρης το γνωστό ποίημα Δαίμων τῆς Πορνείας, ενώ ο Άντρος Παυλίδης έγραψε ομώνυμο θεατρικό έργο.

 

Ο Ιωάννης ντε Μόρφου έδρασε και επί ημερών του βασιλιά της Κύπρου Πέτρου Β΄ (1369-1382). Έτσι, τον Ιούνιο του 1369 τον συναντούμε να ηγείται μικρής δύναμης από τέσσερα καράβια που έκαμε επιδρομή στα παράλια της Συρίας. Αναφέρεται επίσης ότι είχε κακές σχέσεις με τη μεγάλη οικογένεια των ντε Νόρες, που ξεκινούσαν από διαφορές και κατέληγαν σε αντιζηλίες, μια κι ο Ιωάννης ντε Μόρφου ήθελε να παντρέψει τη μικρή του κόρη με το βασιλιά Πέτρο Β΄, που τον ήθελε για γαμπρό του και ο Ιάκωβος ντε Νόρες, τουρκοπουλιέρης της Κύπρου τότε.

 

Όταν οι Γενουάτες εισέβαλαν στην Κύπρο το 1373, ο Ιωάννης ντε Μόρφου ήταν ένας από εκείνους που πήραν μέρος στις διαπραγματεύσεις μαζί τους στην Αμμόχωστο. Μάλιστα θεωρήθηκε ότι ήταν ο αίτιος της απώλειας της Αμμοχώστου, που με πανουργία κατόρθωσαν να καταλάβουν οι Γενουάτες. Η κατάληψη δε της Αμμοχώστου άνοιξε σ’ αυτούς την πύλη για να εισβάλουν και στην υπόλοιπη Κύπρο. Μάλιστα ο Λεόντιος Μαχαιράς αφήνει να νοηθεί ότι ο Ιωάννης ντε Μόρφου είχε επίτηδες παραδώσει την πόλη στους Γενουάτες, συνωμοτώντας με έναν άλλο ευγενή, τον Ραϋμόνδο Μπαπίν, γιατί γράφει ότι λίγο αργότερα και οι δυο ἐμετανῶσαν ὡς γοιόν ἐμετάνωσεν ὁ  Ἰούδας μέ τόν Χριστόν.

 

Τελικά όμως ο Ιωάννης ντε Μόρφου ήταν μεταξύ των ευγενών της Κύπρου που συνέλαβαν ως αιχμαλώτους οι Γενουάτες και κράτησαν ως ομήρους. Τον έστειλαν το 1374 στη Χίο όπου φυλακίστηκε, κι έκτοτε χάθηκαν τα ίχνη του. Μόνο μια ανεπιβεβαίωτη πηγή (Loredano) αναφέρει ότι είχε πεθάνει στην Κύπρο το 1379 ενώ έπαιρνε μέρος σε βασιλικό συμπόσιο, δεν είναι όμως βέβαιο εάν επέστρεψε στην Κύπρο και εάν αποκαταστάθηκε. Πιθανότερο είναι ότι πέθανε στη Χίο.

 

3. Μπατίν ντε Μόρφου: Αναφέρεται ότι κατά το 1364 υπηρετούσε ως τζιβιτάνος (=διοικητής) της Πόλης (Χρυσοχούς), οπότε αντιμετώπισε εκεί με επιτυχία μια επιδρομή Τούρκων πειρατών.

 

4. Σιμόν ντε Μόρφου: Αναφέρεται ότι κατά το 1414, επί ημερών του βασιλιά της Κύπρου Ιανού (1398-1432), κατείχε το αξίωμα του αδετούρη της Κύπρου, δηλαδή του ελεγκτή. Οι Αμάτι και Φλώριος Βουστρώνιος αναφέρουν ότι αυτός ο Σιμόν ντε Μόρφου είχε αναμειχθεί στο κρυφό σχέδιο του 1402 για ανακατάληψη της Αμμοχώστου από τους Γενουάτες, που τελικά όμως το πρόδωσε σ’ αυτούς. Ο Λεόντιος Μαχαιράς γράφει (και θεωρείται σωστός) ότι ο προδότης αυτός ήταν ο Σιμόν ντε Μοντολίφ.