Μούλα, μούλος

Image

Η μούλα (και μούλος ή βόρτος στο αρσενικό) είναι ο ημίονος (Equus mulus), νοθογενές ζώο προερχόμενο από διασταύρωση γαϊδουριού και φοράδας, το κοινώς γνωστό μουλάρι.

 

Οι ημίονοι μοιάζουν περισσότερο προς τα άλογα αντί τα γαϊδούρια, έχουν όμως σημαντικές διαφορές απ’ αυτά και σε μερικούς τομείς πλεονεκτούν καταφανώς και από τα μεν και από τα δε: Είναι πιο δυνατά, και ανθεκτικά ζώα, περισσότερο ευπροσάρμοστα στις εξωτερικές συνθήκες και αντέχουν στον καύσωνα και στην κόπωση. Είναι ζώα λιτοδίαιτα και χαρακτηρίζονται και από σταθερότητα βαδίσματος που τα κάνει πιο χρήσιμα για τις ορεινές κυρίως περιοχές. Είναι μακρόβια (ζουν μέχρι την ηλικία των 50 περίπου χρόνων) και λιγότερο ευπρόσβλητα από ασθένειες. Μειονεκτήματά τους είναι ο ευερέθιστος και δύστροπος χαρακτήρας τους και το γεγονός ότι είναι ζώα στείρα. Εξαιτίας αυτού του τελευταίου, ο στείρος άνθρωπος λέγεται στην Κύπρο κοροϊδευτικά μούλος (στην Ελλάδα μούλος ή και μούλικο ονομαζόταν το νόθο παιδί). Μούλα λέγεται τόσο η στείρα όσο και η πεισματάρα γυναίκα.

 

Στην Κύπρο, μετά το γαϊδούρι, το μουλάρι ήταν το ζώο εκείνο που για πολλούς αιώνες εξυπηρέτησε τον αγρότη και τον γεωργό στους τομείς των μεταφορών και των γεωργικών εργασιών. Επειδή όμως το μουλάρι ήταν ακριβότερο από το γαϊδούρι, ήταν λιγότερο διαδεδομένο. Ως μέσο μεταφοράς εχρησιμοποιείτο από τους αστυνομικούς και άλλους κρατικούς αξιωματούχους, εκ των οποίων μόνο οι ανώτεροι ή πλουσιότεροι διέθεταν άλογα. Εχρησιμοποιείτο ακόμη από τους ανώτερους κληρικούς της Κύπρου για τις μετακινήσεις τους (πρβλ. και τη γνωστή κυπριακή παροιμία: να σου δώσ’ η μούλα του δεσπότη). Οι διάφοροι αξιωματούχοι, τόσο κρατικοί όσο και εκκλησιαστικοί, κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας και κατά την πρώτη περίοδο της Αγγλοκρατίας, χρησιμοποιούσαν εκτεταμένα τον ημίονο για τον οποίο κατασκευαζόταν και ειδικός εξοπλισμός από σαμάρι (στρατούριν), ή σέλλα, ηνία, αναβατήρες κλπ.

 

Αλλά ο ημίονος είχε χρησιμοποιηθεί εκτεταμένα στην Κύπρο και πιο πριν, κατά τα Μεσαιωνικά χρόνια. Αναφέρεται μάλιστα ότι τότε η Κύπρος παρήγε μεγάλους αριθμούς από μούλες και μάλιστα καλής ποιότητας, που είχαν χρησιμοποιηθεί εκτεταμένα και για στρατιωτικούς σκοπούς (μεταφορές κλπ.).

 

Σ’ ό,τι αφορούσε τις γεωργικές εργασίες, η μούλα ή ο μούλος χρησιμοποιούνταν στο όργωμα, στο αλακάτιν, στο γύρισμα του ελιόμυλου, στη μεταφορά φορτίων (όπως χαρούπια, κρασί κλπ.), πολλές φορές και για να σέρνει το αμάξι ή το κάρρο.

 

Εξαιτίας της αντοχής και της ικανότητάς του σε δύσβατες τοποθεσίες, το μουλάρι χρησιμοποιήθηκε εκτεταμένα για δύσκολες μεταφορές τόσο κατά τον πρώτο όσο και κατά τον δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο (πρβλ. ευρεία χρησιμοποίησή του από τους Έλληνες στην Πίνδο το 1940). Μάλιστα ο αγγλικός στρατός χρησιμοποίησε και στους δυο πολέμους Κυπρίους μουλαράδες (ημιονοδηγούς) μαζί με τις μούλες τους, που προσέφεραν σημαντικές υπηρεσίες σε πολλά μέτωπα (βλέπε λήμμα Κυπριακό Σύνταγμα).

 

Ενώ για το θηλυκό ημίονο χρησιμοποιείται στην Κύπρο η ονομασία μούλα, για τον αρσενικό χρησιμοποιείται περισσότερο η βυζαντινής προελεύσεως λέξη βόρτος. Χρησιμοποιούνται όμως και αρκετές άλλες λέξεις με βάση τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του κάθε ζώου, όπως γαουρόβορτος, φοραόβορτος, φοραόμουλα, μούτσ΄ιος, ρούσος, γρίβας, κούλας, μέλισσος, σελλιάς, σύζινος και αρκετά άλλα (βλέπε λεπτομερέστερα: Π. Ξιούτα, Κυπριακή Λαογραφία των Ζώων, 1978, σσ. 104-108).