Μπάλγουερ, σερ Χένρυ Sir Henry Bulwer

Image

Ο τρίτος κατά σειράν μέγας ή ύπατος αρμοστής (high commissioner) από την αγγλική κατάληψη της Κύπρου το 1878, μετά τον σερ Γκάρνετ Γούλσλεϋ* (1878-79) και τον σερ Ρόμπερτ Μπίνταλφ* (1879 -1886). Ο Μπάλγουερ κυβέρνησε την Κύπρο για έξι χρόνια, από τις 9 Μαϊου 1886 μέχρι τις 5 Απριλίου 1892.

 

Ο Μπάλγουερ καταγόταν από το Norwich της Ανατολικής Αγγλίας. Γεννήθηκε το 1836 και πέθανε το 1914. Μετά τις σπουδές του στο Καίμπριτζ μπήκε στη δημόσια υπηρεσία της χώρας του αναλαμβάνοντας καθήκοντα στην αγγλική διοίκηση των Επτανήσων από το 1860 μέχρι το τέλος της αγγλικής κυριαρχίας και την εκχώρηση των Επτανήσων στην Ελλάδα το 1864. Η προϋπηρεσία του αυτή πριν από τη μετέπειτα κάθοδό του στην Κύπρο, όπως και οι επόμενοι σταθμοί του στην Κωνσταντινούπολη και σε διάφορες βρετανικές αποικίες πλούτισαν σημαντικά τις πολιτικές και διοικητικές του εμπειρίες. Μετά τα Επτάνησα τοποθετήθηκε για ένα χρόνο (1865) στην αγγλική πρεσβεία της Κωνσταντινουπόλεως σαν ιδιαίτερος γραμματέας του πρεσβευτή και θείου του λόρδου Dallingand Bulwer. Από το 1866 μέχρι το 1886 υπηρέτησε διαδοχικά σε διάφορες θέσεις στην Τρίνινταντ, στη Δομινίκη, στη Βόρνεο και στη Νατάλη σαν κυβερνήτης από το 1875 μέχρι το 1886.

 

Η αρμοστεία του Μπάλγουερ στην Κύπρο συνέπεσε με τα πρώτα χρόνια της αγγλικής κατοχής του νησιού, κατά τα οποία οι μεγάλες προσδοκίες για γρήγορη ανάπτυξη και πρόοδο, που είχαν προκαλέσει τόσο οι δηλώσεις του Άγγλου πρωθυπουργού Ντισραέλι στην Αγγλία όσο και του πρώτου ύπατου αρμοστή σερ Γκάρνετ Γούλσλεϋ στην Κύπρο το 1878, είχαν από αρκετό κιόλας χρόνο εξανεμιστεί και αντικατασταθεί από τη σκληρή πραγματικότητα της αγγλικής κατοχής και των δεδομένων πάνω στα οποία στηριζόταν η οικονομική και κοινωνική ζωή της Κύπρου.

 

Η κυβέρνηση της Κύπρου, έχοντας στη διάθεσή της πολύ περιορισμένα οικονομικά μέσα εξαιτίας της απορρόφησης ενός πολύ μεγάλου ποσού (£92.800) τον Χρόνο από τις κυπριακές προσόδους για την πληρωμή του λεγόμενου «υποτελικού φόρου» προς την Τουρκία, αναγκαζόταν να διατηρεί όλες σχεδόν τις φορολογικές επιβαρύνσεις του οθωμανικού διοικητικού συστήματος, το οποίο είχε κληρονομήσει στην Κύπρο, επί πλέον δε να συστηματοποιεί ολοένα και περισσότερο τη συλλογή των φόρων. Απόπειρες που έγιναν επί της προηγούμενης αρμοστείας του σερ Ρόμπερτ Μπίνταλφ να βρεθεί μια λύση στο θέμα του «υποτελικού φόρου» με την κεφαλαιοποίηση του ποσού και την εξαγορά του με κάποιο δάνειο δεν έφεραν κανένα αποτέλεσμα. Κοντά σ' αυτή τη βασική αιτία δυσπραγίας στην Κύπρο, προσετίθετο και η αυξημένη δαπάνη του κυπριακού προϋπολογισμού για τους πολύ ψηλούς — με τα κυπριακά μέτρα και δεδομένα — μισθούς των Άγγλων υπαλλήλων. Γι’ αυτό οι Κύπριοι δυσανασχετούσαν για την οικονομική τους κατάσταση και πίεζαν μέσω των εκλελεγμένων αντιπροσώπων τους στο Νομοθετικό Συμβούλιο για την περικοπή των μισθών των Άγγλων υπαλλήλων και για την ανάληψη των ετήσιων πληρωμών του «υποτελικού φόρου» από την ίδια την αγγλική κυβέρνηση με το λογικό επιχείρημα ότι οι Κύπριοι δεν είχαν ερωτηθεί κατά τη σύναψη της σχετικής συμφωνίας Αγγλίας - Οθωμανικής αυτοκρατορίας και επίσης επειδή η Αγγλία κατέλαβε την Κύπρο για τα δικά της αυτοκρατορικά συμφέροντα.

 

Ο Μπάλγουερ έφθασε στην Κύπρο ενώ το θέμα βρισκόταν ήδη στην ημερησία διάταξη. Μετά τις αλλεπάλληλες συζητήσεις στο Νομοθετικό Συμβούλιο, η αγγλική κυβέρνηση που παρακολουθούσε με δυσφορία τις εξελίξεις, γνωστοποίησε στους Κυπρίους ότι οποιαδήποτε οικονομία που θα επιτυγχανόταν με την περικοπή των μισθών των Άγγλων υπαλλήλων, θα ελάφρυνε όχι τους Κυπρίους, αλλά τους Άγγλους φορολογουμένους, από τους οποίους γινόταν η πληρωμή των χορηγημάτων (grants - in -aid) της αγγλικής Βουλής προς την Κύπρο, με τόσο κάθε χρόνο ποσό, όσο και το έλλειμμα των κυπριακών προσόδων (αφού αφαιρούνταν τα έξοδα της διοικήσεως που από το 1883-84 είχαν καθοριστεί στις £112.000), ώστε να καθίσταται δυνατή η πληρωμή του «υποτελικού φόρου» προς την Πύλη.

 

Ένα δεύτερο σημαντικό θέμα που αντιμετώπισε ο Μπάλγουερ ήταν η κρίση που προκάλεσε αρχικά στην Καρπασία και την Πάφο και στη συνέχεια σ' όλη την Κύπρο η μεγάλη ανομβρία του 1887/88. Εξαιτίας της ανομβρίας καταστράφηκε η παραγωγή σιτηρών και άλλων γεωργικών προϊόντων, πλήγηκε σοβαρότατα η κτηνοτροφία, προκλήθηκε πείνα και δυστυχία σε μεγάλο αριθμό οικογενειών και άρχισε μια αναταραχή, που θα μπορούσε να κλιμακωθεί σε εξέγερση. Ενώ η αγγλική διοίκηση άρχισε να συνειδητοποιεί το μέγεθος του προβλήματος και να παίρνει μερικά επείγοντα ανακουφιστικά μέτρα, η αντίδραση εναντίον της απλωνόταν και στις πόλεις, όπου συγκροτούσαν συλλαλητήρια, η δε πολιτική ηγεσία των Ελλήνων και των Τούρκων προέβαινε σε κοινά διαβήματα προς τη διοίκηση για την επίλυση των αμέσων, αλλά και των χρονιζόντων προβλημάτων του νησιού.

 

Μέσα απ' αυτό το κλίμα διαμορφώθηκε η πεποίθηση ότι τα προβλήματα έπρεπε να τεθούν από μια αντιπροσωπεία απ' ευθείας προς την αγγλική κυβέρνηση. Οι Τούρκοι διαφώνησαν σ' ορισμένα σημεία και στο ότι χρειαζόταν μετάβαση αντιπροσωπείας στην Αγγλία και αποχώρησαν. Έτσι την πρώτη κυπριακή πρεσβεία που πήγε τον Μάιο του 1889 στο Λονδίνο απετέλεσαν ο αρχιεπίσκοπος Σωφρόνιος, ο Θεόδωρος Περιστιάνης, ο Αχιλλέας Λιασίδης και ο Πασχάλης Κωνσταντινίδης. Ο Μπάλγουερ κατά τη διάρκεια της κρίσης αυτής ανέπτυξε εξαιρετικά μεγάλη δραστηριότητα. Κινητοποιώντας τις κρατικές υπηρεσίες, συγκέντρωνε στοιχεία και πληροφορίες, που μαζί με τα δικά του σχόλια και τις παρατηρήσεις στα έγγραφα και υπομνήματα των Κυπρίων, διοχέτευε στο υπουργείο Αποικιών, για να μπορέσει να αντικρούσει τις κυπριακές επικρίσεις κατά της αγγλικής διοίκησης και τις αξιώσεις για βελτίωση της θέσης των κατοίκων. Στα αλλεπάλληλα έγγραφα που υπέβαλε η πρεσβεία, με τα οποία διεκτραγωδείτο η κατάσταση, στην οποία είχε περιέλθει το νησί, οι Άγγλοι επίσημοι παρουσίαζαν τη δική τους εκδοχή και τα δικά τους επιχειρήματα ότι η κατάσταση των Κυπρίων είχε μάλλον βελτιωθεί και ότι δεν υπήρχε ιδιαίτερη ανησυχία για την παρούσα και μελλοντική εξέλιξη της κυπριακής οικονομίας. Τελικά η πρεσβεία επέστρεψε στην Κύπρο άπρακτη. Τα δυο επόμενα και τελευταία χρόνια της αρμοστείας του Μπάλγουερ οι καιρικές συνθήκες υπήρξαν πολύ ευνοϊκές, έτσι που η πλούσια συγκομιδή να δώσει την ευκαιρία για απάμβλυνση της οικονομικής κρίσης. Αυτή όμως ήταν τελείως προσωρινή, εφόσον οι αιτίες των μεγάλων προβλημάτων δεν είχαν τύχει ριζικής αντιμετώπισης και θεραπείας.

 

Έτσι, κατά τη διάρκεια της θητείας του Μπάλγουερ τα αγροτικά χρέη των κατοίκων συνέχισαν να κυμαίνονται σε πολύ ψηλά επίπεδα, μεταξύ 250-400 χιλιάδων λιρών, η εγκληματικότητα —παρά τις σύντονες προσπάθειες του ιδίου και του Νομοθετικού Συμβουλίου —ήταν αρκετά ψηλή, ενώ σ' άλλους τομείς, η πολιτική που καθορίστηκε το 1883/84 από την αγγλική κυβέρνηση για την αργή πρόοδο της Κύπρου είχε βρει την πλήρη εφαρμογή της. Στην παιδεία με μικρή κρατική χορηγία και μεγάλη ιδιωτική βοήθεια παρουσιάζονταν κάποιες ενθαρρυντικές αλλαγές, όπως επίσης και στις συγκοινωνίες, τη βιοτεχνία, το εμπόριο και την υγεία. Ο πληθυσμός, σύμφωνα με την απογραφή του 1891, είχε φθάσει τις 209.286 (από τους οποίους 158.585 ή ποσοστό 75,8%  Έλληνες και 47.926 ή ποσοστό 22,9% Τούρκοι) σε σύγκριση με 185.630 το 1881 (από  τους  οποίους 137.631 ή 73,9% Έλληνες και 45.458 ή 24,4% Τούρκοι).

 

Ο Μπάλγουερ αναχώρησε από την Κύπρο στις 5 Απριλίου 1892 αφυπηρετώντας ταυτόχρονα από τη δημόσια υπηρεσία της πατρίδας του. Την παραμονή της αναχώρησής του η εφημερίδα Φωνή τῆς Κύπρου (έτος Στ' [ΙΑ' ] 21/4 Μαρτίου 1892, αρ. 262 [491]), ανάμεσα σ' άλλα τον χαρακτηρίζει σαν τον «προστάτην τῶν πτωχῶν καί τῶν ἀδικουμένων, σεβαστόν τοῖς πᾶσι», ο οποίος αγάπησε την Κύπρο και φρόντιζε ώστε η διοίκηση να σέβεται τους πολίτες. Αναφέρει επίσης ότι με δικές του ενέργειες ιδρύθηκαν φιλανθρωπικά καταστήματα όπως το νοσοκομείο κοντά (τότε) στη Λευκωσία, το «τυφλοκομείον» και το φρενοκομείο στη Λευκωσία, το λεπροκομείο (πρόκειται ασφαλώς για ανακαίνιση, γιατί προϋπήρχε) και το νοσοκομείο της Κερύνειας. «Αἱ οἰνοπαραγωγοί ἐπαρχίαι», συμπληρώνει ο αρθρογράφος, «καθ’ ἑκάστην τό ὄνομα αὐτοῦ θά εὐλογῶσι».

 

Ο Σ. Χουρμούζιος, εξάλλου, ο εκδότης και συντάκτης της εφημερίδας Σάλπιγξ, ανασκοπώντας το τέλος της θητείας του Μπάλγουερ αναφέρει ότι σαν άτομο προσείλκυσε περισσότερο από τους προκατόχους του την αγάπη των Κυπρίων λόγω της προσήνειας και καλοκαγαθίας του, και παρατηρεί πολύ ορθά ότι και οι διαθέσεις του για την Κύπρο ήταν πολύ καλές «ὁσάκις αὗται δέν προσέκρουον εἰς τούς κανόνας τῆς πολιτικῆς, ἥτις διεχαράχθη ἀρχῆθεν καί ὑπηγορεύθη ἄνωθεν ἐν τῇ διοικήσει τῆς νήσου, καί τήν ὁποίαν ὢφειλε ν' ἀκολουθήσῃ ὡς πιστός ὑπάλληλος τῆς κυβερνήσεως» (Σάλπιγξ, Θ', αρ. 363, 8.2.1892).