Μωαβίας Muawiyah

Image

Εμίρης της Συρίας κατά τον 7ο μ.Χ. αιώνα, οπότε κατά τα μέσα του αιώνα αυτού διενήργησε τις πρώτες δυο — και ιδιαίτερα καταστροφικές — αραβικές επιδρομές κατά της Κύπρου (βλέπε και λήμμα Αράβων επιδρομές). Η πρώτη από τις επιδρομές αυτές συνέβη την άνοιξη του 647 και η δεύτερη λίγα χρόνια αργότερα, το 653. Ο Μωαβίας γεννήθηκε περί το 602 και πέθανε το 680. Καταγόταν από τη Μέκκα (μέλος της φυλής των Κοραϊσιτών) και εγκαθίδρυσε τη μουσουλμανική δυναστεία των Ουμμεγιαδών της Δαμασκού. Εμίρης της Δαμασκού (Συρίας), δηλαδή στρατιωτικός και πολιτικός διοικητής, από το 639/640. Χαλίφης από το 661 μέχρι τον θάνατό του το 680. Αναδείχθηκε σε ένα από τους ικανότερους Άραβες πολιτικούς και στρατιωτικούς ηγέτες, με σημαντικές πολεμικές νίκες στη Μεσοποταμία, την Αρμενία, τη Μικρά Ασία και την Κύπρο. Σε συνεργασία με τον εμίρη της Αιγύπτου, έθεσε τις βάσεις του πρώτου ισχυρού στόλου του αραβικού χαλιφάτου που υπήρξε και η πρώτη ναυτική δύναμη των Μουσουλμάνων. Ως χαλίφης, απεδείχθη σημαντικότατος αντίπαλος των Βυζαντινών, φθάνοντας έως τα τείχη της Κωνσταντινουπόλεως όπου όμως απέτυχε, ηττήθηκε κι αναγκάστηκε να υπογράψει 30ετή συνθήκη ειρήνης με τους Βυζαντινούς το 677.

 

Το 647 οργανώθηκε και πραγματοποιήθηκε η πρώτη σοβαρή και μεγάλη ναυτική επιχείρηση των Αράβων κατά της βυζαντινής Κύπρου, υπό την αρχηγία του ίδιου του εμίρη τότε της Συρίας Μωαβία (μερικά ελληνικά συγγράμματα τον αναφέρουν ως Μαυΐα), που εγκαινίασε και τη μακρά διαμάχη Βυζαντινών και Αράβων με επίκεντρο την Κύπρο, που κράτησε περί τους τρεις αιώνες (7ος-10ος) κι έπληξε καίρια ολόκληρο το νησί. Η πρώτη αυτή μεγάλη επιδρομή έγινε και με τη συνεργασία των Αιγυπτίων, υπό τις ευλογίες δε και του χαλίφη του Ισλάμ Οθμάν, που επείσθη να επιτρέψει την επιχείρηση από τον Μωαβία.

 

Οι πηγές αναφέρουν ένα πολύ μεγάλο αριθμό καραβιών που χρησιμοποιήθηκαν για την επιδρομή αυτή (1.700 σκάφη, με αρχηγό του στόλου τον Αβδαλλάχ* Ιμπν Καΐς). Πολλά από τα καράβια αυτά διέθεσε ο τότε εμίρης της Αιγύπτου Αβδαλλάχ* Ιμπν Σαάντ Ιμπν Αμπί Σαρ. Ο αιγυπτιακός στόλος πήρε μέρος στην επιδρομή κατά της Κύπρου πιθανότατα με κίνητρα εκδικητικά επειδή το νησί είχε ίσως χρησιμοποιηθεί ως βάση για την επίθεση του βυζαντινού στόλου κατά της Αλεξάνδρειας στα 646, με αρχηγό τον στρατηγό Μανουήλ.

 

Ο Μωαβίας, εμίρης της Συρίας από το 639/640, ίσως να είχε επίσης δεχθεί επιθέσεις Βυζαντινών στη Συρία με ορμητήριο την Κύπρο. Το 647 πάντως έφθασε στο νησί, κατέλαβε ύστερα από σύντομη πολιορκία την πρωτεύουσα Κωνσταντία (Σαλαμίνα) την οποία και λεηλάτησε και στη συνέχεια κούρσεψε και πολλά άλλα μέρη του νησιού, χτυπώντας ιδίως τους παραθαλάσσιους οικισμούς του. Ο στόλος απέπλευσε από την Άκρα (Πτολεμαΐδα) της Συρίας, την δε εκστρατεία ακολουθούσε και η σύζυγος του Μωαβία, η Φακχιτάχ, σύμφωνα προς την εντολή του χαλίφη Οθμάν. Τον συνόδευσε επίσης και η Ουμ-Χαράμ*, στενή συνεργάτιδα του ίδιου του προφήτη Μωάμεθ, που αναφέρεται ότι είχε πέσει από το μουλάρι της και σκοτωθεί κοντά στο Κίτιον, ετάφη δε στον χώρο όπου κτίστηκε το γνωστό τέμενος Χαλά Σουλτάν Τεκκέ, στην όχθη της αλυκής της Λάρνακας.

 

Ο Μωαβίας, αφού πέτυχε εύκολη νίκη, μεταξύ άλλων επέβαλε στους κατοίκους της Κύπρου να πληρώνουν στους Άραβες ετήσιο φόρο από 7.200 χρυσά νομίσματα, δηλαδή του ιδίου ύψους φόρο που κατέβαλλαν και στους Βυζαντινούς. Τελικά όμως έφυγε από το νησί όταν πληροφορήθηκε ότι ο ισχυρός στόλος των Βυζαντινών, υπό τον κουβικουλάριο Κακόρριζο, έπλεε προς την Κύπρο.

 

Η επιδρομή όμως αυτή δεν έληξε έτσι απότομα. Αποτέλεσμά της ήταν να εγκαινιαστεί ένα περίεργο καθεστώς «ουδετερότητας» της Κύπρου ή και συγκυριαρχίας μεταξύ Βυζαντινών και Αράβων, που περιελάμβανε και την μεταξύ τους ίση κατανομή των φόρων που κατέβαλλαν οι Κύπριοι.

 

Λίγα όμως χρόνια αργότερα, το 653, ο Μωαβίας οργάνωσε και δεύτερη επιδρομή κατά της Κύπρου, με την πρόφαση ότι οι Κύπριοι είχαν παραβεί τους όρους που είχαν τεθεί μετά την προηγούμενη επιδρομή του. Αυτή τη φορά ο στόλος του αριθμούσε 500 καράβια, με στόλαρχο και πάλι τον Αβδαλλάχ Ιμπν Καΐς. Δεν ηγήθηκε όμως ο ίδιος της επιδρομής αλλά αντ’ αυτού αρχηγός της επιχειρήσεως ήταν ο Αβού’ λ Αβάρ*. Πρώτος στόχος ήταν και πάλι η πρωτεύουσα Κωνσταντία που κατελήφθη και, ύστερα από λεηλασία 40 ημερών, κατεστράφη ολοσχερώς και δεν ξανακτίστηκε. Ο Αβού’ λ Αβάρ λεηλάτησε στη συνέχεια ολόκληρη σχεδόν την Κύπρο, της οποίας οι σημαντικές πόλεις καταστράφηκαν ολοσχερώς κι εγκαταλείφθηκαν. Η Πάφος πρόβαλε σθεναρή αντίσταση αλλά τελικά αναγκάστηκε να παραδοθεί ύστερα από σκληρή πολιορκία και μετά από υπογραφή συμφωνίας.

 

Φορτωμένος με λάφυρα, ο Αβού’ λ Αβάρ επέστρεψε κατόπιν στη Συρία, αφήνοντας  όμως  πίσω  στην  Κύπρο,  ως φρουρά, τις 12.000 των στρατιωτών του. Δεν είναι γνωστό πότε απεσύρθη το στράτευμα αυτό από την Κύπρο. Μια αραβική πηγή (Άραβας ιστορικός Baladhury) αναφέρει ότι η φρουρά αποσύρθηκε αρκετά πιο ύστερα, από τον γιο του Μωαβία, τον Ιζίδ. Φαίνεται όμως παράδοξο να παρέμεινε τόσο στράτευμα στην Κύπρο για πολύ καιρό, ιδίως όταν μετά τη δολοφονία του χαλίφη Οθμάν το 656 είχαν αρχίσει εσωτερικές και σοβαρές έριδες στο χαλιφάτο. Πιθανότερο φαίνεται ο στρατός να ανεκλήθη από τον ίδιο τον Μωαβία γύρω στα 659, όταν αυτός, πιεζόμενος από σοβαρά εσωτερικά προβλήματα, είχε υπογράψει συνθήκη ειρήνης με τους Βυζαντινούς.

 

Ο Μωαβίας ήταν, πάντως, ο πρώτος Άραβας ηγέτης που αντιλήφθηκε ότι στον πόλεμο και, γενικότερα, στην αντιπαράθεση Αράβων και Βυζαντινών, σημαντικότατη προϋπόθεση ήταν η ύπαρξη ισχυρής ναυτικής δύναμης˙ φαίνεται ακόμη ότι είχε κατανοήσει τη μεγάλη στρατηγική σημασία της Κύπρου καθώς και το μέγεθος των ωφελημάτων για τους Άραβες από τυχόν κατάληψή της.