Μυριανθόπουλος Κωνσταντίνος

Συγγραφέας ιστορικών μελετών. Γεννήθηκε το 1874 στο χωριό Πρόδρομος και ήταν ανεψιός του αρχιεπισκόπου Κυρίλλου Β΄ (1909-1916) και αδελφός των Κλεόβουλου και Σωκράτη Μυριανθοπούλου. Ο Κωνσταντίνος Μυριανθόπουλος έμαθε τα πρώτα του γράμματα στη Λευκωσία και ακολούθως μετέβη στην Παλαιστίνη και στη Συρία, όπου την περίοδο 1890-1892 φοίτησε σε διάφορες σχολές στα Ιεροσόλυμα, τη Βηρυτό και τη Δαμασκό. Το 1892 ο τότε Κύπριος πατριάρχης Αντιοχείας Σπυρίδων (1891-1898), ο οποίος καταγόταν από τη Λεμίθου, τον έστειλε στη Θεολογική Σχολή Χάλκης για να συνεχίσει τις σπουδές του. Ο μεγάλος σεισμός όμως που συνέβη το 1894 και κατέστρεψε τη Σχολή τον υποχρέωσε να εγκαταλείψει την Κωνσταντινούπολη και ακολούθως να επιστρέψει στη Δαμασκό όπου διορίστηκε γραμματέας των ελληνόφωνων αρχιερέων του πατριαρχείου Αντιοχείας (1897-1898). Κατά την περίοδο αυτή η ρωσική διπλωματία κατάφερε μέσω της Ρωσικής Παλαιστινιακής Εταιρείας να εξαναγκάσει σε παραίτηση τον πατριάρχη Σπυρίδωνα και να εκδιώξει τους ελληνόφωνους αρχιερείς του πατριαρχείου από τη Συρία. Ο Μυριανθόπουλος κατέγραψε όλα τα τραγικά γεγονότα της περιόδου αυτής στο προσωπικό του ημερολόγιο, το οποίο δημοσιεύθηκε αργότερα από τον Βενέδικτο Εγγλεζάκη στις Κυπριακές Σπουδές (1983).

 

Το 1900 ο Μυριανθόπουλος ενεγράφη στο Πανεπιστήμιο Αθηνών όπου σπούδασε φιλολογία και νομικά. Το 1905 ανακηρύχθηκε διδάκτορας της Νομικής ενώ τρία χρόνια αργότερα, το 1908, έλαβε άδεια να δικηγορεί ενώπιον του Αρείου Πάγου. Το 1910 μετέβη στην Ικαρία ως διοργανωτής και επόπτης των σχολείων. Εκεί του ανετέθησαν επίσης χρέη σχολάρχη και ιεροκήρυκα. Το 1911 επέστρεψε στην Κύπρο και εγκαταστάθηκε στη Λεμεσό όπου εργάστηκε ως δικηγόρος. Τον επόμενο χρόνο κλήθηκε από τον Ίωνα Δραγούμη στην Αθήνα και ανέλαβε εμπιστευτική αποστολή στα Δωδεκάνησα τα οποία, στο μεταξύ, είχαν καταληφθεί από τους Ιταλούς. Υπήρξε ένας από τους κυριότερους συντελεστές της επανάστασης στην Ικαρία στην οποία υπηρέτησε και ως σύμβουλος της Ελεύθερης Πολιτείας της Ικαρίας. Μετά την προσάρτηση του νησιού από το Ελληνικό κράτος, του ανετέθησαν από το υπουργείο Εξωτερικών διάφορα διοικητικά καθήκοντα. Στην Κύπρο επανήλθε το 1915 και εργάστηκε ως γραμματέας και αρχειοφύλακας της Αρχιεπισκοπής. Στο διάστημα 1920-1937, 1938-1939 και 1942-1946, δίδαξε στο Παγκύπριο Γυμνάσιο γεωγραφία, ιστορία, πολιτική, οικονομία και αγωγή του πολίτη.

 

Δημοσίευσε πολλές μελέτες σε περιοδικά και εφημερίδες, όπως στις Κυπριακές Σπουδές και τα Κυπριακά Γράμματα. Πολλές άλλες παραμένουν ανέκδοτες. Το 1934 εξέδωσε στη Λευκωσία το βιβλίο Χατζηγεωργάκης Κορνέσιος, ὁ διερμηνεύς της Κύπρου, 1799-1809. Πέθανε το 1962.