Νεοφύτος άγιος εγκλείστρα, Πάφος

Image

Η εγκλείστρα και το μοναστήρι του Αγίου Νεοφύτου βρίσκονται 10 περίπου χιλιόμετρα βορειοδυτικά της πόλης της Πάφου. Αρχικά το μοναστήρι ταυτιζόταν με την εγκλείστρα ή πιο σωστά ήταν λαξευμένο και μερικώς κτισμένο στον γκρεμό στον οποίο ήταν λαξευμένη και η εγκλείστρα. Η εγκλείστρα ήταν αρχικά μικρή φυσική σπηλιά στην ανατολική πλευρά ενός λόφου μπροστά στον οποίο βρισκόταν βαθιά χαράδρα. Στο βάθος της χαράδρας βρισκόταν χείμαρρος. Όταν ο άγιος Νεόφυτος εγκαταστάθηκε εκεί, το βάθος της χαράδρας ήταν 25-26 μέτρα περίπου, αφού όπως ο ίδιος λέγει, όταν έσκαβε μικρό αποχωρητήριο στο ύψος της νέας εγκλείστρας που βρίσκεται πάνω από την πρώτη εγκλείστρα, κινδύνευσε να πέσει σε γκρεμό βάθους 18 οργιών, δηλαδή 32-34 μ.

 

Ο άγιος Νεόφυτος (για τον οποίο βλέπε εκτενώς πιο πάνω), εγκαταστάθηκε στην εγκλείστρα το 1159 σε ηλικία 25 ετών όπως αναφέρει ο ίδιος στην Τυπική του Διαθήκη. Προηγουμένως είχε παραμείνει στο μοναστήρι του Χρυσοστόμου, κοντά στον Κουτσοβέντη, για 7 χρόνια σαν μοναχός. Εκεί έμαθε και τα γράμματα. Επειδή ήθελε να ζήσει ασκητική ζωή, πράγμα για το οποίο δεν συμφωνούσε ο ηγούμενος του μοναστηριού, πήγε στους Αγίους Τόπους όπου έμεινε για έξι μήνες αναζητώντας κατάλληλο μέρος για άσκηση. Επειδή δεν βρήκε αυτό που ζητούσε, ξαναγύρισε στο μοναστήρι του Χρυσοστόμου. Εκεί συνάντησε ξανά την άρνηση του ηγουμένου να του επιτρέψει να ζήσει ασκητική ζωή κι αποφάσισε να πάει στο όρος Λάτρος, περίφημο για τα μοναστήρια και τους ασκητές του. Γι’ αυτό πήγε στην Πάφο για να αναχωρήσει με πλοίο στη Μικρά Ασία, κοντά στην αρχαία Μίλητο. Εκεί όμως συνελήφθη κι φυλακίσθηκε ένα ημερονύκτιο. Οι φύλακες του πήραν και τα δυο χρυσά νομίσματα που θα χρησιμοποιούσε για να πληρώσει τα ναύλα. Αφού αποφυλακίσθηκε αποφάσισε να ζητήσει κατάλληλο για άσκηση χώρο στους λόφους που βρίσκονται στα βόρεια της πόλης της Πάφου. Έτσι βρήκε τη φυσική σπηλιά την οποία μετέτρεψε σε ασκητήριο, σ’ ένα έρημο, δύσβατο κι απόκρημνο μέρος. Ο άγιος Νεόφυτος άρχισε να λαξεύει το κελλί του, μέσα στο οποίο ετοίμασε και τον τάφο του, και εκκλησία την οποία αφιέρωσε στον Τίμιο Σταυρό. Το κελλί του επικοινωνούσε με το βήμα της εκκλησίας. Ο άγιος Νεόφυτος έμεινε μόνος στην εγκλείστρα μέχρι το 1170. Τότε ο επίσκοπος Πάφου Βασίλειος Κίνναμος τον χειροτόνησε ιερέα και τον έπεισε να δεχθεί ένα μαθητή αφού του πρόσφερε το αναγκαίο σιτηρέσιο.

 

Η φήμη του αγίου Νεοφύτου εξαπλώθηκε γρήγορα και πολλοί έσπευδαν να μονάσουν εκεί ή και να ακούσουν τα κηρύγματά του. Το 1167, πιθανότατα, συνέταξε το πρώτο Τυπικό της εγκλείστρας, στο οποίο καθόριζε πολύ μικρό αριθμό μοναχών. Όταν το 1214 συνέταξε την Τυπική του Διαθήκη όριζε τον αριθμό των μοναχών σε 15 ή ακόμη και 18.

 

Εικοσιτέσσερα χρόνια ύστερα από τη λάξευση της εγκλείστρας, δηλαδή το 1183, ο άγιος Νεόφυτος αναφέρει ότι η εγκλείστρα, δηλαδή η εκκλησία του Τιμίου Σταυρού και το κελλί του, διακοσμήθηκαν με τοιχογραφίες. Με την πληροφορία αυτή της Τυπικής Διαθήκης συμφωνεί και η κτιτορική επιγραφή που σώζεται στο κελλί του αγίου, κάτω από την τοιχογραφία της Δέησης και την προσωπογραφία του.

 

Η κατάκτηση της Κύπρου από τον Άγγλο βασιλιά Ριχάρδο τον Λεοντόκαρδο το 1191 και η εγκατάσταση του φραγκικού βασιλείου είχαν σαν αποτέλεσμα την οικονομική καταστροφή και την πείνα των κατοίκων, και κατά συνέπεια και την ανέχεια του μοναστηριού της εγκλείστρας. Όπως ο ίδιος αναφέρει ἀλωθεῖσα δέ ἡ χῶρα ἡμῶν παρά τῶν Λατίνων καί στενωθέντες πάντες ἄνθρωποι ἐκ παντός ἀναγκαίου, εἰκός ἦν πάντως καί ἡμᾶς στενωθῆναι, διά τό καί τούς ἀδελφούς πλεονάσαι καί τήν ἔξοδον αὐξηθῆναι, οὐ διά τῶν ἰδίων ἁπλῶς, ἀλλά καί διά τῶν καθ’ ἡμέραν ἐπιδημούντων ξένων διά τό τῆς Ἐγκλείστρας ὀνομαστόν. Για τον λόγο αυτό ο άγιος Νεόφυτος επέτρεψε να αποκτήσει το μοναστήρι μικρή έκταση καλλιεργήσιμης γης, αμπέλι και κοπάδι ώστε να παράγει μόνο του τα αναγκαία για τη συντήρησή του.

 

Ταυτόχρονα, με τη λάξευση των κελλιών στην ανατολική πλευρά του λόφου, τμήμα της χαράδρας που βρισκόταν μπροστά γέμισε από τα απορρίμματα των βράχων και το χώμα και μεταβλήθηκε σε περιβόλι. Όπως ήταν επόμενο σε εποχές πολυομβρίας ο χείμαρρος που έρεε στο βάθος της χαράδρας πλημμύριζε το περιβόλι με βράχους και το διέβρωνε. Παρ’ όλα αυτά οι μοναχοί με πολύ κόπο φρόντιζαν να διατηρούν το περιβόλι αυτό.

 

Το 1197 ο άγιος Νεόφυτος, για να αποφύγει τις ενοχλήσεις από τους επισκέπτες, αποφάσισε να λαξεύσει για τον εαυτό του άλλο κελλί, σε ψηλότερο επίπεδο που θα ήταν απρόσιτο στους επισκέπτες. Αφού τέλειωσε το κελλί, ο άγιος αποφάσισε να λαξεύσει κι ένα μικρό αποχωρητήριο, νοτιότερα και μακριά από την εγκλείστρα. Γι’ αυτό έσκαψε στον βράχο ένα μικρό μονοπάτι, στο άκρο του οποίου άρχισε να σκάβει τον βράχο. Ένας βράχος όμως ξεκόλλησε από το σημείο που έσκαβε και πλάκωσε το ένα πόδι και πλήγωσε ένα δάκτυλο του αριστερού χεριού, ενώ το άλλο πόδι και το σώμα του αγίου βρέθηκαν μετέωρα. Στις επικλήσεις του αγίου προς την Θεοτόκο και τον Χριστό για βοήθεια και σωτηρία προσέτρεξαν οι μοναχοί οι οποίοι, τοποθετώντας ξύλινη σκάλα, έσπασαν με σφύρα τον βράχο κι ελευθέρωσαν τον άγιο. Μετά την θεραπεία του δακτύλου του ο άγιος Νεόφυτος συνέχισε το σκάψιμο και το ολοκλήρωσε, ύστερα από διακοπή για την περίοδο της νηστείας, μετά το Πάσχα. Τέλος ο άγιος έσκαψε άλλο κελλί στη βόρεια πλευρά του γκρεμού και το αφιέρωσε στον άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο. Όπως ήταν φυσικό το πρόσωπο τόσο του νέου κελλιού του όσο και του σπηλαίου του Προδρόμου, όπως και όλων των άλλων κελλιών και της εγκλείστρας ήταν κτιστά.

 

Πόσα και ποια ήταν τα κελλιά και τα άλλα κτίσματα του μοναστηριού της εγκλείστρας γνωρίζουμε από την περιγραφή τους στην Τυπική Διαθήκη. Ο ίδιος ο άγιος Νεόφυτος στο εικοστό κεφάλαιο της Τυπικής Διαθήκης περιγράφει ως εξής το μοναστήρι της εγκλείστρας: Ἄνωθεν τῆς Ἐγκλείστρας ἐδομησάμεθα πύλην φιλοπόνως μεγάλην, καθιστήρια καί ἀνακλιντήρια ἔχουσα βάθρα καί ἀνάπαυσιν ἱκανήν. Γνούς δέ ἐγώ ἐν αὐτῇ δόλον τινά καί μιασμόν γεγονότα, ἔφην «Εἶδε χθές ἀνάπαυσις, κολάσεως αἴτιος» καί παρεκάλεσα τούς ἀδελφούς καθελεῖν αὐτήν ἕως κρηπίδων αὑτῆς, καί ἄπωθεν πάλιν αὐτῆς ἀνωτέρω δομηθῆναι ἄλλην πύλην, μήτε ὄροφον εὐρύν μήτε καθιστήρια ἐν αὐτῇ σκευάσει˙ ἣτις καί ἀδόλως σύν Θεῷ συνίσταται ἕως ἄρτι.

 

Εἶτα μαγκιπεῖον, μαγειρεῖον, ἀποθήκη, μέ τό ἀνώγαιον αὐτῆς εἰς γεννημάτων ἀπόθεσιν, διάφορα τε κελλία καί ἕτερα δύο ἐν τῷ κήπῳ˙ ὁμοίως καί τά ἐν τῇ κρήνῃ κελλία, ὄντα κατώγαια ζωοστάσια καί ἀχυρώνιον, τά δε ἀνώγαια οἰκητήρια. Εἶτα τό οἰκονομεῖον καί τό ἄνωθεν αὐτοῦ  ἡλιακόν πεντακάμαρον, ἐντός δέ τῶν αὐτῶν καμάρων ἡ ἐν τῷ κρημνῷ λαξευθεῖσα τράπεζα τοῦ  ἀρίστου.

 

Εἶτα ὁ νάρθηξ καί τό αὐτοῦ  ὑπερῶον σκευοφυλάκιον˙ καί τό τούτου πάλιν ἀνώτερον ἁγιαστήριον ἐμοί καί ἱερόν ἀκροατήριον, ἐφ’ ᾦ  ἁγιάζομαι τῇ μετοχῇ τῶν τοῦ Χριστοῦ μυστηρίων καί τῶν θείων ὕμνων ταῖς ἐπωδαῖς˙ καί πάλιν, ἐπάνωθεν τοῦ ρηθέντος ἁγιαστηρίου, ἡ καινοτέρα ἐγκλείστρα νέα σιών, τό πλῆρες ἔργον προνοίας θεοῦ˙ καί ἕτερον κελλίον τό ἐπονομασθέν τοῦ προδρόμου, ἐν τῷ κρημνῷ λαξευτόν.

 

Εἶτα πάλιν, ἡ  ἐν τῷ χειμάρρῳ μεγίστη οἰκοδομή, μετά πλείστων ἁψίδων ἐργωδεστέρως δομησαμένη...

 

Σήμερα από τα κτίσματα και τα λαξευτά κελλιά που αναφέρει ο άγιος Νεόφυτος, υπάρχουν τα εξής: Η εκκλησία της εγκλείστρας με τον νάρθηκα και το σκευοφυλάκιο που είναι πάνω απ’ αυτόν, το κελλί του αγίου όπου και ο τάφος του και η τράπεζα βορειότερα. Στα νότια του νάρθηκα υπάρχουν τα υπολείμματα δυό κελλιών λαξευμένων στον βράχο. Τα υπολείμματα ενός άλλου λαξευτού κελλιού διακρίνονται στο βόρειο άκρο του ηλιακού. Πάνω από την εκκλησία της εγκλείστρας υπάρχει το «αγιαστήριον» ή «ιερόν ακροατήριον» από το οποίο ο άγιος παρακολουθούσε τη θεία λειτουργία, και πιο ψηλά το νέο του κελλί «Νέα Σιών» και το κελλί του Προδρόμου. Ο πεντακάμαρος ηλιακός αποκαταστάθηκε το 1963. Προηγουμένως είχε καταστραφεί και αντικατασταθεί με ξύλινους πασσάλους και δοκίδες. Όλα τα άλλα κτίσματα που αναφέρει έχουν καταστραφεί. Ακόμη και ο γκρεμός καταχώσθηκε το 1963 από τον τότε ηγούμενο του μοναστηριού με αποτέλεσμα να αλλάξει τελείως μορφή η εγκλείστρα.

 

Ο άγιος Νεόφυτος πέθανε μετά το 1214, οπότε έγραψε την Τυπική Διαθήκη του. Πότε ακριβώς πέθανε δεν είναι γνωστό. Τον άγιο Νεόφυτο διαδέχθηκε σαν ηγούμενος της εγκλείστρας ο ανεψιός του ιερομόναχος Ησαΐας, οικονόμος του μοναστηριού, τον οποίο όρισε ο ίδιος στο 16ο κεφάλαιο της Τυπικής του Διατάξεως. Ο άγιος Νεόφυτος ήταν ένας από τους πολυγραφότερους συγγραφείς της Μέσης Βυζαντινής περιόδου. Ο ίδιος αναφέρει ότι έγραψε δεκαέξι βιβλία. (Βλ. λεπτομέρειες στο λήμμα Νεόφυτος άγιος ο Έγκλειστος).

 

Επί αγίου Νεοφύτου η βιβλιοθήκη της εγκλείστρας εκτός από τα βιβλία του αγίου είχε άλλα 50 περίπου βιβλία περιλαμβανομένων και των λειτουργικών. Σήμερα σώζονται σε διάφορες βιβλιοθήκες 30 περίπου χειρόγραφα που ανήκαν στην εγκλείστρα. Ο άγιος Νεόφυτος αναφέρει ότι υπήρχαν στο μοναστήρι 30 εικόνες, κειμήλια, σταυροί και λείψανα αγίων.

 

Έχουμε αναφέρει ότι αμέσως μετά την κατάκτηση της Κύπρου από τους Φράγκους το μοναστήρι της εγκλείστρας είχε αποκτήσει μικρή ακίνητη περιουσία. Από τις αρχές του 13ου αιώνα αναφέρεται ένα τουλάχιστον μετόχι του μοναστηριού, ο Μέγας Ἅγιος Ἐπιφάνιος τῶν Κουβουκλίων που είχε παρεκκλήσι τον Άγιο Δημήτριο της Νικοκλείας και τον Άγιο Ανδρόνικο των Μανδρών.

 

Δεν γνωρίζουμε τίποτε για τους διαδόχους του Ησαΐα και την κατάσταση του μοναστηριού της εγκλείστρας. Στις αρχές του 16ου αιώνα κτίσθηκε το καθολικό του μοναστηριού του Αγίου Νεοφύτου 100 μ. περίπου ανατολικά της εγκλείστρας και πιθανότατα λίγα κελλιά ολόγυρα. Το 1503 έγιναν επισκευές στις τοιχογραφίες του ναού της εγκλείστρας με δαπάνη του μοναχού Νεοφύτου που πέθανε το 1512 και χαρακτηρίζεται «νέος κτίτωρ» του μοναστηριού. Το 1521 αναφέρεται ο θάνατος του ηγουμένου Ιωακείμ. Το 1523 επισκέφθηκε το μοναστήρι της εγκλείστρας ο πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Ιερεμίας Β' και έμεινε εκεί 17 ημέρες. Στα μέσα του 16ου αιώνα το εισόδημα του μοναστηριού ήταν 200 δουκάτα. Το 1583 οι Τούρκοι κατέσχον την περιουσία του μοναστηριού και το μοναστήρι σχεδόν διαλύθηκε. Το καθολικό έπαθε πολλή φθορά λόγω σεισμού και οι περισσότερες τοιχογραφίες του καταστράφηκαν. Την ανακαίνιση του καθολικού και του μοναστηριού ανέλαβε ο ηγούμενος Λεόντιος που κατάφερε να κηρυχθεί από τον αρχιεπίσκοπο Χριστόδουλο το 1611 σαν σταυροπήγιο το μοναστήρι του Αγίου Νεοφύτου. Το σταυροπήγιο επικύρωσε, με ενέργειες του Λεοντίου, και ο πατριάρχης Κύριλλος Λούκαρις το 1631. Στις αρχές του 18ου αιώνα αναφέρεται ηγούμενος ο Νικηφόρος. Το 1724 νέος ηγούμενος αναφέρεται ο Ιωαννίκιος. Το 1735 ηγούμενος εξελέγη ο Τιμόθεος. Τότε επισκέφθηκε το μοναστήρι ο Ρώσος μοναχός Βασίλι Μπάρσκυ που έμεινε εκεί τρεις ημέρες και το σχεδίασε. Ο Μπάρσκυ αναφέρει ότι υπήρχαν τότε δέκα κελλιά αλλά μόνο δυο-τρεις μοναχοί. Το 1746 διορίσθηκε ηγούμενος ο έξαρχος της Αρχιεπισκοπής Πανάρετος που παραιτήθηκε όμως ύστερα από λίγες μέρες και τον διαδέχθηκε ο ηγούμενος Αθανάσιος (1746-1757). Επί Αθανασίου αποκαλύφθηκε ο τάφος του αγίου, που είχε λησμονηθεί, και τα λείψανά του μεταφέρθηκαν στο καθολικό του μοναστηριού. Μετά την απομάκρυνση του ηγουμένου Αθανασίου, λόγω οικονομικών ατασθαλιών, διορίσθηκε επιστάτης του μοναστηριού ο γέρων μοναχός Χρύσανθος. Το 1759 ηγούμενος εξελέγη ο Γεράσιμος Β΄. Μετά τον θάνατο του Γερασίμου διορίσθηκε επιστάτης του μοναστηριού ο ιεροδιάκονος Κύριλλος που προχειρίσθηκε οικονόμος. Το 1774 λόγω ασθενείας παραιτήθηκε και ανέλαβε την διαχείριση του μοναστηριού ο ιερομόναχος Μελέτιος. Ο αρχιεπίσκοπος Χρύσανθος διόρισε το 1775 τον οικονόμο Κύριλλο σαν επιστάτη του μοναστηριού αλλά τον Νοέμβριο του ίδιου χρόνου ο Κύριλλος ζήτησε και απαλλάγηκε από την επιστασία και τότε ανέλαβε σαν επιστάτης ο αρχιμανδρίτης Ιωαννίκιος. Μετά τον θάνατο του Ιωαννικίου διορίσθηκε επιστάτης του μοναστηριού ο σύγκελλος του μοναστηριού Θεοφάνης το 1786. Ο Θεοφάνης ήταν αντιγραφέας. Τον Θεοφάνη διαδέχθηκε σαν ηγούμενος, το 1801, ο Ιωακείμ ο Μελισσοβούκας που μαρτύρησε το 1821. Το 1823 διορίσθηκε οικονόμος του μοναστηριού ο Χρύσανθος. Το 1833 ανέλαβε επιστάτης του μοναστηριού ο οικονόμος Χρύσανθος. Τον Χρύσανθο διαδέχθηκε γύρω στα 1855 ο ιερομόναχος Γρηγόριος, που έμεινε σαν επιστάτης του μοναστηριού μέχρι το 1894. Το 1898 διορίσθηκε ηγούμενος ο Ιάκωβος Μυριανθεύς που έμεινε ηγούμενος μέχρι τον θάνατό του το 1933. Τον Ιάκωβο διαδέχθηκε ο αρχιμανδρίτης Λαυρέντιος που πέθανε το 1962 και τον διαδέχθηκε για σύντομο χρονικό διάστημα ο Λεόντιος. Μετά τον θάνατο του Λεοντίου ηγούμενος έγινε ο Σωφρόνιος που αντικαταστάθηκε από τον αρχιμανδρίτη Αλέξιο το 1963. Μετά τον θάνατο του ηγουμένου Αλεξίου, ηγούμενος εξελέγη ο αρχιμανδρίτης Χρυσόστομος. Μετά την εκλογή του ηγουμένου Χρυσοστόμου σαν μητροπολίτη Πάφου το 1978, ηγούμενος εξελέγη ο αρχιμανδρίτης Λεόντιος.

 

Όπως φαίνεται το μοναστήρι του Αγίου Νεοφύτου παρήκμασε κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας και ο αριθμός των μοναχών του είχε μειωθεί σημαντικά. Γι’ αυτόν άλλωστε τον λόγο και δεν διοριζόταν ηγούμενος αλλά επιστάτης του μοναστηριού. Παρά την έλλειψη όμως μοναχών, οι επιστάτες του 18ου και 19ου αιώνα φρόντισαν να αγοράσουν μεγάλες εκτάσεις γης και δημιούργησαν μετόχια, σημαντικότερο από τα οποία είναι το μετόχι του Ανατολικού.

 

Η εγκλείστρα του αγίου Νεοφύτου έχει διασώσει μερικές από τις πιο σημαντικές τοιχογραφίες του τέλους του 12ου αιώνα και των αρχών του 13ου αιώνα. Ο ίδιος ο άγιος Νεόφυτος αναφέρει ότι ἐν τῷ εἰκοστῷ τετάρτῳ  ἔτει τῆς καθείρξεώς μου, ἱστορήθη τελείως ἡ  Ἐγκλείστρα. Τούτο αναφέρει και η σχετική επιγραφή στο κελλί του αγίου. Η επιγραφή, μας έχει διασώσει και το όνομα του ζωγράφου. Έτσι κατά το 1183 ο ζωγράφος Θεόδωρος Αψευδής διακόσμησε με τοιχογραφίες ολόκληρη την εγκλείστρα, δηλαδή τον κυρίως ναό, το βήμα και το κελλί του αγίου. Από τις τοιχογραφίες όμως αυτές μόνο εκείνες του βήματος, μ’ εξαίρεση την τοιχογραφία του Παντοκράτορος και της Παναγίας και του Προδρόμου που τον συνοδεύουν, και οι τοιχογραφίες του κελλιού του αγίου έχουν σωθεί. Οι τοιχογραφίες του κυρίως ναού έχουν αντικατασταθεί τελείως και μόνο ελάχιστα υπολείμματα από τις τοιχογραφίες του Θεοδώρου Αψευδούς έχουν σωθεί.

 

Στο κελλί του αγίου έχουν σωθεί οι ακόλουθες τοιχογραφίες: Η Δέηση, με τον Χριστό ένθρονο και όρθιους την Θεοτόκο και τον Πρόδρομο. Στο κάτω μέρος εικονίζεται γονυπετής ο άγιος Νεόφυτος με τα χέρια υψωμένα σε δέηση. Η Δέηση είναι ζωγραφισμένη στη βόρεια πλευρά, πάνω από το λίθινο γραφείο και τη λίθινη κλίνη του αγίου. Απέναντι στον νότιο τοίχο είναι ζωγραφισμένη η Σταύρωση και ο Ανδρέας ο κατά Χριστόν Σαλός. Στ’ ανατολικά της Σταύρωσης υπάρχουν υπολείμματα ενός όρθιου αγίου. Ο ανατολικός τοίχος του κελλιού ήταν διακοσμημένος με τις όρθιες μορφές τεσσάρων στρατιωτικών αγίων, που σήμερα είναι πολύ κατεστραμμένοι. Ο πρώτος άγιος έχει καταστραφεί τελείως ενώ σώζονται μεγάλα τμήματα των τριών άλλων, από τους οποίους ο ένας είναι ο Θεόδωρος ο Στρατηλάτης και πιθανώς οι άγιοι Δημήτριος και Προκόπιος. Στην οροφή του κελλιού ήταν ζωγραφισμένοι μέσα σε μετάλλια προφήτες από τους οποίους σώζεται ο Δανιήλ, ενώ άλλων δυο, του Δαυίδ και του Ησαΐα, σώζονται μικρά τμήματα. Στο ανατολικό ήμισυ του βόρειου τοίχου είναι ο τάφος του αγίου. Στο δυτικό άκρο του τάφου είναι ζωγραφισμένη η Σταύρωση ενώ στον βόρειο τοίχο σε μικρή κόγχη είναι ζωγραφισμένη η Θεοτόκος ένθρονος στον τύπο της Οδηγήτριας ανάμεσα σε δυο επισκόπους και πιο ανατολικά η Ανάσταση του Χριστού στον συνηθισμένο τύπο της εις Άδου Καθόδου. Πάνω από τον τάφο υπάρχουν υπολείμματα ενός από τους αγίους Αναργύρους.

 

Στον ανατολικό τοίχο του βήματος, που σχηματίζει μια αβαθή αψίδα, είναι ζωγραφισμένη ψηλά πάνω η Ανάληψη και κάτω η Θεοτόκος όρθια με τα χέρια υψωμένα σε δέηση ανάμεσα στους ιεράρχες Χρυσόστομο και Βασίλειο. Πίσω από τον άγιο Βασίλειο εικονίζονται ο άγιος Επιφάνιος και ο άγιος Νικόλαος. Στην πλευρά του βράχου, απέναντι από την Ανάληψη, εικονίζεται ο άγιος Νεόφυτος όρθιος ανάμεσα στους αρχαγγέλους Μιχαήλ και Γαβριήλ που τον κρατούν από τους ώμους.

 

Στο βόρειο τοίχο του βήματος πάνω από τη θύρα που οδηγεί στο κελλί του αγίου εικονίζονται ο Χριστός Εμμανουήλ όρθιος και ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου. Χαμηλά κάτω στους τοίχους του κελλιού εικονίζονται όρθιοι ασκητές σε μετωπική στάση: Εφραίμ ο Σύρος, Κυριακός ο Αναχωρητής, Θεόδωρος ο ηγιασμένος, Παχώμιος, Ιλαρίων και Ευθύμιος. Οι τοιχογραφίες αυτές είναι έργο του Θεοδώρου του Αψευδούς. Ξεχωρίζουν για τη ραδινότητα των εικονιζομένων μορφών, τη χρήση απαλών και περιορισμένης κλίμακος χρωμάτων και τις οφιοειδείς απολήξεις των άκρων των ιματίων. Χαρακτηρίζονται ακόμη από μια καλλιγραφική απόδοση των μορφών και την ευγένεια και αξιοπρέπεια στις στάσεις των εικονιζομένων αγίων και τη σχετική έλλειψη της τρίτης διάστασης και του όγκου, ιδιαίτερα των σωμάτων.

 

Στην οροφή του δυτικού τμήματος του βήματος εικονίζονται σε κύκλο ο Παντοκράτωρ και στα δυο τρίγωνα η Θεοτόκος και ο Πρόδρομος στηθαίοι σε στάση δέησης. Οι τοιχογραφίες αυτές είναι έργο του ζωγράφου ο οποίος ζωγράφισε τη Φιλοξενία του Αβραάμ και επιζωγράφισε ορισμένες άλλες σκηνές του κυρίως ναού της εγκλείστρας το 1503. Όπως έχει ήδη σημειωθεί ο Θεόδωρος Αψευδής είχε ζωγραφίσει και τον κυρίως ναό της εγκλείστρας. Άγνωστο όμως για ποιο λόγο, οι τοιχογραφίες αυτές αντικαταστάθηκαν από άλλες λίγο αργότερα, πιθανότατα στις αρχές του 13ου αιώνα, τελείως διαφορετικής τεχνοτροπίας. Στις τοιχογραφίες αυτές, που σώζονται μέχρι σήμερα, κυριαρχεί η σχηματική γραμμή. Τα χρώματα είναι αλαμπή και εξαιρετικά περιορισμένα, και τα σώματα χωρίς βάρος ή όγκο. Η σχηματοποίηση, που φθάνει σε υπερβολή, εκτείνεται και στα δένδρα και γενικά σ’ όλα τα παραπληρωματικά στοιχεία των τοιχογραφιών.

 

Μ’ εξαίρεση την ανακαίνιση των τοιχογραφιών της Φιλοξενίας του Αβραάμ στον νότιο τοίχο και του Μυστικού Δείπνου και του Νιπτήρα και τμήματος της σκηνής της Προσευχής στον Κήπο της Γεθσημανή στον δυτικό τοίχο, που έγινε το 1503, όλες οι άλλες τοιχογραφίες μπορούν να χρονολογηθούν στις αρχές του 13ου αιώνα.

 

Οι τοίχοι του κυρίως ναού της εγκλείστρας διαιρούνται σε δυο ζώνες. Στην πάνω ζώνη εικονίζεται ο κύκλος των Παθών και της Ανάστασης και κάτω όρθιοι ασκητές. Στην οροφή εικονίζεται η Ανάληψη. Ο κύκλος των Παθών αρχίζει με τον Μυστικό Δείπνο, στο νότιο άκρο του δυτικού τοίχου, και συνεχίζεται με τον Νιπτήρα, την Προσευχή στον Κήπο της Γεθσημανή, την Προδοσία, την δίκη του Χριστού από τον Πιλάτο, τον δρόμο προς τον Γολγοθά και τη Σταύρωση, ακολουθεί η Αποκαθήλωση, ο Επιτάφιος Θρήνος που έχει πάθει πολλή καταστροφή, η εις Άδου Κάθοδος (Ανάσταση) και η σκηνή του Μη μου άπτου.

 

Στην κάτω ζώνη εκτός από τη Φιλοξενία του Αβραάμ στον νότιο τοίχο, στον δυτικό τοίχο εικονίζονται οι άγιοι Αντώνιος, Αρσένιος, Ευθύμιος, Αμούν ο Νιτριώτης, Ανδρόνικος, Δανιήλ ο Σκητιώτης, Θεοδόσιος ο Κοινοβιάρχης, Ιωάννης της Κλίμακος, Ονούφριος, Μακάριος και Στέφανος ο Νέος. Στ’ ανατολικά του εικονοστασίου, στον βόρειο τοίχο εικονίζεται ο Χριστός ένθρονος και στα δεξιά του ένας επίσκοπος κατεστραμμένος.

 

Στον ανατολικό τοίχο και στην ορθογωνική κόγχη του Σταυρού εικονίζονται ο άγιος Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός και οι αρχάγγελοι Μιχαήλ και Γαβριήλ. Στον νότιο τοίχο της κόγχης εικονίζεται άγνωστος ιεράρχης. Στη συνέχεια του ανατολικού τοίχου, κάτω από την Αποκαθήλωση, εικονίζονται οι άγιοι Κωνσταντίνος και Ελένη και δεξιότερα, στα βόρεια της εισόδου, τα υπολείμματα ενός επισκόπου. Στα νότια της θύρας έχουν σωθεί το κεφάλι ενός μοναχού χωρίς φωτοστέφανο, που σημαίνει ότι κατά τον χρόνο της απεικόνισης της μορφής του ήταν ζωντανός, πιθανότατα ο άγιος Νεόφυτος, και νοτιότερα δυο άγιοι στυλίτες από τους οποίους ο ένας είναι ο Δανιήλ ο Στυλίτης και ο άλλος ίσως ο Συμεών ο Στυλίτης.

 

Στον νάρθηκα της εγκλείστρας πάνω από την είσοδο είναι ζωγραφισμένος ο Ευαγγελισμός και δεξιά και αριστερά της εισόδου, όρθιοι, ο απόστολος Παύλος και ο άγιος Σάββας, δεξιά, και ο απόστολος Πέτρος και μισοκατεστραμμένος ο Γρηγόριος ο Θεολόγος. Σε κόγχη στον νότιο τοίχο του νάρθηκα υπάρχουν υπολείμματα ενός άλλου ιεράρχη. Από απόψεως τεχνικής και τεχνοτροπίας οι τοιχογραφίες αυτές διαφέρουν τόσο από τις παλαιές τοιχογραφίες όσο και από τις ανακαινισμένες τοιχογραφίες της εγκλείστρας του 1503. Αντίθετα συνδέονται με τις τοιχογραφίες του καθολικού του μοναστηριού του Αγίου Νεοφύτου.

 

Το καθολικό του μοναστηριού του Αγίου Νεοφύτου κτίσθηκε πιθανότατα στις αρχές του 16ου αιώνα στον τύπο καμαροσκέπαστης τρίκλιτης βασιλικής με τρούλλο. Έχει εσωτερικές διαστάσεις 20,70 μ. μήκος, χωρίς την αψίδα, και πλάτος 11 μ. Η αψίδα έχει χορδή 4,50 μ. και βέλος 4,90 μ. περίπου. Τα κλίτη της εκκλησίας χωρίζονται με δυο κιονοστοιχίες από τέσσερις κολόνες η κάθε μια κι ένα ισχυρό ορθογώνιο πεσσό στο δυτικό τμήμα των τοξοστοιχιών. Οι κολόνες έχουν κορινθιάζοντα κιονόκρανα και στηρίζουν ημικυκλικά τόξα. Το αρχικό μήκος του κυρίως ναού ήταν 14,75 μ. Το υπόλοιπο, όπως φαίνεται από την τοιχοδομία και την κάλυψη, είναι προσθήκη και πιθανότατα προοριζόταν για νάρθηκας. Άγνωστο όμως γιατί ενσωματώθηκε στην εκκλησία.

 

Η αρχική εκκλησία ήταν ολόκληρη διακοσμημένη με τοιχογραφίες. Δυστυχώς οι περιπέτειες του μοναστηριού από το 1585 μέχρι την ανάληψη της ηγουμενίας από τον Λεόντιο το 1611 και η έκθεση των τοιχογραφιών στις καιρικές συνθήκες κατά το διάστημα αυτό, αλλά και μεταγενέστεροι σεισμοί, είχαν σαν συνέπεια την καταστροφή του μεγαλύτερου μέρους των τοιχογραφιών. Έτσι καταστράφηκαν οι τοιχογραφίες του τρούλλου και των καμάρων του μέσου κλίτους, οι περισσότερες τοιχογραφίες της καμάρας του νότιου κλίτους, οι τοιχογραφίες των τοίχων και των περισσότερων τόξων. Στην ανατολική καμάρα του μέσου κλίτους φαίνεται ότι ήσαν ζωγραφισμένες η Ανάληψη και η Πεντηκοστή. Από τις δυο αυτές σκηνές σώζονται ιχνογραφήματα με μαύρο χρώμα.

 

Όπως ήταν φυσικό, αφού το καθολικό είναι αφιερωμένο στη Θεοτόκο, μεγάλο μέρος της διακόσμησής του είναι αφιερωμένο στη Θεοτόκο. Έτσι η καμάρα του νότιου κλίτους φαίνεται ότι ήταν διακοσμημένη με σκηνές από τη ζωή της Θεοτόκου. Σήμερα σώζονται υπολείμματα από την Προσφορά των Δώρων του Ιωακείμ και της Άννας, την Απόρριψη των Δώρων και την Προσευχή του Ιωακείμ. Πιο χαμηλά στον νότιο τοίχο φαίνεται ότι εικονίζονταν οι Οικουμενικές Σύνοδοι, όπως φαίνεται από υπόλειμμα τοιχογραφίας στο οποίο διασώζονται τα ονόματα Θεοδώρα και «Μιχαήλ ἐν Χριστῷ πίστεως βασιλεύς». Ολόκληρη η καμάρα του βόρειου κλίτους είναι καλυμμένη με τοιχογραφίες των 24 Οίκων του Ακάθιστου Ύμνου. Η καμάρα είναι χωρισμένη σε δυο τμήματα. Ο πρώτος Οίκος «Άγγελος Πρωτοστάτης» αρχίζει από το ανατολικό άκρο του νότιου μισού της καμάρας και ο τελευταίος Οίκος «Ω πανύμνητε μήτερ» τελειώνει στο ανατολικό άκρο του βόρειου μισού της καμάρας. Στο ανατολικό τύμπανο της καμάρας εικονίζεται η Αγία Τριάς στη μεταγενέστερη μορφή της, δηλαδή τον Θεό Πατέρα με τη μορφή ηλικιωμένου, τον Χριστό νέο και το Άγιο Πνεύμα σαν περιστερά.

 

Στο τεταρτοσφαίριο της αψίδας εικονίζεται η Θεοτόκος ένθρονη μεταξύ αρχαγγέλων πολύ κατεστραμμένη. Στον ημικυκλικό τοίχο της αψίδας εικονίζονται πάνω η Κοινωνία των Αποστόλων και κάτω οι ιεράρχες Αθανάσιος, Γρηγόριος ο Θεολόγος, Ιωάννης ο Χρυσόστομος, Βασίλειος, Κύριλλος Αλεξανδρείας και Ιωάννης ο Ελεήμων. Στα βόρεια της αψίδας, στον ανατολικό τοίχο υπάρχουν τοιχογραφίες του πρωτομάρτυρα Στέφανου και της Αποκαθήλωσης (πολύ κατεστραμμένη). Στα νότια της αψίδας εικονίζεται πάνω ο άγιος Λαυρέντιος και εντός αχιβάδος άγγελος επιδεικνύων σε ύφασμα τον Χριστό νεκρό, και πιο πέρα ο άγιος Σίλβεστρος πάπας Ρώμης.

 

Στον βόρειο τοίχο ψηλά, εικονίζονται οι άγιοι Ελευθέριος και Υπάτιος. Στις τοξοστοιχίες σώζονται τοιχογραφίες του αγίου Σαμωνά, του αγίου Ελπιδοφόρου, του αγίου Ιγνατίου, του αγίου Τιμοθέου, του αγίου Δαμιανού, του αγίου Αλεξίου, του αγίου Ιωάννη του Καλυβίτη, του αγίου Κοσμά, του αγίου Ιλαρίωνος και της αγίας Παρασκευής.

 

Εκτός από τις τοιχογραφίες, εξαιρετικής τέχνης του 16ου αιώνα είναι το εικονοστάσιο και οι εικόνες του διευρυμένου Δωδεκαόρτου και της Μεγάλης Δέησης. Οι εικόνες της Μεγάλης Δέησης αρχικά ήσαν 17. Σήμερα σώζονται μόνο 16. Οι εικόνες αυτές είναι έργο του Ιωσήφ Χούρη και ζωγραφίστηκαν το 1544. Οι εικόνες του Δωδεκαόρτου αρχικά ήσαν 25. Σήμερα σώζονται μόνο 21. Σε καμιά από τις εικόνες αυτές δεν σώζεται υπογραφή ζωγράφου ή χρονολογία. Τόσο όμως η τεχνική όσο και η τεχνοτροπία των εικόνων του Δωδεκαόρτου είναι η ίδια με εκείνη των εικόνων της Μεγάλης Δέησης. Κατά συνέπεια και οι εικόνες αυτές θεωρούμε ότι είναι έργο του Ιωσήφ Χούρη. Η διαπίστωση αυτή βοηθά στη χρονολόγηση και των τοιχογραφιών του καθολικού και την απόδοσή τους στον Ιωσήφ Χούρη. Πραγματικά οι σωζόμενες τοιχογραφίες της Προσφοράς των Δώρων του Ιωακείμ και της Άννας και της Προσευχής του Ιωακείμ είναι εικονογραφικά και τεχνοτροπικά ίδιες με τις σωζόμενες εικόνες του Δωδεκαόρτου που απεικονίζουν τα δυο αυτά θέματα. Εξάλλου η τεχνοτροπία των σκηνών του Ακάθιστου Ύμνου συνδέεται με την τεχνοτροπία τόσο της Μεγάλης Δέησης όσο και των εικόνων του Δωδεκαόρτου. Αντίθετα ο Εσταυρωμένος και τα λυπηρά όπως και η Άκρα Ταπείνωση και η Ανάσταση που βρίσκονται στην κορυφή του εικονοστασίου, είναι έργα άλλου ζωγράφου του 16ου αιώνα. Άλλου ζωγράφου πρέπει να είναι και οι δυο άγγελοι οι οποίοι περιβάλλονται με ξυλόγλυπτα πλαίσια που φυλάσσονται σήμερα στο μικρό μουσείο του μοναστηριού και αρχικά βρίσκονταν ψηλά στο εικονοστάσιο. Και οι δυο άγγελοι ανήκουν στον 16ο αιώνα. Στο μικρό μουσείο φυλάσσονται σήμερα και τα αρχικά ξυλόγλυπτα βημόθυρα του εικονοστασίου. Αναμφίβολα από τις πιο σημαντικές εικόνες του μοναστηριού είναι οι εικόνες του Χριστού και της Θεοτόκου Ελεούσας που αρχικά βρίσκονταν στην εγκλείστρα. Οι εικόνες αυτές μπορούν να χρονολογηθούν γύρω στα 1183 και είναι ίσως έργα του Θεοδώρου Αψευδούς που ζωγράφισε και τις τοιχογραφίες του βήματος της εγκλείστρας και του κελλιού του αγίου Νεοφύτου. Άλλες αξιόλογες εικόνες που φυλάσσονται στο μουσείο του μοναστηριού σήμερα είναι η Παναγία Εγκλειστριανή, του 16ου αιώνα, η εικόνα του αγίου Νεοφύτου και η Κοίμηση της Θεοτόκου που μπορούν να χρονολογηθούν στα μέσα του 16ου αιώνα.

 

Αθ. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

Φώτο Γκάλερι

Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image