Ορούντα

Image

Μεικτό χωριό της επαρχίας Λευκωσίας, περί τα 36 χιλιόμετρα (μέσω Αγίων Τριμιθιάς) νοτιοδυτικά της πόλης της Λευκωσίας. Η Ορούντα είναι κτισμένη κοντά στην ανατολική όχθη του ποταμού της Περιστερώνας, παραπόταμου του Σερράχη, σε μέσο υψόμετρο 290 μέτρων. Το τοπίο της έχει μια γενική κλίση προς τα βόρεια.

 

Από γεωλογικής απόψεως, στη διοικητική έκταση του χωριού απαντώνται οι λάβες, οι αποθέσεις του σχηματισμού Λευκωσίας (ασβεστολιθικοί ψαμμίτες, κροκάλες και ψαμμιτικές μάργες), το σύναγμα (εκτεταμένοι σχηματισμοί άμμων και χαλικιών της Πλειστόκαινης περιόδου), και οι πρόσφατες αλλουβιακές αποθέσεις της Ολόκαινης γεωλογικής περιόδου. Πάνω στα πετρώματα αυτά αναπτύχθηκαν φαιοχώματα, ερυθρογαίες και προσχωσιγενή εδάφη.

 

Η Ορούντα δέχεται μια χαμηλή μέση ετήσια βροχόπτωση, που κυμαίνεται περί τα 320 χιλιοστόμετρα. Μια μεγάλη έκταση γης αρδεύεται είτε με το νερό του ποταμού της Περιστερώνας είτε με την αξιοποίηση πηγών και διατρήσεων. Στην περιοχή του χωριού καλλιεργούνται τα εσπεριδοειδή (λεμονιές, πορτοκαλιές και γκρέιπφρουτ), τα όσπρια (κυρίως κουκιά αλλά και ρεβίθια, φασόλια και λουβιά), οι αμυγδαλιές, οι ελιές, τα λαχανικά (κυρίως πατάτες αλλά και κρεμμύδια, μπιζέλια, κραμπιά, τομάτες,

αγγουράκια, πεπόνια και κόλιαντρος), τα σιτηρά, τα νομευτικά φυτά, ο άνιθος, η αρτυσιά και οι χαρουπιές.

 

Από κτηνοτροφικής απόψεως, ιδιαίτερα αναπτύχθηκε στην Ορούντα η χοιροτροφία.

 

Εκτός από τη γεωργία και τη κτηνοτροφία, ένα σημαντικό μέρος του οικονομικά ενεργού πληθυσμού του χωριού εργάζεται στη Λευκωσία ως διακινούμενο.

 

Από συγκοινωνιακής απόψεως, η Ορούντα συνδέεται στα βόρεια με το δρόμο Λευκωσίας-Αστρομερίτη-Τροόδους (περί τα 4 χμ.). Συνδέεται επίσης στα νότια με το χωριό Κάτω Μονή (περί τα 5 χμ.).

 

Το χωριό γνώρισε πληθυσμιακές αυξομειώσεις. Σύμφωνα με τα υπάρχοντα στοιχεία, οι πλήρεις απογραφές πληθυσμού έχουν ως ακολούθως:

 

Χρονολογία Κάτοικοι
1881 389 
1891 433 
1901 489 
1911 547 
1921 577 
1931 562 (498 Ελληνοκύπριοι και 64 Τουρκοκύπριοι) 
1946 554 (502 Ελληνοκύπριοι και 52 Τουρκοκύπριοι) 
1960 640 (601 Ελληνοκύπριοι και 39 Τουρκοκύπριοι) 
1973 607 (όλοι Ελληνοκύπριοι) 
1976 803 
1982 789 
1992 688 
2001 656 

 

Μετά το 1964, εξαιτίας  των  διακοινοτικών  ταραχών που ακολούθησαν την τουρκοκυπριακή ανταρσία, οι Τουρκοκύπριοι κάτοικοι της Ορούντας εγκατέλειψαν το χωριό τους και μετακινήθηκαν σε άλλα αμιγή τουρκοκυπριακά χωριά, στο πλαίσιο οδηγιών της Άγκυρας για δημιουργία στο νησί ισχυρών τουρκοκυπριακών θυλάκων. Το χωριό δέχθηκε, μετά την τουρκική εισβολή του 1974, αριθμό Ελληνοκυπρίων εκτοπισμένων. Στην περιοχή του δημιουργήθηκε συνοικισμός αυτοστέγασης εκτοπισμένων.

 

Το χωριό υφίστατο κατά τα Μεσαιωνικά χρόνια. Ο ντε Μας Λατρί αναφέρει το χωριό ως Orondes και γράφει ότι στα χρόνια της Φραγκοκρατίας αποτελούσε βασιλικό κτήμα που διοικητικά υπαγόταν στην περιοχή (bailliage) της Μόρφου. Ωστόσο το χωριό δεν βρίσκεται σημειωμένο σε πολύ παλαιούς χάρτες, τουλάχιστον με την ονομασία που έχει σήμερα.

 

Η αρχική ονομασία του χωριού φαίνεται ότι ήταν φυτώνυμη (όπως και αρκετών άλλων χωριών, λ.χ. Κυπερούντα, Μαραθούντα κλπ.) και ήταν Ὀροβοῦντα, ως περιοχή παραγωγής ὀρόβου (το γνωστό ρόβιν). Μάλιστα ο Σ. Μενάρδος (Τοπωνυμικόν Κύπρου), γράφει χαρακτηριστικά: τῆς δέ Ὀρούντας καί τῆς ὅλης περιοχῆς ὀνομαστόν καί ἄφθονον εἶναι καί σήμερον τό ρόβι (τῷ 1904 ἔδωκεν ἡ  Ὀροῦντα δεκάτην 105 κοιλά), ἡ δέ πτῶσις τοῦ β μεταξύ δύο φωνηέντων εἶναι κανονικωτάτη... συνεπώς από Ὀροβοῦντα μετετράπη σε Ὀρούντα.

 

Η εκκλησία του χωριού είναι σύγχρονη και αφιερωμένη στον απόστολο Λουκά. Κτίστηκε κοντά στα ερείπια παλαιάς εκκλησίας. Ενδιαφέρουσα είναι η εκκλησία του Αγίου Νικολάου, του 16ου αιώνα, κοντά στην Ορούντα, στην αριστερή όχθη του ποταμού της Περιστερώνας. Η εκκλησία αυτή ήταν το καθολικό μικρού μοναστηριού. Στα τέλη του 19ου αιώνα ζούσε εκεί ένας ιερομόναχος Ιωακείμ που έκανε και τον δάσκαλο. Το μοναστήρι είχε παλαιότερα κτηματική περιουσία από 400 σκάλες χωράφια, διαλύθηκε όμως στα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Υφίστανται ακόμη στο χωριό παλαιές παραδόσεις για το μοναστήρι. Μια απ’ αυτές (που την αφηγείται ο Ν. Κληρίδης) αναφέρεται σε εύρεση θησαυρού:

 

Ένας εργάτης από την Ορούντα, κάποιος Κατόπης, σκάβοντας κατά τύχη, στην περιοχή του μοναστηριού, βρήκε μια χύτρα γεμάτη χρυσαφικά κι ασημικά της εκκλησίας και πολλά νομίσματα. Γυρνώντας στο χωριό του, έδειξε το θησαυρό σ’ έναν Τούρκο, ο οποίος δεν άργησε να του τον πάρει με τη βία. Ο ίδιος εργάτης, σκάβοντας στο ίδιο μέρος, βρήκε ασημένιο σταυρό, τον οποίο πούλησε κρυφά στον Χατζησάββα από τη Λευκωσία, ο οποίος τον πούλησε με τη σειρά του κι έκτισε το παλαιό και γνωστότατο κέντρο Χατζησάββα κατά τα τέλη του 19ου αιώνα.