Αγία Ειρήνη αρχαιολογικός χώρος

Image

Το άμεσο συνοριακό περιβάλλον και η ευρύτερη έκταση της περιοχής του χωριού Αγία Ειρήνη συνδέονται στενότατα με σημαντικούς αρχαιολογικούς χώρους και πλούσια κινητά ευρήματα, που χρονολογούνται από την Τελευταία Εποχή του Χαλκού μέχρι το τέλος των Ρωμαϊκών Χρόνων (1650 π.Χ. - 330 μ.Χ.).

 

Σε ελάχιστη απόσταση από το δυτικό άκρο και την εκκλησία του χωριού, το 1929, η σουηδική αρχαιολογική αποστολή, κάτω υπό τη διεύθυνση του Einar Gjerstad,   ανέσκαψε συστηματικά το περίφημο ιερό τέμενος της Αγίας Ειρήνης. Η ανασκαφή ξεκίνησε το Νοέμβριο του 1929, όταν ένας ιερέας από το ομώνυμο χωριό μετέφερε στη Λευκωσία το κεφάλι και το άνω τμήμα ενός πήλινου αγάλματος του 6ου αι. π.Χ., το οποίο είχε βρει στο χωράφι του. Η αυτοψία των Σουηδών κατέδειξε ότι επρόκειτο για έναν άθικτο χώρο λατρείας, αποτελούμενο από ένα μεγάλο περίβολο ακανόνιστου τριγωνικού σχήματος, με μια σειρά κατασκευών κυρίως κατά μήκος της βόρειας και ανατολικής πλευράς του. 

 

Η μακροχρόνια ιστορία του ιερού χωρίζεται σε τρεις διαδοχικές χρονολογικές φάσεις, που καλύπτουν τις περιόδους 1200-1050, 1050-625 και 625-500 π.Χ.

 

Η πρώτη αρχιτεκτονική μορφή του ιερού χαρακτηρίζεται από ένα μεγάλο, ανοιχτό περίβολο με απομονωμένα τετραγωνικά χτίσματα κατά μήκος των πλευρών του. Ένα από τα χτίσματα αυτά αποτελούσε το καθαυτό ιερό, όπου βρέθηκαν αρκετά αναθήματα, ανάμεσα στα οποία ξεχωριστή θέση κατέχει ένα πήλινο ειδώλιο ταύρου, το σύμβολο της θεάς της γονιμότητας, που άρχισε να λατρεύεται στο νησί από τα μέσα της πέμπτης χιλιετίας π.Χ.

 

Γύρω στο 1050 π.Χ. το αρχικό ιερό καταστράφηκε και, αφού καλύφθηκε με παχύ στρώμα χώματος, στη θέση του χτίστηκε νέο ιερό, σ' ένα εντελώς διαφορετικό αρχιτεκτονικό τύπο, που αποτελείτο από ένα ανοιχτό περίβολο, περιτειχισμένο με συμπαγές κοκκινόχωμα. Μέσα στον περίβολο βρέθηκαν στην αρχική τους θέση ένας μικρός βωμός, καλυμμένος με στάχτη και κόκαλα ζώων, καθώς και μια χτιστή τράπεζα για σπονδές. Τα κυριότερα από τα αφιερωματικά αντικείμενα, που κυρίως αποκαλύφθηκαν γύρω από το βωμό, είναι πήλινα ειδώλια ταύρων, μινώταυρων και ανθρώπινων μορφών. Τα περισσότερα απ' αυτά χρονολογούνται στις αρχές του έβδομου αιώνα π.Χ. Πολλοί μινώταυροι κρατούν στα χέρια τους φίδια, τα σύμβολα μιας άλλης θεότητας, της Εφέστιας θεότητας του θανάτου, που λατρευόταν παράλληλα με τη θεά της γονιμότητας. Μερικοί άλλοι μινώταυροι παριστάνονται ερμαφρόδιτοι με έντονα τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των δυο φύλων, που έχουν άμεση σχέση με τη γονιμότητα.

 

Το τέλος του έβδομου αιώνα π.Χ., που συμπίπτει με την αρχή της τρίτης και τελευταίας φάσης του ιερού, προαναγγέλλει τη σημαντικότερη περίοδο της ιστορίας του. Το 625 περίπου π.Χ. στο νότιο τμήμα του περιβόλου χτίστηκαν ένα νέο περιτείχισμα από αργούς λίθους και δυο μικρά δωμάτια. Ο βωμός διατηρήθηκε αναλλοίωτος στην αρχική του θέση. Γύρω από το βωμό του ανακαινισθέντος ιερού βρέθηκαν πολυάριθμα μεγάλα πήλινα αντικείμενα και άλλα αφιερώματα.

 

Όλα τα ανευρεθέντα πήλινα αγάλματα και ειδώλια, που σήμερα κοσμούν μια ειδική αίθουσα του Κυπριακού Μουσείου, τοποθετημένα όπως ακριβώς έχουν βρεθεί κατά τη διάρκεια της ανασκαφής, είναι εξαιρετικά αναθηματικά δείγματα Κυπρο-Αρχαϊκής Πλαστικής ή Κοροπλαστικής τέχνης και παριστάνουν ταύρους, μινώταυρους, ανθρώπινες μορφές, άλογα με πολεμιστές, τέθριππα με αναβάτες, πλοία με το πλήρωμά τους, συμπλέγματα ταύρων και ανθρώπων και διάφορες άλλες σκηνές από την καθημερινή ζωή. Μερικά από τα ανθρωπόμορφα ειδώλια έχουν καλυμμένη την κεφαλή με προσωπείο σε σχήμα ταυροκεφαλής και πιθανό να παριστάνουν τους ιερείς, που πρωτοστατούσαν στις διάφορες τελετές, που αναμφίβολα γίνονταν μέσα στο ιερό τέμενος και συνοδεύονταν με θυσίες ταύρων, ειδική μουσική και πολλά αναθήματα. Ανάμεσα σ' όλα τα αναθήματα κυριαρχεί η ανθρώπινη μορφή, που δεν παριστάνει το θεό αλλά πάντοτε τον ίδιο τον άνθρωπο, που προσφέρει στο ιερό τη μορφή του για να βρίσκεται κάτω από την προστασία του. Σε όλες γενικά τις μορφές είναι διάχυτη μια χιουμοριστική διάθεση και στις περισσότερες απ' αυτές είναι έντονη η ξένη καλλιτεχνική επίδραση, ιδιαίτερα η αιγυπτιακή.

 

Το ιερό καταστράφηκε από πλημμύρα και εγκαταλείφθηκε οριστικά γύρω στο 500 π.Χ. Άλλα σημαντικά αρχαιολογικά κατάλοιπα αποκαλύφθηκαν στις τοποθεσίες  «Παλαιόκαστρο» και «Χάραγκα» με τις συστηματικές ανασκαφές της ιταλικής αρχαιολογικής αποστολής του Ινστιτούτου Μυκηναϊκών και Αιγαιοανατολικών Σπουδών, υπό τη διεύθυνση των καθηγητών C. Callavotti, Pecorella, Quilici και Rochetti.

 

Στο «Παλαιόκαστρο» ήρθαν στο φως τα ερείπια μεγάλης πόλης των Ελληνιστικών και Ρωμαϊκών χρόνων, που διαδέχθηκε αρχαιότερη πόλη των Γεωμετρικών και Αρχαϊκών χρόνων και ανασκάφτηκαν αρκετοί τάφοι, που ανήκουν σε νεκροταφείο της Τελευταίας Εποχής του Χαλκού, της Κυπρο-Αρχαϊκής και της Κυπρο-Κλασσικής Εποχής.

 

Μερικές από τις κατοικίες των Ελληνιστικών και Ρωμαϊκών χρόνων είναι εφοδιασμένες με ιδιωτικά πηγάδια, μπάνια και μικρά εργαστήρια και οχυρωμένες με αμυντικό τείχος, στο οποίο επισημάνθηκαν τα κατάλοιπα τετράγωνων πύργων.

 

Ανάμεσα στα ευρήματα των ανασκαφέντων τάφων περιλαμβάνεται μια μεγάλη ποικιλία πήλινων αγγείων, στεάτινα, χάλκινα και φαγεντιανά αντικείμενα, κυλινδρικές σφραγίδες και αρκετά εντυπωσιακά βαρίδια από στεατίτη, ανδεσίτη και αιματίτη της Τελευταίας Εποχής του Χαλκού. Τα σημαντικότερα από τα πήλινα αγγεία είναι δυο κύπελλα Αιγαιακής προέλευσης, από τα οποία το ένα είναι κοσμημένο με τα μινωικά σύμβολα των διπλών πελέκεων και μερικά παλαιστινιακά αγγεία Δίχρωμου Γεωμετρικού ρυθμού. Σπάνιο στο είδος του είναι κι ένα ακέραιο αυγό στρουθοκαμήλου με γραπτή, γραμμική διακόσμηση, εισαγμένο από την Αίγυπτο.

 

Οι Αρχαϊκοί τάφοι απέδωσαν αρκετούς συνηθισμένους τύπους αγγείων εγχώριας κατασκευής και μερικά εισαγμένα αγγεία, κυρίως φοινικικά και ελληνικά-ευβοϊκά.

 

Στο «Χάραγκα» ανασκάφτηκαν συνολικά δέκα τάφοι, οι οποίοι, παρόλο που είχαν συληθεί στο παρελθόν, απέδωσαν αρκετά αγγεία της Γεωμετρικής Εποχής.

Φώτο Γκάλερι

Image
Image