Ομοδος

Image

Αμιγές ελληνικό χωριό της επαρχίας Λεμεσού, στη γεωγραφική περιφέρεια των αμπελοχωριών Λεμεσού-Πάφου, περί τα 42 χιλιόμετρα βορειοδυτικά της πόλης της Λεμεσού.

 

Το Όμοδος είναι κτισμένο κοντά στη δυτική όχθη του ποταμού Χαποτάμι, σε μέσο υψόμετρο 810 μέτρων. Το χωριό περιβάλλεται από ψηλές βουνοκορφές, οι ψηλότερες από τις οποίες είναι ο Αφάμης (1.153 μ.) στα ανατολικά του οικισμού και ο κρεμμός της Λαόνας (1.092 μ.) στα βορειοδυτικά του. Το τοπίο του χωριού είναι διαμελισμένο από τους μικρούς παραπόταμους του Χαποταμιού που ρέουν στην περιοχή του.

 

Από γεωλογικής απόψεως, στη διοικητική έκταση του Ομόδους κυριαρχούν οι αποθέσεις του σχηματισμού Πάχνας (εναλλασσόμενες στρώσεις κιμωλιών, μαργών και ψαμμιτών) και οι αποθέσεις του σχηματισμού Λευκάρων (κιμωλίες, μάργες και κερατόλιθοι), πάνω στις οποίες αναπτύχθηκαν ασβεστούχα εδάφη. Στο βορειότερο τμήμα του χωριού απαντώνται κυρίως οι λάβες, οι διαβάσες και οι γάββροι του πυριγενούς συμπλέγματος του Τροόδους. Πάνω στα πυριγενή αυτά πετρώματα αναπτύχθηκαν φαιοχώματα και πυριτιούχα εδάφη.

 

Το  Όμοδος δέχεται μια μέση ετήσια βροχόπτωση περί τα 760 χιλιοστόμετρα. Πάνω στα ασβεστούχα εδάφη του καλλιεργούνται κυρίως τα αμπέλια οινοποιησίμων ποικιλιών. Το χωριό συγκαταλέγεται ανάμεσα στα κυριότερα αμπελοχώρια της Κύπρου. Εκτός από τα αμπέλια καλλιεργούνται και διάφορα φρουτόδεντρα (κυρίως μηλιές, δαμασκηνιές, αχλαδιές, ροδακινιές και χρυσομηλιές). Υπάρχουν επίσης ακαλλιέργητες εκτάσεις που καταλαμβάνονται από ποικίλη φυσική βλάστηση. Ένα μικρό μέρος του χωριού, στο βόρειο τμήμα του, καταλαμβάνεται από το κρατικό δάσος της Πάφου.

 

Η κτηνοτροφία είναι περιορισμένη.

Από συγκοινωνιακής απόψεως, το Όμοδος συνδέεται στα βορειοανατολικά με το χωριό Μαντριά (περί τα 4 χμ.), στα νότια με το χωριό Ποταμιού (περί τα 3 χμ.) και στα νοτιοδυτικά με τα χωριά Βάσα Κοιλανίου (περί τα 5 χμ.) και Μαλιά (περί τα 5,5 χμ.).

 

Σύμφωνα με τα υπάρχοντα στοιχεία, οι πλήρεις απογραφές πληθυσμού έχουν ως ακολούθως:

 

Χρονολογία Κάτοικοι
1881 572 
1891 630 
1901 660 
1911 813 
1921 895 
1931 906 
1946 1.006 
1960 942 
1973 762 
1976 764 
1982 549 
1992 396 
2001 284 

 

Το Όμοδος γνώρισε συνεχή πληθυσμιακή αύξηση από το 1881 μέχρι το 1946, όπως συνέβη με αρκετά άλλα αμπελοχώρια. Στη συνέχεια ο πληθυσμός του χωριού μειώθηκε σαν αποτέλεσμα της αστυφιλίας και αποδημίας που άρχισαν να αναπτύσσονται.

 

Το Όμοδος είναι γνωστό από τα παλαιά χρόνια για τα εκλεκτά του σταφύλια και τα εύγευστα κρασιά του. Σύμφωνα με την παράδοση, το εξαιρετικής ποιότητας μοσχάτο κρασί του Αφάμη, που πήρε το όνομά του από το βουνό στα ανατολικά του χωριού, έδωσε την αφορμή, ώστε ο μέθυσος σουλτάνος Σελήμ Β' να κατακτήσει το νησί για να έχει δικό του αυτό το περίφημο κρασί. Το γεγονός ότι η κατασκευή παραδοσιακού κρασιού ήταν γνωστή στο Όμοδος από παλαιά, μαρτυρείται και από τον γνωστό μεσαιωνικό ληνό (πατητήρι σταφυλιών), που βρίσκεται σε μικρή απόσταση από το μοναστήρι του Τιμίου Σταυρού. Ο ληνός στεγάζεται σε στενόμακρο πετρόκτιστο δωμάτιο, που έχει μήκος περίπου 13 μέτρα και πλάτος 5 1/2 μέτρα, με επίπεδη στέγη (δώμα) και πλακόστρωτο πάτωμα. Ο μεσαιωνικός ληνός του Ομόδους έχει κηρυχθεί σε αρχαίο μνημείο που συντηρείται από το Τμήμα Αρχαιοτήτων. Κατά τα έτη 1980-1984 έγινε επισκευή του κτιρίου και ανακατασκευή του μηχανισμού του ληνού, με δωρεά του ιδρύματος Γεωργίου και Θέλμας Παρασκευαΐδη και δαπάνη της κυβέρνησης.

 

Οι κάτοικοι του Ομόδους εκτός από την καλλιέργεια του αμπελιού και την παραγωγή εκλεκτού κρασιού και ζιβανίας, επιδίδονται και στην κατασκευή, σε οικιακή βάση, σουτζ'ούκκου, ππαλουζέ, κκιοφτερκών και κουλλουρκών. Τα αρκατένια κουλλούρκα του Ομόδους είναι επίσης πασίγνωστα και περιζήτητα σ' όλη την Κύπρο.

 

Η οικοτεχνία ανθεί στο Όμοδος. Οι γυναίκες του χωριού εκτός από την πολλή και σκληρή δουλειά που προσφέρουν δίπλα στον άντρα για την καλλιέργεια της γης, ασχολούνται με τα χειροποίητα κεντήματα, φτιάχνοντας θαυμάσιους κροσιέδες, τραπεζομάντηλα, παπλώματα και δαντέλες. Επίσης παρασκευάζουν γνήσια και εξαιρετικής νοστιμάδας γλυκά από φρούτα του τόπου.

 

Το Όμοδος, κτισμένο στην πλαγιά του βουνού, ανάμεσα σ' ένα καταπράσινο τάπητα από αμπελώνες, περιτριγυρισμένο από βουνά, είναι από τα πιο γραφικά χωριά της Κύπρου. Η μεγάλη πλατεία του χωριού, μοναδική σε γραφικότητα και έκταση (περίπου 3.000 τ.μ.), μπροστά στο μεγαλόπρεπο μοναστήρι του Τιμίου Σταυρού, ο μεσαιωνικός ληνός, τα στενά μαιανδρικά δρομάκια, τα πετρόκτιστα σπίτια όλα χωμένα στο πράσινο, προσδίδουν στο χωριό μια ιδιαίτερη ομορφιά και γοητεία. Εξάλλου τα ίδια τα σπίτια του Ομόδους συγκεντρώνουν αρκετό ενδιαφέρον από πλευράς λαϊκής αρχιτεκτονικής με κύρια στοιχεία τις κεραμιδένιες στέγες ή τα δώματα, τα γραφικά ανώγια, τις πλακόστρωτες λουλουδιασμένες αυλές με τα πιθάρια, τις ξύλινες πόρτες και τα ξωπόρτια με ποικίλες διακοσμήσεις, τα μπαλκόνια και τα μακρυνάρια. Η λαϊκή τέχνη διατηρείται παραδοσιακά και στο εσωτερικό των σπιτιών, όπου απαντάται το παλιό ψηλό κρεβάτι με το κεντημένο σκουλουβέρι, ο σκαλιστός καναπές, οι τόνενες καρέκλες, οι τοίχοι στολισμένοι με κάδρα από κουκούλι, η τσιμινιά με τις χαλκομαγείρισσες, τον τσέστο και την τατσιά. Εξάλλου στην αποθήκη του σπιτιού, που είναι πρώτα απ' όλα και εργαστήρι των σταφυλιών, βρίσκονται τα πελώρια κόκκινα πιθάρια για αποθήκευση του κρασιού. Διατηρούνται ακόμη το παλιό άροτρο, το ασσ' ίν του κρασιού, το αλεστήρι των σταφυλιών, τα κοφίνια και ο αποστακτήρας της φημισμένης ζιβανίας.

 

Πριν από λίγες δεκαετίες στην πλατεία του χωριού υπήρχε ακόμη μεγάλο καμίνι, όπου ψήνονταν τα μεγάλα πιθάρια και άλλα πήλινα αντικείμενα που έφερναν γι' αυτό τον σκοπό οι κατασκευαστές τους, ακόμη και από το Φοινί, μια και το Όμοδος ήταν μεγάλος καταναλωτής. Κάπου στο κέντρο της πλατείας υπήρχε επίσης μια πελώρια βρύση καθώς και μύλος για το άλεσμα σιταριού. Εξάλλου στον αυλόγυρο του μοναστηριού υπήρχε παλαιά ελαιοτριβείο που πολύ πιθανόν να ξεκίνησε τη λειτουργία του για να ικανοποιήσει τις ανάγκες του μοναστηριού.

 

Σήμερα πολλοί Ομοδίτες ζουν στις διάφορες πόλεις της Κύπρου και στο εξωτερικό, αλλά εξακολουθούν να διατηρούν στενούς δεσμούς με τη γενέτειρά τους. Το 1980 ιδρύθηκε ο όμιλος «Φίλοι του Ομόδους», σκοπός του οποίου είναι το δέσιμο με τις ρίζες τους των όπου γης αποδήμων Ομοδιτών αλλά και η διατήρηση και προβολή της μοναδικής φυσικής και πολιτιστικής φυσιογνωμίας του χωριού σε συνδυασμό με την ορθολογιστική ανάπτυξη και πρόοδό του. Μια από τις πολλές δραστηριότητες του Ομίλου είναι και η διοργάνωση των «Ληναίων», δηλαδή ετήσιων γιορτασμών, που είναι συνήθως τετραήμεροι και γίνονται τον Αύγουστο. Εξάλλου στις 14 Σεπτεμβρίου, ημέρα της Ύψωσης του Τιμίου Σταυρού, γίνεται στο χωριό μια από τις λαμπρότερες και μεγαλύτερες θρησκευτικές και εμπορικές πανηγύρεις στην Κύπρο.

 

Από τα παλαιά χρόνια το Όμοδος απετέλεσε περιφερειακό κέντρο των κρασοχωριών. Ακόμη και σήμερα, το περιφερειακό του γυμνάσιο και το κοινοτικό του ιατρείο προσφέρουν υπηρεσίες στη γύρω περιοχή.

 

Το σημαντικότερο μνημείο του χωριού είναι το μοναστήρι του Τιμίου Σταυρού που ιδρύθηκε, σύμφωνα προς την παράδοση, μετά την άφιξη της αγίας Ελένης στο νησί (4ος μ.Χ. αιώνας). Ο γνωστός μεγάλος σταυρός του μοναστηριού πιστεύεται ότι περιέχει κομμάτι από τον άγιον κάνναβον, το σχοινί με το οποίο είχε δεθεί ο Χριστός, δώρο της αγίας Ελένης η οποία είχε αφήσει στο νησί και τεμάχια τιμίου ξύλου. Δεν είναι γνωστό πότε ιδρύθηκε το μοναστήρι του Τιμίου Σταυρού. Πιθανότατα όμως αυτό προϋπήρχε του χωριού και (όπως συνέβη και με το χωριό Αγρός) ο οικισμός ιδρύθηκε γύρω από το μοναστήρι. Τούτο φαίνεται να συνέβη κατά τα Βυζαντινά χρόνια. Κατά την ακολουθήσασα περίοδο της Φραγκοκρατίας το χωριό υφίστατο. Ο ντε Μας Λατρί το αναφέρει ως φέουδο. Ο μεσαιωνικός χρονογράφος Λεόντιος Μαχαιράς μνημόνευε το Όμοδος, γράφοντας ότι το χωριό είχε παραχωρηθεί στον ευγενή Ιωάννη ντε Μπρι (Jean de Brie) από τον βασιλιά της Κύπρου Ιάκωβο Α' με την ευκαιρία της εκλογής του, το 1382, οπότε ο ντε Μπρι πήρε και τον τίτλο του πρίγκιπα της Γαλιλαίας. Το χωριό βρίσκεται σημειωμένο σε παλαιούς χάρτες ως Homodos, Homocios και Omodos. Ο ιστορικός Φλώριος Βουστρώνιος (16ος αιώνας) γράφει την ονομασία του χωριού ακριβώς Omodos, και το αναφέρει ως φέουδο σε δύο περιπτώσεις. Η μία αφορούσε στην εκχώρησή του από τον βασιλιά Ιάκωβον Α΄ στον ευγενή αξιωματούχο Ιωάννη ντε Μπρί, που είχε πάρει τότε και τον τίτλο του πρίγκιπα της Γαλιλαίας. Η δεύτερη περίπτωση αφορούσε στην αναδιανομή των φέουδων της Κύπρου, στην οποία είχε προβεί ο βασιλιάς Ιάκωβος Β΄ μετά την άνοδό του στο θρόνο το 1460. Τότε το Όμοδος είχε παραχωρηθεί στον ευγενή Ιερώνυμο Σαλβιάτι, ο οποίος είχε πάρει στην κατοχή του και άλλα 9 χωριά.

 

Το όνομα 

Η ελληνική ονομασία του χωριού, που προήλθε από τη λέξη οδός και το αθροιστικό όμο- φανερώνει και την αρχαιότητά του, πριν από τα χρόνια της Φραγκοκρατίας. Η ονομασία του χωριού υποδηλώνει ότι αυτό βρισκόταν επί ενός σημαντικού συγκοινωνιακού κόμβου κάποιου παλαιού οδικού δικτύου.

 

Μέσα και πολύ κοντά στο χωριό βρέθηκαν αρχαία αντικείμενα και ίχνη που φανερώνουν ότι η περιοχή εκατοικείτο κατά την Αρχαιότητα, μάλιστα δε από τα Προϊστορικά χρόνια. Εξάλλου τοπωνύμια της περιοχής έχουν αρχαία προέλευση, όπως για παράδειγμα το βουνό Αφάμης* που η ονομασία του υποδηλώνει λατρεία στην κορφή του, κατά τα αρχαία χρόνια, του Ευφημίου Διός, ο κρεμμός της Έρας (=Ήρας) κλπ.

 

Για τη ονομασία του χωριού προτάθηκε και άλλη εκδοχή, ότι προήλθε από το Homo Deus(=Οίκος του Θεού), ωστόσο η δική μας γνώμη είναι ότι η ονομασία προήλθε από την αρχαία ελληνική ομο+οδός. Στην ευρύτερη περιοχή του χωριού υπάρχουν εξάλλου κατάλοιπα αρχαίου οικισμού, που δείχνουν ότι ο χώρος εκατοικείτο από τα προχριστιανικά χρόνια. Δεν έχουν γίνει κανονικές αρχαιολογικές ανασκαφές, όμως εντοπίστηκαν και ερευνήθηκαν μερικοί λαξευτοί αρχαίοι τάφοι, στους οποίους βρέθηκαν οστά αλλά και πήλινα αγγεία των Ρωμαϊκών χρόνων.

 

Τοπική παράδοση (που την αναφέρει ο Νέαρχος Κληρίδης) λέγει ότι το Όμοδος ιδρύθηκε κατά το τέλος των Βυζαντινών χρόνων, όταν διαλύθηκαν άλλοι οικισμοί της περιοχής και ιδίως ο μεγάλος οικισμός Πάνω και Κάτω Κούπετρα που βρισκόταν στην αριστερή όχθη του ποταμού, δηλαδή απέναντι από το σημερινό χωριό. Μάλιστα αναφέρεται ότι στα Κούπετρα είχε καταφύγει ο Ισαάκιος Κομνηνός στα 1191, κυνηγημένος από τον βασιλιά της Αγγλίας Ριχάρδο τον Λεοντόκαρδο, κι εκεί έκαμε τένταν, δηλαδή στρατοπέδευσε.

 

Διάφοροι παλαιοί συγγραφείς και επισκέπτες, βασικά της περιόδου της Οθωμανοκρατίας, αναφέρουν το Όμοδος κυρίως σε σχέση προς το μοναστήρι του Τιμίου Σταυρού. Αναφέρουμε τον Νεόφυτο Ροδινό, που δίνει και την πληροφορία ότι στο χωριό γίνονταν μεγάλα πανηγύρια όπου συντρέχουν πολλοί ασθενείς κατά την ημέρα της γιορτής του μοναστηριού, δηλαδή στις 14 Σεπτεμβρίου (γιορτή Υψώσεως Τιμίου Σταυρού). Αναφέρουμε επίσης τον Ρώσο μοναχό Βασίλειο Μπάρσκυ που επισκέφθηκε δυο φορές το χωριό και το μοναστήρι, τον αρχιμανδρίτη Κυπριανό, όπως και τον αρχιεπίσκοπο Σιναίου Κωνστάντιον. Ο τελευταίος, στο έργο του Κυπρίας Χαρίεσσα, γράφει ότι το Όμοδος ήταν χωρίον σμικρόν, αλλά διάσημο εξαιτίας του μοναστηριού και των κειμηλίων του που θεωρούνται θαυματουργά. Ένα άλλο γνωστό κειμήλιο του μοναστηριού, εκτός από τον άγιον κάνναβον, είναι η κάρα του αγίου αποστόλου Φιλίππου.

 

Ο Γερμανός αρχαιολόγος δρ. Λούτβιγκ Ρος, που περιόδευσε την Κύπρο το 1845, γράφει ότι στην περιοχή του Ομόδους βρέθηκαν αρχαίοι τάφοι με πολύτιμα χρυσά κοσμήματα. Προσθέτει ότι κάπου κοντά, στην τοποθεσία Ξυλούρι (ίσως η τοποθεσία Ξυλάρης πλησιέστερα στο Φοινί) υπήρχαν παλαιά ερείπια.

 

Ο Αθανάσιος Σακελλάριος (1890) γράφει ότι στο Όμοδος είχε γευθεί το καλύτερο μοσχάτο κρασί αλλά επίσης και ωραίο μαύρο, όπως και ξανθή και μαύρη σταφίδα, άριστα χοιρομέρια και πολύ μυρωδάτο καπνό. Προσθέτει ότι υπήρχαν τότε δημοτικά σχολεία αγοριών και κοριτσιών στο χωριό.

 

Ο δρόμος Λεμεσού-Πλατρών μέσω Ομόδους κατασκευάστηκε κατά την πρώτη περίοδο της Αγγλοκρατίας. Ο δρόμος, που ξεκινά από την υπεραστική οδό Λεμεσού-Πάφου, συμπληρώθηκε μέχρι το Όμοδος τον Νοέμβριο του 1886 (βέβαια χωρίς ασφαλτόστρωμα) και μέχρι τις Πλάτρες το 1901.

 

Από το  Όμοδος καταγόταν ο αρχιεπίσκοπος Κύπρου Πανάρετος (1827-1840). Από το ίδιο χωριό κατάγεται ο διάσημος Κύπριος βαρύτονος Τζων Μοδινός.

 

Μια εντοιχισμένη πλάκα στο μοναστήρι του Ομόδους, μνημονεύει έναν Άγγλο στρατιωτικό, τον ταγματάρχη Henry Rooke, που πέθανε στο χωριό κι ετάφη εκεί το 1811.

 

Βλέπε Βίντεο 

Ομοδος και Ελληνική Επανάσταση

 

Στο Όμοδος λειτούργησε σχολείο από τις αρχές του 19ου αιώνα, όταν ακόμη και πόλεις της Κύπρου δεν είχαν αποκτήσει εκπαιδευτήρια. Η λειτουργία του σχολείου οφειλόταν στο μοναστήρι του Τιμίου Σταυρού, με την ευθύνη του οποίου και λειτουργούσε. Μεταξύ του 1810 και του 1821 δίδαξε στη σχολή του Ομόδους ο οικονόμος του μοναστηριού Δοσίθεος, που εκτελέστηκε από τους Τούρκους τον Ιούλιο του 1821. Μεταξύ των πρώτων δημοδιδασκάλων αναφέρονται οι Νικόλαος και Κλήμης (ο δεύτερος καταγόταν από την Κωνσταντινούπολη). Κατά το διάστημα 1824-1850 δίδαξε ο Μοδίτης Χατζηνικόλας Σπίννος. Εξάλλου γύρω στα 1850 ίδρυσε ιδιωτικό σχολείο στο Όμοδος ο Χριστόδουλος Θεοδουλίδης που είχε μορφωθεί στη Λευκωσία. Δίδαξε αργότερα ο Διονύσιος Ζάκας (καταγόταν από τα Επτάνησα), περί το τέλος της Τουρκοκρατίας. Κατά τα πρώτα χρόνια της Αγγλοκρατίας δίδαξαν ο Σοφοκλής Παυλίδης (που γνώριζε και λίγα γαλλικά), ο Ιωάννης Α. Γεωργιάδης, κάποιος Τηλέμαχος από τη Λεμεσό, ο Κωνσταντίνος Τοφαρίδης από τη Λευκωσία, ο Θεοφύλακτος Αντωνίου από το κοντινό Φοινί, ο Ηρόδοτος Μοδινός και ο Γιάννης Μοδινός από το Όμοδος, ένας Παπαθεόδωρος κ.α. Ως σχολείο εχρησιμοποιείτο ένα δωμάτιο του μοναστηριού. Το 1880 ιδρύθηκε στο χωριό παρθεναγωγείο με πρώτη δασκάλα την Κλειώ Παπίδου.

 

Ο ναός του μοναστηριού του Τιμίου Σταυρού αποτελεί σήμερα την κύρια εκκλησία του χωριού. Υπάρχουν επίσης εκκλησίες αφιερωμένες στον απόστολο Φίλιππο και στην αγία Παρασκευή.

 

(ΣΗΜ.: Ειδική αναφορά για το ιστορικό μοναστήρι του Ομόδους βλ. στο χωριστό λήμμα Τιμίου Σταυρού μοναστήρι).

Φώτο Γκάλερι

Image
Image
Image
Image