Παναγία Παλλουριώτισσα, Λευκωσία

Image

Το μοναστήρι της Παναγίας Παλλουριώτισσας ήταν ένα από τα τρία ή τέσσερα γυναικεία μοναστήρια της Λευκωσίας. Δεν είναι γνωστό πότε ιδρύθηκε. Πιθανότατα ιδρύθηκε κατά τη Μέση Βυζαντινή περίοδο (965-1191 μ.Χ.) όταν η Λευκωσία έγινε έδρα του Βυζαντινού διοικητή και αναπτύχθηκε ιδιαίτερα ο μοναχικός βίος. Η πρώτη αναφορά στο μοναστήρι της Παναγίας Παλλουριώτισσας γίνεται στην Διήγησιν για το μαρτύριο των 13 μοναχών της Καντάρας* το 1231: Τούτων οὕτως ἐχόντων καί τῆς αὐτῶν φήμης διαλαμπούσης Μιχαήλ καί Θεόδωρος οἱ αὐτάδελφοι, ἀπό τοῦ Καλοῦ  Ὃρους καί οὖτοι ὂντες... ἅμα τῷ μαθητῇ αὐτῶν Ἰωάννῃ καί προσμοναρίῳ ὅντι καί πρεσβυτέρῳ τῆς μονῆς τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου τῆς Παλλιουριωτίσσης εἰς τόδε τό μοναστήριον [δηλαδή της Καντάρας] ἔφθασαν... Όπως φαίνεται από το αγιολογικό αυτό κείμενο, που γράφτηκε λίγο μετά το μαρτύριο των μοναχών της Καντάρας, το επώνυμο της Παναγίας ήταν Παλλιουριώτισσα, πράγμα που επιβεβαιώνει την προέλευσή του από το φυτό παλίουρος, γνωστό σήμερα σαν παλλούρα*. Αναφορά, στο μοναστήρι της Παλλουριώτισσας γίνεται πολύ αργότερα σε κατάστιχο λογαριασμών Φράγκου ευγενούς του 1423. Ο Φράγκος αυτός ευγενής, του οποίου το όνομα δυστυχώς δεν έχει σωθεί, έκαμε δωρεά στο μοναστήρι της Παλλουριώτισσας («a la nounnon [= γυναικείο μοναστήρι] de Palouriotissa»). Ο Estienne de Lusignan αναφέρει ότι το γυναικείο μοναστήρι της Παναγίας Παλλουριώτισσας κατεδαφίστηκε το 1567 από τους Βενετούς γιατί βρισκόταν έξω από τα νέα τείχη της Λευκωσίας.

 

Δεν υπάρχει οποιαδήποτε απόδειξη ότι το μοναστήρι της Παναγίας της Παλλουριώτισσας ταυτίζεται με τον ναό «της υπεραγίας Θεοτόκου του Κοιμητηρίου» που αναφέρεται σε έγγραφο του 13ου ή 14ου αιώνα και που περιέχεται στον Παλατινό κώδικα 367 της Βιβλιοθήκης του Βατικανού, όπως υποστηρίζει ο Γ. Καργώτης, βασιζόμενος στο γεγονός ότι το νέο ανδρώο μοναστήρι της Παναγίας Παλλουριώτισσας βρισκόταν σε κοιμητήριο της Λευκωσίας. Η ανεύρεση του καλύμματος της σαρκοφάγου του Αδάμ του Αντιοχείας και της ταφόπετρας της κόρης του ιππότη Guillaume de Plesie, στην περιοχή ανατολικά της σημερινής πύλης Αμμοχώστου, όπου πιθανόν να βρισκόταν το μοναστήρι της Παλλουριώτισσας, δεν σημαίνει κατ' ανάγκην την ύπαρξη κοιμητηρίου. Όπως είναι γνωστό κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας ήταν συνήθεια να θάβονται μέσα στις εκκλησίες οι νεκροί.

 

Είναι δε μάλλον απίθανο οι ταφόπετρες αυτές να προέρχονται από ορθόδοξη εκκλησία. Πιθανότερο είναι ότι προέρχονται από λατινική εκκλησία, αφού ανάμεσα στις εκκλησίες που κατεδάφισαν οι Βενετοί ήσαν και λατινικές.

 

Πότε ιδρύθηκε το νέο μοναστήρι της Παναγίας Παλλουριώτισσας, στη θέση που βρίσκεται η σημερινή παλαιά εκκλησία της Παλλουριώτισσας, δεν είναι γνωστό. Το νέο αυτό μοναστήρι ήταν ανδρώο και υφίστατο στις αρχές του 18ου αιώνα. Το 1713 ο ηγούμενος του μοναστηριού της Παλλουριώτισσας Ιωαννίκιος υπογράφει και αυτός στο πωλητήριο έγγραφο με το οποίο ο αρχιεπίσκοπος Ιάκωβος πούλησε το μοναστήρι του Αρχαγγέλου, κοντά στη Λακατάμια, που ανήκε στην Αρχιεπισκοπή, στο μοναστήρι του Κύκκου. Ο ίδιος ηγούμενος Ιωαννίκιος πούλησε το 1724 το μερίδιο σπιτιού που είχε χαρίσει στο μοναστήρι της Παλλουριώτισσας κάποια γυναίκα με το όνομα Προυδέντζα στην εκκλησία του Αγίου Αντωνίου στη Λευκωσία. Διάδοχος του Ιωαννικίου ήταν ο Πανάρετος, που το 1767 έγινε επίσκοπος Πάφου. Τον Πανάρετο διαδέχθηκε ο Ιωακείμ, ο οποίος το 1783, μετά την εξορία του αρχιεπισκόπου και των επισκόπων, κατέλαβε την μητρόπολη Πάφου για οκτώ μήνες, χωρίς όμως να χειροτονηθεί επίσκοπος. Ο Ιωακείμ, ύστερα από διετή περιορισμό στην Αμμόχωστο για τιμωρία επειδή κατέλαβε τη μητρόπολη Πάφου, συγχωρήθηκε από τον αρχιεπίσκοπο Χρύσανθο και αποκαταστάθηκε στο μοναστήρι του. Μετά τον Ιωακείμ φαίνεται ότι το μοναστήρι διαλύθηκε και ο εκάστοτε αρχιεπίσκοπος διόριζε οικονόμο για διαχείριση της κτηματικής περιουσίας του και για διακονία στην εκκλησία που βαθμιαία έγινε ενοριακή.

 

Το μοναστήρι και η παλαιά εκκλησία του, που ήταν δίκλιτη, κατεδαφίσθηκαν και στη θέση τους κτίσθηκε η σημερινή ενοριακή εκκλησία, το 1888.

 

Στην εκκλησία αυτή σώζεται η εικόνα της Παναγίας Παλλουριώτισσας, ίσως του 13ου αιώνα με μεταγενέστερη επιζωγράφιση. Αξιόλογες εικόνες είναι εκείνες του Χριστού, έργο του ιερομόναχου Λεοντίου από τη Λεμεσό που χρονολογείται στα 1696, και του αποστόλου Βαρνάβα του 1691 με προσωπογραφία του δωρητή αρχιεπισκόπου Ιακώβου.