Παναγούλης Αλέξανδρος

Image

Παγκόσμια γνωστός Έλληνας συνδικαλιστής, πολιτικός και κορυφαίος αγωνιστής κατά της ελληνικής στρατιωτικής δικτατορίας του 1967-1974. Γεννήθηκε στις 2 Ιουλίου 1939 και σκοτώθηκε την 1η Μαϊου 1976. Σπουδαστής ακόμη του Πολυτεχνείου (που δεν πρόλαβε να τελειώσει) αναμείχθηκε ενεργά στο συνδικαλιστικό κίνημα ως ηγετική φυσιογνωμία των φοιτητών, αλλά και ως μέλος του κεντρικού συμβουλίου της ΟΝΕΚ (= Οργάνωση Νεολαίας Ενώσεως Κέντρου) και γραμματέας του εθνικού συμβουλίου της ΕΔΗΝ (οργάνωση νεολαίας της Ενώσεως Κέντρου, του κόμματος του Γεωργίου Παπανδρέου). Υπήρξε επίσης μέλος της εκτελεστικής επιτροπής της Διεθνούς Ενώσεως Σοσιαλιστικών Νεολαιών.

 

Μετά την επιβολή στρατιωτικής δικτατορίας στην Ελλάδα (21 Απριλίου του 1967), ο Αλέκος Παναγούλης πέρασε στην παρανομία ως ηγέτης της «Ελληνικής Αντίστασης», κι αποδύθηκε σε ένα ποικιλόμορφο αγώνα κατά των Ελλήνων συνταγματαρχών και του καθεστώτος τους. Αν και αρχικά κατόρθωσε να διαφύγει στο εξωτερικό (Ευρώπη, Κύπρο), σύντομα ξαναγύρισε κρυφά στην Ελλάδα για να αγωνιστεί «από μέσα» κατά του δικτατορικού καθεστώτος. Αποκορύφωμα της αντιστασιακής του δραστηριότητας ήταν η απόπειρά του να δολοφονήσει τον δικτάτορα Γεώργιο Παπαδόπουλο στις 13 Αυγούστου του 1968. Η απόπειρα, που απέτυχε, συνίστατο στην ανατίναξη του αυτοκινήτου που μετέφερε τον δικτάτορα, στον υπεραστικό δρόμο Σουνίου-Αθηνών. Η αποτυχία, βασικά από έλλειψη συντονισμού, είχε ως αποτέλεσμα τη σύλληψη του Παναγούλη στον χώρο της απόπειρας. Στο κρατητήριο υπέστη τρομερά βασανιστήρια, χωρίς να υποκύψει. Τελικά καταδικάστηκε σε θάνατο δυο φορές (17 Νοεμβρίου, 1968), πράγμα που ξεσήκωσε τη διεθνή κοινή γνώμη και προκάλεσε διεθνή κατακραυγή. Διαβήματα κυβερνήσεων και διεθνών οργανώσεων και εκκλήσεις διεθνών προσωπικοτήτων (μεταξύ των οποίων ο γενικός γραμματέας του ΟΗΕ και ο πάπας), είχαν ως αποτέλεσμα τη μετατροπή της ποινής του σε ισόβια δεσμά. Παρέμεινε δέσμιος της χούντας και συνεχώς βασανιζόμενος, η ακατάβλητη όμως δύναμή του όχι μόνο του επέτρεψε να αντέξει αλλά τον οδήγησε και σε επανειλημμένες απόπειρες αποδράσεως. Έγινε έτσι διεθνές σύμβολο αντιδικτατορικής πάλης και δημοκρατικού αγώνα.

 

Από τη φυλακή ο Παναγούλης απελευθερώθηκε μετά τη πτώση της χούντας (Ιούλιος του 1974, αμέσως μετά το πραξικόπημα και την τουρκική εισβολή στην Κύπρο). Στις εκλογές του τέλους του 1974 εξελέγη βουλευτής με τον συνδυασμό της ΕΝΝΔ (=  Ένωση Κέντρου-Νέες Δυνάμεις). Λίγο αργότερα ανεξαρτητοποιήθηκε. Ταυτόχρονα άρχισε να διεξάγει έρευνα, με ατομική πρωτοβουλία, για συγκέντρωση στοιχείων από την επτάχρονη δραστηριότητα της χούντας, δημιούργησε δε μεγάλο σάλο το 1976, όταν έγινε γνωστό πως είχε κατορθώσει να εξασφαλίσει τα αρχεία της περιβόητης ΕΣΑ (= Ελληνική Στρατιωτική Αστυνομία) που φαίνεται ότι ήσαν ιδιαίτερα αποκαλυπτικά για πολλούς. Η δημοσίευση των αρχείων αυτών από τον Παναγούλη ματαιώθηκε με την επέμβαση του κράτους. Τότε ο Παναγούλης προσπάθησε να βγάλει τα αρχεία αυτά εκτός Ελλάδος, για δημοσίευσή τους στο εξωτερικό, ενώ όμως εργαζόταν προς αυτή την κατεύθυνση τον πρόλαβε ο θάνατος. Σκοτώθηκε την 1η Μαϊου 1976 σε ένα περίεργο αυτοκινητικό δυστύχημα, πράγμα που αφήνει πολλές υπόνοιες ότι επρόκειτο για δολοφονία του.

 

Σχέσεις του προς την Κύπρο: Στο πλαίσιο της αντιδικτατορικής του πάλης, ο Αλέκος Παναγούλης συνδέθηκε ιδιαίτερα στενά με την Κύπρο και Κυπρίους. Η σύνδεσή του μάλιστα αυτή προκάλεσε μια από τις χειρότερες κρίσεις στις σχέσεις της κυπριακής κυβέρνησης του αρχιεπισκόπου Μακαρίου με το καθεστώς των Αθηνών.

 

Όταν το 1967 ο Παναγούλης βγήκε στην παρανομία, κατόρθωσε να ξεφύγει από το κυνηγητά των μυστικών και άλλων υπηρεσιών της ελληνικής χούντας και να έλθει μυστικά και παράνομα στην Κύπρο, χρησιμοποιώντας κυπριακό διαβατήριο φοιτητή. Στην Κύπρο όταν ήλθε, φιλοξενήθηκε αρχικά από την οικογένεια του φοιτητή (Χριστάκη Ζόππου) στην Πάφο. Αργότερα ο Παναγούλης εξήγησε ότι είχε αποφασίσει να έλθει στην Κύπρο για να εκπαιδευθεί σε μεθόδους ανταρτοπολέμου. Από την Πάφο ήλθε σε επαφή με άλλο Κύπριο φίλο του, τον Ανδρέα Χριστοδουλίδη (στέλεχος αργότερα του ΠΑΣΟΚ) και προωθήθηκε στη Λευκωσία όπου εμφανίστηκε ως «Μάριος» και για λίγο καιρό φιλοξενήθηκε από τον δικηγόρο Ανδρέα Παναγιώτου. Σύντομα όμως οι ελληνικές μυστικές υπηρεσίες ανακάλυψαν τα ίχνη του που οδηγούσαν προς την Κύπρο κι άρχισαν να ερευνούν γι’ αυτόν στο νησί. Τότε ο Παναγιώτου απευθύνθηκε στον Βάσο Λυσσαρίδη   και τον Τάκη Χατζηδημητρίου για εξασφάλιση προστασίας για τον Παναγούλη. Διευθετήθηκε τότε να μετακινηθεί και κρυφτεί σε άλλο σπίτι, εκείνο του ηθοποιού Νίκου Σιαφκάλη.

 

Στο μεταξύ τα ίχνη του Παναγούλη εντόπισαν στην Κύπρο οι άνθρωποι του Πολύκαρπου Γιωρκάτζη, υπουργού Εσωτερικών, που αρχικά διέταξε τη σύλληψη του. Τότε ο Παναγούλης αποφάσισε πως έπρεπε να φύγει από την Κύπρο. Ο Βάσος Λυσσαρίδης μίλησε στον πρόεδρο Μακάριο κι ο τελευταίος, που μόλις δυο μήνες πιο πριν είχε αντιμετωπίσει τη μεγάλη κρίση της Κοφίνου, έδωσε εντολή να χορηγηθεί στον Παναγούλη άδεια εξόδου (λεσέ πασέ) για τον Λίβανο. Έτσι ο Παναγούλης ήλθε τελικά σε προσωπική επαφή με τον ίδιο τον Γιωρκάτζη, που απετέλεσε και την απαρχή της μελλοντικής συνεργασίας τους. Ο Γιωρκάτζης έδωσε στον Παναγούλη κανονικό διαβατήριο κι ο τελευταίος έφυγε για την Ευρώπη κανονικά στις 27 Ιανουαρίου 1968.

 

Στη Ρώμη ο Παναγούλης ίδρυσε την αντιδικτατορική του οργάνωση, βοηθούμενος και από τους φίλους του από την Κύπρο. Ο ίδιος ο Γιωρκάτζης είχε, μάλιστα, και άλλες προσωπικές και μυστικές βέβαια επαφές με τον Παναγούλη στο Παρίσι και στην Κύπρο όπου ο Παναγούλης επανήλθε στις 15 Μαϊου 1968, αφού πέρασε και από την Ελλάδα, χρησιμοποιώντας το κυπριακό του διαβατήριο. Ο Γεωρκάτζης είχε τελικά αποδεχθεί να βοηθήσει τον Παναγούλη και την οργάνωσή του, με διάφορους τρόπους: οικονομικά, υλικά (με την προμήθεια οπλισμού) και εκπαιδεύοντας στην Κύπρο τόσο τον Παναγούλη τον ίδιο όσο και τους άνδρες που είχε στρατολογήσει. Ήδη από την Κύπρο εστάλησαν στην Αθήνα — με τον διπλωματικό σάκκο — και οι πρώτες μικρές ποσότητες οπλισμού.

 

Ο Γεωρκάτζης προόριζε τον Παναγούλη ως τον ηγέτη της αντιδικτατορικής πάλης στην ίδια την Ελλάδα. Η βεβιασμένη όμως ενέργεια του Παναγούλη κατά του δικτάτορα Γεωργίου Παπαδοπούλου, και μάλιστα χωρίς τη σύμφωνη γνώμη του Γεωρκάτζη, ανέτρεψε τα πάντα. Ο Κύπριος υπουργός είχε στείλει τελικά τον Παναγούλη στην Ελλάδα για να αρχίσει να δικτυώνει μέσα στη χώρα την οργάνωση, να στρατολογεί άνδρες κλπ. Ενώ μάλιστα ο Παναγούλης δεν είχε εκπαιδευθεί ειδικά για επιχειρήσεις όπως εκείνη που απετόλμησε, προχώρησε στην εφαρμογή δικού του σχεδίου για δολοφονία του δικτάτορα, που απέτυχε.

 

Μετά τη σύλληψη του Παναγούλη, έστω κι αν ο ίδιος στάθηκε ακλόνητος παρά τα βασανιστήρια και δεν ομολόγησε ο,τιδήποτε, η όλη υπόθεση πήρε τον δρόμο της εξιχνίασης. Σύντομα το πόρισμα των ελληνικών αρχών ετοιμάστηκε, κι είχε ως αποτέλεσμα να κλονίσει συθέμελα τις σχέσεις Κύπρου και Ελλάδας. Γιατί το πόρισμα απεκάλυπτε ότι ο Παναγούλης είχε βοηθηθεί από την Κύπρο παντοιοτρόπως, μάλιστα δε από τον ίδιο τον υπουργό Εσωτερικών της Κύπρου, είχε εκπαιδευθεί στην Κύπρο κι είχε εφοδιαστεί από την Κύπρο με όπλα. Ο πρόεδρος Μακάριος έστειλε εσπευσμένα στην Αθήνα τον τότε πρόεδρο της κυπριακής Βουλής Γλαύκο Κληρίδη, με αποστολή να προσπαθήσει να ματαιώσει τη δημοσίευση του πορίσματος και να διευθετήσει χωρίς δημοσιότητα το όλο θέμα. Όμως η ελληνική χούντα ήταν ανένδοτη. Το πόρισμα, ενοχοποιητικό για τον Γεωρκάτζη και άλλους Κυπρίους, δημοσιεύθηκε πυροδοτώντας την κρίση. Οι Έλληνες αξιωματικοί που υπηρετούσαν στην Κύπρο, υποστηρικτές της χούντας, δημιούργησαν σοβαρό πρόβλημα. Τελικά η χούντα απαίτησε την αποπομπή του Γεωρκάτζη, κι ο τελευταίος αναγκάστηκε να παραιτηθεί. Η κρίση ήταν τεραστίων διαστάσεων. Τελικά καταλάγιασε, αλλά δημιούργησε την πρώτη μεγάλη σύγκρουση της κυπριακής κυβέρνησης με την ελληνική χούντα και διέγραψε τη μελλοντική στάση της χούντας έναντι της Κύπρου, μια στάση τόσο πολύ καταστροφική για το νησί.

 

Παναγούλης -Φαλάτσι 

Ο Παναγούλης γνωρίστηκε και σχετίστηκε με τη διάσημη ιταλίδα δημοσιογράφο Οριάνα Φαλάτσι, το 1973 όταν αφέθηκε ελεύθερος από την Χούντα. Η Φαλάτσι έγραφε για τον Παναγούλη το βιβλίο "Ιδού ο Άνθρωπος", από το οποίο παραθέτουμε το πιο κάτω απόσπασμα. 

"Έγινε έτσι και ταξιδεύοντας σε μονοπάτια άλλοτε ξάστερα κι άλλοτε ομιχλώδη, άλλοτε ανοιχτά στο διάβα κι άλλοτε φραγμένα από βάτους και λιάνες - οι δύο όψεις της ζωής που δίχως αυτές δε θα υπήρχε ζωή - , ξαναπατώντας πάνω σε χνάρια γνωστά μου γιατί τα' χαμε αφήσει μαζί ή σχεδόν άγνωστα γιατί τα' ξερα μόνο από διηγήσεις σου, πήγα προς αναζήτηση του μύθου σου. Ο συνηθισμένος μύθος του ήρωα που αγωνίζεται μόνος, που χτυπιέται από τους άλλους, που τον περιφρονούν, που δεν τον καταλαβαίνουν. Η συνηθισμένη ιστορία του ανθρώπου που αρνιέται να υποταχθεί σε εκκλησίες, φόβους, μόδες, ιδεολογικά σχήματα, απόλυτες αρχές, απ' όπου κι αν προέρχονται, μ' ότι χρώμα κι αν είναι ντυμένες, και κηρύσσει την ελευθερία. Η συνηθισμένη τραγωδία του ατόμου που δεν προσαρμόζεται , που δεν παραδίνεται, που σκέφτεται με το μυαλό του και γι' αυτό πεθαίνει σκοτωμένος απ' όλους. Να την, και σύ ο μοναδικός δυνατός συνομιλητής μου, εκεί κάτω στο χώμα, ενώ το ρολόι χωρίς δείχτες σημαίνει την πορεία της θύμησης"

 

Φώτο Γκάλερι

Image
Image
Image
Image