Παναΰριν

Image

Το πανηγύρι, η πανήγυρις, λέγεται παναΰριν στο κυπριακό γλωσσικό ιδίωμα. Παναΰριν είναι η συγκέντρωση πλήθους λαού στα προαύλια των εκκλησιών κατά τη διάρκεια θρησκευτικών εορτών, αλλά και η συγκέντρωση πλήθους λαού στις παραλίες των πόλεων κατά την εορτή του Κατακλυσμού. Συνεπώς το παναΰριν σχετίζεται άμεσα προς εκκλησιαστικές εορτές. Άλλες συγκεντρώσεις πλήθους λαού με άλλες ευκαιρίες, δεν είναι παναΰρκα. Μπορούμε να διακρίνουμε τρεις διαφορετικές περιπτώσεις μεγάλων παναϋρκών.

 

α) στις παραλίες των πόλεων κατά την εορτή του Κατακλυσμού.

 

β) στα διάφορα μοναστήρια κατά τις ημέρες κατά τις οποίες εορτάζουν.

 

γ) στις εκκλησίες πόλεων και χωριών, κατά τις ημέρες κατά τις οποίες τιμώνται από την Εκκλησία οι άγιοι στους οποίους είναι αφιερωμένες οι εκκλησίες.

 

Σ’ ό,τι αφορά τις εκδηλώσεις της εορτής του Κατακλυσμού. Σ' ό,τι αφορά τα παναΰρκα που γίνονταν ή και γίνονται σε μοναστήρια, αναφέρουμε ότι εξακολουθούν να γίνονται στις 15 Αυγούστου (Κοίμηση της Θεοτόκου) στα αφιερωμένα στην Παναγία μοναστήρια του Κύκκου, της Τροοδίτισσας και της Χρυσορροϊάτισσας, όπως και στον Μαχαιρά. Παναΰριν γινόταν και γίνεται ακόμη και στο μοναστήρι του Αγίου Νεοφύτου στην Πάφο (26 Σεπτεμβρίου). Μέχρι και την τουρκική εισβολή του 1974, ένα από τα μεγαλύτερα παναΰρκα γινόταν στο μοναστήρι του Αποστόλου Ανδρέα (30 Νοεμβρίου, αλλά κυρίως στις 15 Αυγούστου που ο καιρός ήταν καλοκαιρινός). Ένα άλλο πολύ μεγάλο παναΰριν που γινόταν παλαιότερα, ήταν κατά την εορτή του αγίου Παντελεήμονος (27 Ιουλίου) στο ομώνυμο μοναστήρι στη Μύρτου. Μεγάλο παναΰριν γινόταν παλαιότερα και στο (επίσης κατεχόμενο από το 1974) μοναστήρι του Αποστόλου Βαρνάβα, στις 11 Ιουνίου.

 

Παναΰρκα σε εορτάζοντες ναούς πόλεων και χωριών γίνονταν πάρα πολλά, μεγάλα και μικρά. Μεταξύ των μεγαλυτέρων ήσαν εκείνα της Λύσης (25 Μαρτίου, Ευαγγελισμός της Θεοτόκου), της Λάρνακας (23 Απριλίου, του αγίου Γεωργίου, στον Άγιο Γεώργιο), του Κοιλανιού (3 Μαΐου, της αγίας Μαύρης, στο ομώνυμο ξωκλήσι), της Ακανθούς (6 Αυγούστου, του Σωτήρος), της Μόρφου (1η Σεπτεμβρίου, του αγίου Μάμαντος), του Ομόδους (14 Σεπτεμβρίου, της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού), της Πόλης Χρυσοχούς (24 Σεπτεμβρίου, της αγίας Θέκλης), του Μενοίκου (2 Οκτωβρίου, του αγίου Κυπριανού), της Ζώδιας (8 Νοεμβρίου, του αρχαγγέλου Μιχαήλ). Δεκάδες άλλα παναΰρκα εγίνοντο σε άλλες εκκλησίες, σ' ολόκληρη την Κύπρο και σ' όλες τις εποχές του χρόνου.

 

Χαρακτηριστικά του κυπριακού παναϋρκού: Τα παναΰρκα που συχνά οργανώνονταν σε παλαιότερες εποχές στην Κύπρο, μπορούν να διακριθούν σε μεγάλα και παγκύπρια και σε μικρά και τοπικά. Τα μικρά παναΰρκα συγκέντρωναν λιγότερο κόσμο, από τα γύρω χωριά και το χωριό του εορτάζοντος ναού. Τα μεγάλα, ιδίως αυτά των μοναστηριών, συγκέντρωναν πλήθη κόσμου από όλα τα μέρη της Κύπρου. Μάλιστα οι προσκυνητές (παναϋρκώτες) από τα πιο απομακρυσμένα προς το μοναστήρι μέρη, ταξίδευαν με ζώα για μέρες, μέχρι να παν στο μοναστήρι και μέχρι να επιστρέψουν. Μάλιστα πριν εισαχθεί το αυτοκίνητο, αποτελούσε ολόκληρη περιπέτεια για πολλούς ένα τέτοιο προσκύνημα, γι’ αυτό και μερικά μοναστήρια (Αποστόλου Ανδρέα, Αγίου Νεοφύτου) μετέθεσαν τις ημέρες της εορτής τους σε καλοκαιρινούς μήνες.

 

Η κοσμοσυρροή στα μεγάλα παναΰρκα ήταν, βασικά, θρησκευτικού περιεχομένου αφού το πλήθος συγκεντρωνόταν για προσκύνημα. Εφόσον όμως υπήρχε μεγάλη συγκέντρωση κόσμου, προσφερόταν και η ευκαιρία για εμπόριο και μικροεμπόριο, γι' αυτό από νωρίς (πολλές φορές δυο και τρεις μέρες πριν από την καθ' αυτό ημέρα του παναϋρκού) συγκεντρώνονταν οι διάφοροι μικρέμποροι, λαϊκοί τεχνίτες και άλλοι επαγγελματίες που έστηναν πρόχειρα παραπήγματα στα οποία εξέθεταν το εμπόρευμά τους. Σε πολλές περιπτώσεις, τέτοια πρόχειρα παραπήγματα στήνονταν με την φροντίδα της εκκλησιαστικής επιτροπής του εορτάζοντος ναού. Στα μεγάλα παναΰρκα, εκτός από τους πολλούς μικροπωλητές ξηρών καρπών, φρούτων και άλλων προϊόντων, συγκεντρώνονταν και ζωέμποροι, κρασέμποροι, υφασματέμποροι και άλλοι. Απαραίτητοι ήσαν και οι κατασκευαστές διαφόρων φαγώσιμων ειδών (οφτόν κλέφτικον, λοκμάδες, τσαμαρέλλα, χαλλούμιν κλπ.) που άλλοι προσκόμιζαν έτοιμα προς πώλησιν τα προϊόντα τους (χαλλούμιν, παστέλλιν, σησαμόπιττα, τσαμαρέλλα κ.α.) κι άλλοι τα παρασκεύαζαν επί τόπου (οφτόν, λοκμάδες κλπ.).

 

Κοντά σ' όλους αυτούς τους εμπόρους και μικρεμπόρους, προσετίθεντο και άλλοι επαγγελματίες που προσκόμιζαν το εμπόρευμά τους, όπως για παράδειγμα ο κωμοδρόμος που πωλούσε γεωργικά εργαλεία, ο πεταλωτής ζώων, ο στρατουράς (= κατασκευαστής σαμαριών), ο σκαρπάρης (= υποδηματοποιός) και άλλοι. Απαραίτητοι στα παναΰρκα ήσαν και οι Κούλλουφοι ή Κκιλίντζ΄ιροι (= Τσιγγάνοι) που ασχολούνταν με τις δικές τους εμπορικές δραστηριότητες (συνήθως πωλούσαν μικροαντικείμενα που κατασκεύαζαν, όπως και ζώα, ενώ οι γυναίκες έλεγαν και τη μοίρα στους αφελείς), παρά το ότι οι Κούλλουφοι αυτοί δεν ήσαν Χριστιανοί.

 

Μια άλλη απαραίτητη όσο και γραφική παρουσία στα κυπριακά παναΰρκα ήταν ο ποιητάρης. Με τη μονότονη συνήθως αλλά χαρακτηριστική φωνή του, απάγγελλε ή τραγουδούσε τα ποιήματά του που αργότερα (μετά την εισαγωγή της τυπογραφίας) τα πωλούσε και τυπωμένα σε φυλλάδες. Διάφοροι οργανοπαίκτες έκαναν επίσης την εμφάνισή τους, ενώ δεν απουσίαζαν ούτε οι άνθρωποι των τυχερών παιγνιδιών (τσιόλος, καζαντίν κ.α.).

 

Οι διάφοροι εμπορευόμενοι και μικροπωλητές των πανηγυριών ήσαν συνήθως περιπλανώμενοι και μετακινούνταν συνεχώς, από παναΰριν σε παναΰριν, σε ολόκληρη την Κύπρο. Γνώριζαν καλύτερα από τον καθένα πότε και πού γίνονταν τέτοια παναΰρκα, κι έγκαιρα βρίσκονταν πάντοτε εκεί. Έτσι, τα παναΰρκα είχαν και κοινωνική σημασία αφού αποτελούσαν ευκαιρίες συναντήσεως ανθρώπων (εμπόρων, μικρεμπόρων αλλά και προσκυνητών) από διάφορα μέρη της Κύπρου. Μάλιστα όχι σπάνια, σε τέτοιες συγκεντρώσεις γίνονταν και γνωριμίες που κατέληγαν στη διατήρηση εμπορικών σχέσεων ή κοινωνικών επαφών, ακόμη και σε συνοικέσια και σύναψη γάμων.

 

Στα μεγάλα παναΰρκα κυρίως των μοναστηριών, όπου οι προσκυνητές έφθαναν από μακρινές αποστάσεις με τα ζώα τους, πολύς κόσμος παρέμενε εκεί και δυο και τρεις μέρες. Οι περισσότεροι διανυκτέρευαν στο ύπαιθρο, όλοι δε έστηναν και υπαίθρια γλέντια. Για όλους, το παναΰριν έδινε την ευκαιρία να βρουν συγκεντρωμένα ένα πλήθος από προϊόντα και να κάνουν τις αγορές τους, μικρές ή μεγάλες. Οι προσκυνητές που έφθαναν στο παναΰριν από μακριά, συνήθιζαν όταν επέστρεφαν στα χωριά τους, να προσκομίζουν μικροδωράκια σε συγγενικά και φιλικά πρόσωπα. Τα δωράκια αυτά λέγονταν παναϋρκώτικα. Σε μερικά παναΰρκα γίνονταν και διαγωνισμοί χορού, τραγουδιού κλπ., όπως και μυϊκής δυνάμεως, οπότε ο ανταγωνισμός επικεντρωνόταν μεταξύ των «παλληκαρκών» που εκπροσωπούσαν τα χωριά τους۬ οι διαγωνισμοί μυϊκής δυνάμεως ήσαν είτε η ελεύθερη πάλη, είτε το διτζ'ίμιν (μεγάλη πέτρα ή κομμάτι κολόνας που έπρεπε να σηκωθεί ή μετακινηθεί)۬ γίνονταν επίσης αγωνίσματα δρόμου ή πηδήματος ή τραβήγματος σχοινιού (= διελκυστίνδα), όπως και αγώνες ιππασίας (με μούλες ή γαϊδούρια).

 

Τέτοια στοιχεία ανταγωνισμού ή διαγωνισμού απαντώνται στις θρησκευτικές συγκεντρώσεις ήδη από την Αρχαιότητα. Αποτελούσαν δε, συχνά, λόγους προστριβών, οπότε σημειώνονταν και επεισόδια.

 

Σε παλαιότερες εποχές, κατά τις οποίες δεν υφίσταντο οι σημερινές άπειρες ευκαιρίες εμπορικών ανταλλαγών και κοινωνικών επαφών, το παναΰριν είχε ιδιαίτερη σημασία για τον λαό. Αποτελούσε μια βασικότατη εκδήλωση, τόσο από εμποροοικονομικής όσο και από κοινωνικής απόψεως. Σήμερα, με τα νέα δεδομένα, αν και γίνονται ακόμη αρκετά παναΰρκα, ο ρόλος και η αξία τους έχουν μειωθεί κατά πολύ.

Φώτο Γκάλερι

Image
Image