Παπλωματάς

Image

Παραδοσιακός λαϊκός τεχνίτης, ο κατασκευαστής παπλωμάτων (στρωμάτων) και άλλων ειδών, όπως μαξιλάρια για κρεβάτια, ντιβάνια, πολυθρόνες.

 

Ο παπλωματάς είναι ο τεχνίτης που επεξεργάζεται το βαμβάκι με το οποίο παραγεμίζει τα παπλώματα. Ως βασικό εργαλείο χρησιμοποιεί το δοξάριν*, ξύλινο όργανο σε σχήμα μεγάλου τόξου, με δυνατή χορδή κατασκευασμένη συνήθως από έντερα τράγου. Το βαμβάκι ανοίγεται πρώτα με το χέρι σε μικρές τούφες. Στη συνέχεια δοξεύεται με το δοξάριν: ο παπλωματάς, κρατώντας το δοξάριν από τη μέση, το τοποθετεί πάνω από το σωρό του βαμβακιού˙ χτυπώντας μ’ ένα κοπάνι ρυθμικά την χορδή του δοξαριού, την κάνει να πάλλεται με αποτέλεσμα αυτή να ξαίνει το βαμβάκι και να το μετατρέπει σε αέρινες τούφες.

 

Η εργασία του δοξέματος του βαμβακιού είναι συνεχής και κοπιαστική. Αφού με τον τρόπο αυτό γίνει η επεξεργασία της απαραίτητης ποσότητας του βαμβακιού, ο παπλωματάς το τοποθετεί στη συνέχεια σε ύφασμα που έχει ετοιμάσει στο   κατάλληλο σχήμα και μέγεθος.

 

Αφού ράψει στις άκρες το ύφασμα, το κτυπά με λεπτό ραβδί σ’ όλη του την επιφάνεια, για να πάρει ομοιόμορφο πάχος. Τότε, εάν πρόκειται για μεγάλο πάπλωμα κι όχι μαξιλάρι, ο παπλωματάς κάνει και σειρές από ενδιάμεσες ραφές που, αφ’ ενός δημιουργούν διακοσμητικά σχέδια σε γεωμετρικούς σχηματισμούς κι αφ’ ετέρου συγκρατούν το βαμβάκι απλωμένο σ’ ολόκληρη την επιφάνεια του παπλώματος, το παρεμποδίζουν δηλαδή από του να συγκεντρωθεί στη μια πλευρά ή άκρη, έτσι ώστε η γέμιση του στρώματος με βαμβάκι να παραμένει ομοιόμορφη και στο ίδιο πάχος.

 

Με την πολύχρονη χρήση, το βαμβάκι πιέζεται και σκληραίνει. Τότε το στρώμα μεταφέρεται στον παπλωματά που το χαλά, δοξεύει ξανά το βαμβάκι, το κάνει πάλι πουπουλένιο και ξαναφτιάχνει το στρώμα.

 

Σήμερα ελάχιστοι παπλωματάδες εξακολουθούν να εργάζονται, αφού ούτε βαμβάκι καλλιεργείται πια στην Κύπρο, ούτε κατασκευάζονται τέτοια στρώματα, αφού αντικαταστάθηκαν από τα σύγχρονα βιομηχανοποιημένα. Οι ελάχιστοι παπλωματάδες ασχολούνται σήμερα βασικά με «ανανέωση» παλαιών παπλωμάτων.

 

Σε παλαιότερες εποχές ο παπλωματάς ασκούσε ένα από τα βασικά λαϊκά και παραδοσιακά επαγγέλματα. Στις πόλεις εργαζόταν σε μαγαζιά, τα παπλωματάδικα, καθισμένος σε ξύλινο υπερυψωμένο πάτωμα. Υπήρχαν όμως και παπλωματάδες που τριγύριζαν στα χωριά και δούλευαν επί τόπου, όταν εύρισκαν εργασία. Συνήθως όμως ο κάθε γυρολόγος παπλωματάς επισκεπτόταν τα διάφορα χωριά την ίδια εποχή του χρόνου το καθένα, γι’ αυτό και οι κάτοικοι τον περίμεναν. Γυρολόγοι παπλωματάδες τριγύριζαν, πολλές φορές, και στις γειτονιές των πόλεων, κουβαλώντας τα σύνεργά τους, κι εργάζονταν σε όποιο σπίτι τους καλούσε.