Παστέλλι

Image

Παραδοσιακό έδεσμα που κατασκευαζόταν σε παλαιότερες εποχές στην Κύπρο από το τερατσόμελον* ή μαυρόμελον (= μέλι από χαρούπια). Η κατασκευή του ήταν κοπιαστική εργασία. Οι κατασκευαστές του ονομάζονταν παστελλάδες (ονομ: ο παστελλάς) και ήσαν διαφορετικοί από τους πωλητές του που ονομάζονταν παστελλάρηδες (ονομ: ο παστελλάρης). Ο παστελλάρης δεν ήταν παρά πλανόδιος πωλητής. Αντίθετα, ο παστελλάς ήταν λαϊκός τεχνίτης που απαντάτο σε πολύ λίγα μέρη της Κύπρου και κυρίως στα χωριά Κάρμι και Καζάφανι της επαρχίας Κερύνειας, που ήσαν φημισμένα κέντρα κατασκευής παστελλιού.

 

Το παστέλλιν κατασκευαζόταν στην Κύπρο από τα Μεσαιωνικά χρόνια μέχρι και πρόσφατα. Σήμερα δεν κατασκευάζεται πια. Απαντώνται μερικά υποκατάστατά του, που ονομάζονται επίσης παστέλλιν (ή και παστελλάκιν) αλλά δεν είναι καθόλου το ίδιο πράγμα. Το παραδοσιακό παστέλλιν κατασκευαζόταν ως εξής:

 

Το τερατσόμελον ετοποθετείτο σε μεγάλο μεταλλικό δοχείο (χαρτζ'ίν*) απαραίτητα καινουργιογάνωτο (πρόσφατα επικασσιτερωμένο), όπου κι έβραζε για πολλές ώρες ενώ συνεχώς ανακατευόταν με μεγάλο ξύλο που ήταν λαξευμένο σε σχήμα τεράστιου κουταλιού. Η φωτιά ήταν ελεγχόμενη γιατί κάτω από το χαρτζ'ίν έκαιγαν μακριά κομμάτια ξύλου κι όταν το μέλι έβραζε κι άφριζε, με κίνδυνο να χυθεί, αμέσως αφαιρούνταν μερικά ξύλα κι ελαττωνόταν η ένταση της φωτιάς. Το βράσιμο και το ανακάτεμα συνεχιζόταν για πολλές ώρες, μέχρις ότου το υγρό «καταστηνόταν» και γινόταν παχύρρευστο. Τότε ετοποθετείτο σε ειδικά στενόμακρα ξύλινα γουρνάκια όπου αφηνόταν να κρυώσει.

 

Στη συνέχεια η επεξεργασία γινόταν σε ειδικά δωμάτια που ονομάζονταν κκερχανέδες (ονομ: ο κκερχανές*). Στα δωμάτια αυτά υπήρχε ο σκαλαβάτης* (κορμός κυπαρισσιού ή νεαρού πεύκου με προεξοχές από κομμένα κλαδιά, σαν «σκαλοπάτια»). Το υλικό πλαθόταν σε «μπάλες» και κάθε μια απ' αυτές καρφωνόταν σε προεξοχή κλαδιού του σκαλαβάτη. Ο τεχνίτης τραβούσε από το ένα μέρος και τέντωνε το παστέλλιν. σε μήκος ενός μέτρου περίπου. Μετά έστριβε την άκρη του τεντωμένου υλικού, ύστερα την δίπλωνε, ενώνοντάς την με την καρφωμένη στον σκαλαβάτη άλλη άκρη. Και πάλι το τέντωνε κι επαναλάμβανε τη διαδικασία πολλές φορές, μέχρις ότου το παστέλλιν, από μαύρο χρώμα που είχε αρχικά, έπαιρνε ένα ξανθοκίτρινο «παστελλί» χρώμα. Τότε ετοποθετείτο σε ξύλινα κιβώτια που ήσαν πασπαλισμένα με αλεύρι για να μη κολλά. Έτσι το παστέλλιν ήταν έτοιμο για την αγορά.

 

Μέσα στα κιβώτια το παστέλλιν ήταν πολύ σκληρό και για να κόβει ο πωλητής (ο παστελλάρης) τα κομμάτια που πωλούσε, χρησιμοποιούσε ειδικό μεγάλο κοπίδι, κατασκευασμένο από τους κωμοδρόμους*, καθώς και σφυρί ή σκεπάρνι.

 

Το παστέλλιν πουλιόταν από πλανόδιους πωλητές, ιδίως κατά τις περιόδους των νηστειών. Τότε οι παστελλάρηδες τριγύριζαν στις πόλεις και στα χωριά, μεταφέροντας με γαϊδούρια και διαλαλώντας το εμπόρευμά τους. Συνήθως το διαφήμιζαν ως παστέλλιν καζαφανιώτικον , ανεξάρτητα πού κατασκευαζόταν, γιατί το Καζάφανι ήταν φημισμένο για το ωραίο παστέλλιν του.

 

Πολλές φορές οι παστελλάρηδες πληρώνονταν και εις είδος όταν διέθεταν το παστέλλιν τους. Συνήθως έπαιρναν αποξηραμμένα δέρματα λαγών, τις λεγόμενες λαουδοπετσ'ιές, που τα πωλούσαν σε Αρμένηδες στη Λευκωσία οι οποίοι κατασκεύαζαν μ' αυτά γάντια. Έπαιρναν επίσης άδεια γυάλινα μπουκάλια ή μπουκαλάκια που τα παιδιά πάντοτε μάζευαν για να τ' ανταλλάξουν με παστέλλιν.

Φώτο Γκάλερι

Image
Image
Image