Πίνδαρος

Image

Μεγάλος Έλληνας λυρικός ποιητής της Αρχαιότητας. Γεννήθηκε το 522 ή 518 π.Χ. κοντά στις Θήβες. Σύμφωνα με δική του δήλωση καταγόταν από την σπαρτιατική αριστοκρατική οικογένεια των Αιγειδών. Κατά την παράδοση διδάχθηκε την τέχνη της ποίησης από τη συμπατριώτισσά του ποιήτρια Κόριννα. Σε νεαρή ηλικία πήγε στην Αθήνα όπου γνωρίστηκε με τον Αισχύλο και δέχθηκε την εύνοια των Πεισιστρατιδών. Φαίνεται ότι είχε ειδικούς δεσμούς με τους Δελφούς και ότι διατήρησε πάντοτε μιαν αφοσίωση στο ιερό αυτό του Απόλλωνος. Στενούς δεσμούς φαίνεται ότι είχε και με την Αίγινα, για την οποία εκδηλώνει ιδιαίτερη αγάπη.

 

Ως ποιητής εκτιμήθηκε πολύ νωρίς αφού ήδη το 498 του ανετέθη από τη μεγάλη θεσσαλική οικογένεια των Αλευαδών να γράψει μιαν ωδή για τη νίκη σε αγώνισμα δρόμου ενός παιδιού της οικογένειας αυτής. Κατά τους Περσικούς πολέμους, όταν η πατρίδα του έδειξε φιλοπερσική πολιτική, βρέθηκε σε δύσκολη θέση απέναντι στην Αθήνα, για την οποία έδειξε σ’ όλη του τη ζωή απεριόριστο θαυμασμό, που εκδηλώνεται συχνά στο έργο του. Σε ανταπόδοση οι Αθηναίοι έστησαν το άγαλμά του στην πόλη τους, φαίνεται όμως ότι αυτό έγινε αρκετά χρόνια μετά τον θάνατό του. Το 476, με πρόσκληση του τυράννου των Συρακουσών Ιέρωνος Α΄, επισκέφθηκε τη Σικελία, όπου έζησε δυο χρόνια. Πέθανε στο Άργος στην ηλικία των ογδόντα περίπου χρόνων, γύρω στο 442 π.Χ.

 

Ο Πίνδαρος έγραψε στη λόγια δωρική διάλεκτο της εποχής του. Τα ποιήματά του, που ανήκουν σε όλα σχεδόν τα είδη του «Χορικού άσματος», χωρίστηκαν από τους αλεξανδρινούς φιλολόγους σε 17 βιβλία. Από το σύνολο του έργου του σώθηκε περίπου το ένα τέταρτο, που περιλαμβάνει κυρίως επινίκους, ποιήματα δηλαδή γραμμένα για νικητές των Πανελλήνιων αθλητικών αγώνων της Αρχαιότητας. Οι Ἐπίνικοι του Πινδάρου διαιρούνται σε τέσσερις ομάδες: Ολυμπιονίκες, Πυθιονίκες, Νεμεονίκες και Ισθμιονίκες.

 

Στο έργο του Πινδάρου, όπου οι θεοί παίζουν σημαντικό ρόλο, εμφανίζεται συχνά και η Αφροδίτη είτε με τις ονομασίες της που τη συνδέουν με την Κύπρο είτε με τις σχέσεις της με πρόσωπα της Κύπρου. Ο ποιητής προσφωνεί την Αφροδίτη «Ω Κύπρου δέσποινα» και την ονομάζει «Κυπρογένεια» (Πυθ. 4.216) και «Κυπρογενή» (Ολυμπ. 10.105). Χρησιμοποιεί επίσης γι’ αυτήν την ασυνήθιστη ονομασία «Κυπρία» (Νεμεον. 8.7). Στον πρώτο Ολυμπιονίκη βάζει τον Πέλοπα να πηγαίνει τη νύχτα στη θάλασσα για να παρακαλέσει τον Ποσειδώνα να τον βοηθήσει στην αρματοδρομία του με τον Οινόμαο. Στην προσφώνησή του αυτή ο Πέλοψ μιλά για τα «φίλια δώρα της Κυπρίας» (τα φιλικά δώρα της Κυπρίας Αφροδίτης), τον έρωτα δηλαδή της Ιπποδάμειας προς αυτόν. Χαρακτηριστική είναι και η διατύπωσή του στην οποία η λέξη Κύπρις σημαίνει μεταφορικά τον Έρωτα: «Γλυκύ τι κλεπτόμενον μέλημα Κύπριδος» («είναι γλυκός ο έρωτας που γίνεται στα κλεφτά»).

 

Την Αφροδίτη αναφέρει όταν μιλά και για τον μεγάλο βασιλιά και αρχιερέα της Κύπρου Κινύρα*, για τον οποίο λέει ότι ήταν ιερέας της θεάς και ευνοούμενος του Απόλλωνος και ότι γι’ αυτόν ακούγονται συχνά οι έπαινοι των Κυπρίων:

 

Κελαδέοντι μέν ἀμφί Κινύραν πολλάκις

φᾶμαι Κυπρίων, τόν ὁ χρυσοχαῖτα προφρόνως

ἐφίλησ’ Ἀπόλλων,

ἱερέα κτίλον Ἀφροδίτας

 

(Πυθ. 2. 15-18)

 

(Συχνά των Κυπρίων οι έπαινοι υμνούν τον Κινύρα, που από την ψυχή του αγάπησε ο χρυσοκόμης Απόλλων, τον ιερέα τον πολυαγαπημένο της Αφροδίτης.)

 

Για τον ίδιο τον Κινύρα γράφει στον όγδοο Νεμεονίκη (16-18) ότι τα πλούτη του τα απέκτησε λόγω εύνοιας των θεών προς αυτόν. Σε άλλον από τους Ἐπινίκους του (Νεμεον. 4.46-47) αναφέρει και τον Τεύκρο, τον γιο του Τελαμώνος, «που κυβερνά την Κύπρο, μακριά από την πατρίδα του». Παρέχει ακόμη ο Πίνδαρος την πληροφορία ότι στην Κύπρο ήταν αγαπητή η λυδική μουσική. Έμμεση τέλος   μαρτυρία (Αιλιαν. Ποικίλη Ἱστορία, 9.15) αναφέρει ότι ο Πίνδαρος είχε την άποψη ότι τα Κύπρια Ἕπη* συντέθηκαν από τον Όμηρο ο οποίος, επειδή δεν είχε περιουσία για να παντρέψει την κόρη του, της τα έδωσε ως προίκα.