Πιτταρκού

Image

Εγκαταλειμμένο σήμερα αμιγές τουρκοκυπριακό χωριό της επαρχίας Πάφου, στη γεωγραφική περιφέρεια των αμπελοχωριών Λεμεσού-Πάφου, περί τα 19 χιλιόμετρα βορειοανατολικά της πόλης της Πάφου. Γειτονεύει με μερικά άλλα αμιγή τουρκοκυπριακά χωριά, όπως η Κούρδακα, η Φάλια και η Αξύλου.

 

Η Πιτταρκού είναι κτισμένη περί τα 600 μέτρα δυτικά της όχθης του ποταμού  Έζουσα, σε μέσο υψόμετρο 280 μέτρων. Το ανάγλυφο στην περιοχή της είναι λοφώδες και το υψόμετρο φθάνει τα 400 μέτρα. Το τοπίο της είναι διαμελισμένο από το ποτάμιο δίκτυο της Έζουσας.

 

Από γεωλογικής απόψεως, γύρω από την κοίτη του ποταμού απαντώνται οι πρόσφατες αλλουβιακές αποθέσεις της Ολόκαινης γεωλογικής περιόδου που αποτελούνται από άμμους, κροκάλες και αργίλλους, ενώ στην υπόλοιπη διοικητική έκταση του χωριού κυριαρχούν οι αποθέσεις του σχηματισμού Πάχνας (εναλλασσόμενες στρώσεις κρητίδων, μαργών και ψαμμιτών), οι αποθέσεις του σχηματισμού Λευκάρων (κρητίδες, μάργες και κερατόλιθοι) και οι άργιλλοι του σχηματισμού Μονής. Πάνω στα πετρώματα αυτά αναπτύχθηκαν προσχωσιγενή και ασβεστούχα εδάφη.

 

Η Πιτταρκού δέχεται μια μέση ετήσια βροχόπτωση περί τα 615 χιλιοστόμετρα. Οι κύριες ασχολίες των Τουρκοκυπρίων κατοίκων του χωριού προτού το εγκαταλείψουν ήσαν η γεωργία και η κτηνοτροφία. Καλλιεργούνταν κυρίως τα αμπέλια οινοποιησίμων ποικιλιών και τα σιτηρά. Μια μεγάλη έκταση του χωριού καταλαμβάνεται επίσης από άγρια θαμνώδη φυσική βλάστηση.

 

Το λοφώδες ανάγλυφο της Πιτταρκού επηρέασε και το συγκοινωνιακό της δίκτυο που δεν είναι πυκνό. Ένας μόνο σκυρόστρωτος δρόμος τη συνδέει στα βόρεια με τον ασφαλτόστρωτο δρόμο Λετύμπου-Χούλου. Από το χωριό Λετύμπου, που βρίσκεται στα βορειοδυτικά της, απέχει περί τα 3 χιλιόμετρα, και από το χωριό Κούρδακα, που βρίσκεται στα βόρειά της, απέχει περί τα 5 χιλιόμετρα.

 

Το χωριό γνώρισε πληθυσμιακές αυξομειώσεις. Σύμφωνα με τα υπάρχοντα στοιχεία, οι πλήρεις απογραφές πληθυσμού έχουν ως ακολούθως:

 

Χρονολογία Κάτοικοι
1881 125 
1891 113 
1901 142 
1911 154 
1921 115 
1931 115 
1946 133 
1960 192 
1973 131 

 

Μετά την τουρκική εισβολή του 1974 οι Τουρκοκύπριοι κάτοικοι της Πιτταρκού εξαναγκάστηκαν από την ηγεσία τους να εγκαταλείψουν το χωριό τους και να μεταφερθούν, μαζί με όλους τους άλλους Τουρκοκυπρίους των ελεύθερων περιοχών, για εγκατάσταση στις κατεχόμενες περιοχές. Η μεταφορά τους έγινε το 1975. Το χωριό εξακολουθεί σήμερα να είναι εγκαταλειμμένο.

 

Το χωριό υφίστατο και κατά τα Μεσαιωνικά χρόνια. Ήταν, προφανώς, το φέουδο που αναφέρεται σε μεσαιωνικές πηγές με την ονομασία Pithavrio, πράγμα που και ο ντε Μας Λατρί θεωρεί πολύ πιθανό. Ωστόσο διάφοροι ερευνητές ταυτίζουν το χωριό αυτό με την περιοχή όπου υφίστατο κατά την Αρχαιότητα μικρή πόλη που ονομαζόταν Επιδαυρία ή Επίδαυρον*. Την πόλη Επίδαυρον (Epidaurum) της αρχαίας Κύπρου αναφέρει ο Λατίνος συγγραφέας Πλίνιος (Naturalis Historia, 5, 130). Η πόλη αυτή θεωρείται ότι είχε ιδρυθεί από Έλληνες αποίκους από την Πελοπόννησο. Η αρχική της ονομασία, Επιδαυρία, έγινε Epidaurum από τους Ρωμαίους, μετετράπη σε Pithavrio από τους Φράγκους κατά τα Μεσαιωνικά χρόνια, για να καταλήξει σε Πιθαριού και Πιτταρκού στα χρόνια της Τουρκοκρατίας.

 

Πρέπει, ωστόσο, να σημειωθεί ότι, πέραν από την ετυμολογική σχέση της ονομασίας Πιτταρκού με την αρχαία Επίδαυρον, δεν υπάρχει καμιά άλλη σαφής μαρτυρία ότι στην περιοχή της Πιτταρκού υφίστατο πράγματι η αναφερόμενη αρχαία πόλη.

 

Μια άλλη ετυμολογική άποψη θεωρεί την ονομασία του χωριού ως προερχόμενη από τα πιθάρια (= μεγάλοι πίθοι για αποθήκευση κρασιού): πιθάρκα στην κυπριακή τοπολαλιά˙ ονομ: πιθάριν˙ γενική : πιθαρκού απ’ όπου Πιτταρκού. Μερικοί, όπως ο αρχιμανδρίτης Κυπριανός (1788), θεωρούν ότι η αρχαία ονομασία Επίδαυρον μετετράπη σε Πιθάρια (από το Pithavrio των Φράγκων), απ’ όπου τελικά η σημερινή ονομασία του χωριού.

 

Κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας το χωριό αναφέρεται ως φέουδο που ανήκε στον Pero de Carthagenia. Μέχρι το τέλος της Βενετοκρατίας το χωριό ήταν ελληνικό. Μετά την τουρκική κατάκτηση της Κύπρου (1570-71) άρχισε η τουρκοποίησή του.