Πλάτρες

Image

Με την ονομασία αυτή υπάρχουν δυο γειτονικά κυπριακά χωριά στην επαρχία Λεμεσού. Για να ξεχωρίζουν μεταξύ τους είναι γνωστά ως:

 

  1. Κάτω Πλάτρες
  2. Πάνω Πλάτρες

 

Κάτω Πλάτρες: Αμιγές ελληνικό χωριό της επαρχίας Λεμεσού, περί τα 42 χιλιόμετρα βορειοδυτικά της πόλης της Λεμεσού.

 

Οι Κάτω Πλάτρες είναι κτισμένες σε μέσο υψόμετρο 920 μέτρων. Το ανάγλυφο στην περιοχή τους είναι τραχύ και βουνίσιο με στενές βαθιές κοιλάδες και απότομες βουνοπλαγιές. Το τοπίο είναι διαμελισμένο από τους μικρούς παραπόταμους του Διαρίζου και του Χαποταμιού που ρέουν στην περιοχή.

 

Από γεωλογικής απόψεως, στη διοικητική έκταση του χωριού κυριαρχούν τα πυριγενή πετρώματα του Τροόδους, κυρίως γάββροι, διαβάσες, βερλίτες και λάβες. Πάνω στα πετρώματα αυτά αναπτύχθηκαν πυριτιούχα εδάφη και φαιοχώματα.

 

Οι Κάτω Πλάτρες δέχονται μια ψηλή μέση ετήσια βροχόπτωση που κυμαίνεται περί τα 810 χιλιοστόμετρα. Παρά τη ψηλή βροχόπτωση, το τραχύ και απότομο ανάγλυφο δεν αφήνει πολλά περιθώρια για γεωργική ανάπτυξη. Στις λιγότερο απότομες πλαγιές και κατά μήκος των στενών κοιλάδων καλλιεργούνται τα αμπέλια οινοποιησίμων ποικιλιών και διάφορα φρουτόδεντρα (κυρίως κερασιές και μηλιές αλλά και αχλαδιές, δαμασκηνιές και ροδακινιές). Η μεγαλύτερη ωστόσο έκταση του χωριού είναι ακαλλιέργητη και σ’ αυτή φυτρώνει άγρια φυσική βλάστηση, κυρίως πεύκα, ξισταρκές, τρεμιδκιές, σπαλαδκιές και λατζ΄ιές. Μέρος της διοικητικής του έκτασης καταλαμβάνεται από το κρατικό δάσος του Τροόδους.

 

Από συγκοινωνιακής απόψεως, οι Κάτω Πλάτρες συνδέονται στα βόρεια με το χωριό Φοινί (περί τα 2 χμ.), στα βορειοανατολικά με το χωριό Πάνω Πλάτρες (περί τα 3 χμ.) και στα νοτιοδυτικά με το χωριό Μαντριά (περί το 1,5 χμ.).

 

Σύμφωνα με τα υπάρχοντα στοιχεία, οι πλήρεις απογραφές του πληθυσμού έχουν ως ακολούθως:

 

Χρονολογία Κάτοικοι
1881 177 
1891 212 
1901 225 
1911 241 
1921 292 
1931 341 
1946 396 
1960 309 
1973 325 
1976 325 
1982 255 
1992 133 
2001 137 

 

 

Πάνω Πλάτρες: Αμιγές ελληνικό χωριό της επαρχίας Λεμεσού, περί τα 40 χιλιόμετρα βορειοδυτικά της πόλης της Λεμεσού.

 

Οι Πάνω Πλάτρες είναι κτισμένες σε μια πλαγιά, σε μέσο υψόμετρο 1.100 μέτρων, με τα βόρειά τους σύνορα να αποτελούν μέρος των διοικητικών ορίων των επαρχιών Λεμεσού και Λευκωσίας. Το χωριό συγκαταλέγεται ανάμεσα στα δέκα ψηλότερα χωριά της Κύπρου. Το ανάγλυφο στην περιοχή του είναι τραχύ βουνίσιο με στενές βαθιές κοιλάδες, απότομες πλαγιές και ψηλές βουνοκορφές. Η ψηλότερη από αυτές είναι ο Όλυμπος (1.952 μέτρα), που βρίσκεται περί τα 5,5 χιλιόμετρα βόρεια του οικισμού, κοντά στα διοικητικά του σύνορα. Ο Όλυμπος είναι και η ψηλότερη κορφή της Κύπρου. Το τοπίο των Πάνω Πλατρών είναι διαμελισμένο από τους μικρούς παραπόταμους του Κρυού, του Χαποταμιού και του Κούρη που ρέουν στην περιοχή τους.

 

Από γεωλογικής απόψεως, στη διοικητική έκταση του χωριού κυριαρχούν τα πυριγενή πετρώματα του Οφιολιθικού Συμπλέγματος του Τροόδους, κυρίως γάββροι, σερπεντινίτες, διαβάσες, δουνίτες, βερλίτες και χαρτζβουργίτες. Πάνω στα πετρώματα αυτά αναπτύχθηκαν πυριτιούχα εδάφη.

 

Οι Πάνω Πλάτρες δέχονται μια πολύ ψηλή μέση ετήσια βροχόπτωση που φθάνει τα 829 χιλιοστόμετρα (μέσος όρος περιόδου 1951-1980). Στην περιορισμένη καλλιεργήσιμη γη τους καλλιεργούνται τα αμπέλια οινοποιησίμων ποικιλιών, διάφορα είδη φρουτόδεντρων (κερασιές, μηλιές, αχλαδιές, δαμασκηνιές και ροδακινιές) και ελάχιστα εσπεριδοειδή. Η μεγαλύτερη ωστόσο έκταση του χωριού είναι ακαλλιέργητη και σ’ αυτή φυτρώνει ποικίλη φυσική βλάστηση, κυρίως πεύκα, λατζ΄ιές, αντρουκλιές, αόρατοι, σκλήδροι, λάδανος και πλατάνια. Ένα πολύ μεγάλο μέρος της έκτασης του χωριού (περί τα 2.300 εκτάρια, δηλαδή το 89,7% της ολικής διοικητικής του έκτασης που είναι 2.563 εκτάρια) καταλαμβάνεται από το κρατικό δάσος του Τροόδους.

 

Η κτηνοτροφία είναι ανύπαρκτη.

 

Η οδική σύνδεση των Πάνω Πλατρών με τα γύρω χωριά γίνεται με μαιανδρικούς δρόμους, εξαιτίας του βουνίσιου ανάγλυφου της περιοχής. Στα βορειοανατολικά συνδέεται με την πλατεία του Τροόδους (περί τα 10 χμ.), στα βορειοδυτικά με το χωριό Πρόδρομος (περί τα 15 χμ.), στα νοτιοδυτικά με το χωριό Κάτω Πλάτρες (περί τα 3 χμ.) και στα νοτιοανατολικά με το χωριό Μονιάτης (περί τα 7 χμ.).

 

Σύμφωνα με τα υπάρχοντα στοιχεία, οι πλήρεις απογραφές πληθυσμού έχουν ως ακολούθως:

 

Χρονολογία Κάτοικοι
1881 100 
1891 126 
1901 154 
1911 212 
1921 257 
1931 396 
1946 502 
1960 413 
1973 314 
1976 396 
1982 442 
1992 377 
2001 196 

 

Οι Πάνω Πλάτρες, κτισμένες στην πλαγιά του βουνού σ’ ένα καταπράσινο περιβάλλον από λογής-λογής οπωροφόρα δέντρα, αμπέλια, πεύκα και άλλα δασικά είδη, είναι ένα από τα ωραιότερα χωριά της Κύπρου. Τα γραφικά σπιτάκια του κτισμένα με το τοπικό πέτρωμα του γάββρου, τα στενά μαιανδρικά δρομάκια, τα γάργαρα νερά που τρέχουν από παντού, οι δασοσκεπείς βουνοκορφές που διαδέχονται η μια την άλλη και οι βαθύσκιες στενές ρεματιές, συνθέτουν ένα τοπίο μοναδικό σε ομορφιά.

 

Στα βόρεια του χωριού βρίσκεται η θαυμάσια τοποθεσία Καληδονίας με τον ομώνυμο καταρράκτη ύψους 12 μέτρων, τα νερά του οποίου ανήκουν σε παραπόταμο του Κρυού ποταμού. Ο καταρράκτης Καληδονίας, που σχηματίστηκε σε υψόμετρο 1.360 μέτρων, είναι ο πιο μεγάλος και εντυπωσιακός καταρράκτης της Κύπρου. Η βλάστηση τόσο γύρω από τον καταρράκτη, όσο και κατά μήκος της κοίτης του ποταμού είναι οργιαστική.

 

Μια άλλη γραφική τοποθεσία των Πάνω Πλατρών είναι και το Ψηλό Δεντρό. Πρόκειται για ωραιότατη περιοχή με πανύψηλα πλατάνια δίπλα στα γάργαρα νερά του Κρυού. Δίπλα στο Ψηλό Δεντρό και ακριβώς πάνω στην κοίτη του ποταμού λειτουργεί σήμερα ιχθυοτροφείο.

 

Το χωριό, λόγω της πολύ μικρής του απόστασης από το Τρόοδος και την κορφή του Ολύμπου, προσφέρεται σαν κέντρο για την περίοδο των χιονοδρομιών που διαρκούν από τον Ιανουάριο ως τον Μάρτιο. Εξάλλου μέσα στα διοικητικά όρια των Πάνω Πλατρών βρίσκονται ο γνωστός εκδρομικός χώρος Λειβάδι του Πασιά, δυναμικότητας 800 ατόμων, και ο κατασκηνωτικός χώρος του Τροόδους δυναμικότητας 650 ατόμων. Τόσο οι Πάνω Πλάτρες όσο και το θέρετρο του Τροόδους αποτελούν πόλο έλξης για πολυάριθμους μονοήμερους εκδρομείς, ιδιαίτερα τις Κυριακές και τους καλοκαιρινούς μήνες.

 

Οι Πάνω Πλάτρες λόγω του όμορφού τους τοπίου και του θαυμάσιου κλίματός τους άρχισαν ενωρίς να προσελκύουν το ενδιαφέρον για τουριστική ανάπτυξη. Το χωριό άρχισε να αναπτύσσεται σαν καθαρά τουριστικό κέντρο από τα πρώτα χρόνια του εικοστού αιώνα, οπότε άρχισαν να κτίζονται στην περιοχή του εξοχικές κατοικίες και ξενοδοχεία. Οι πρώτοι επισκέπτες ήσαν ξενιτεμένοι Κύπριοι από την Αίγυπτο καθώς και αρκετοί ξένοι από τη διεθνή κοινωνία της Αιγύπτου. Η πρώτη περίοδος ανάπτυξης του τουρισμού στις Πάνω Πλάτρες ήταν τα χρόνια του πρώτου Παγκοσμίου πολέμου (1914-1918). Η πολεμική κατάσταση που δημιουργήθηκε στις γειτονικές χώρες της Κύπρου, ανάγκασε πολλούς ξένους που ήσαν εγκατεστημένοι εκεί να καταφύγουν στο νησί για ασφάλεια. Ήταν για πρώτη φορά που μεγάλες ομάδες ξένων γνώριζαν την ωραιότητα των κυπριακών εξοχών και ιδιαίτερα των Πάνω Πλατρών. Ακολούθησε η περίοδος 1930-1940 κατά την οποία κτίστηκαν μεγαλύτερα και ωραιότερα ξενοδοχεία που ήσαν σε θέση να φιλοξενήσουν εκλεκτή πελατεία, μεγαλύτερης εισοδηματικής τάξης.

 

Την ανοδική πορεία του ορεινού τουρισμού ανέκοψε ο δεύτερος Παγκόσμιος πόλεμος (1939-1945), στη διάρκεια του οποίου τα περισσότερα ξενοδοχεία των Πάνω Πλατρών, όπως και των άλλων ορεινών θερέτρων, κατασχέθηκαν από την αποικιοκρατική κυβέρνηση και χρησιμοποιήθηκαν σαν νοσοκομεία. Με τη λήξη του πολέμου και την επιστροφή των ξενοδοχείων στους ιδιοκτήτες τους, οι Πάνω Πλάτρες γνώρισαν τη χρυσή εποχή τους (1946-1950) και καθιερώθηκαν σαν το κυριότερο ορεινό θέρετρο της Κύπρου. Στη διάρκεια της περιόδου αυτής τα ξενοδοχεία των Πλατρών φιλοξένησαν καλλιτέχνες, ποιητές, μέλη βασιλικών οικογενειών, υπουργούς, ναυάρχους και στρατηγούς που έρχονταν να απολαύσουν τη μοναδική ομορφιά της περιοχής.

 

Στη συνέχεια καινούργια πολεμικά γεγονότα έπληξαν τον τουρισμό των ορεινών θερέτρων. Με την επίθεση εναντίον του Σουέζ έγιναν επιτάξεις ξενοδοχείων στις Πάνω Πλάτρες, ενώ στη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα της ΕΟΚΑ (1955-1959) τα περισσότερα ξενοδοχεία του χωριού μετετράπησαν σε στρατόπεδα συγκεντρώσεως.

 

Μετά την ανεξαρτησία (1960), τα άλλοτε περίφημα ξενοδοχεία των Πάνω Πλατρών, έπειτα από τις κακουχίες της βρετανικής στρατιωτικής κατοχής, δεν ήταν πια σε θέση να εξυπηρετήσουν τον σύγχρονο τουρισμό που στο μεταξύ απέκτησε νέες τάσεις και ετράπη προς τη θάλασσα.

 

Σήμερα οι Πάνω Πλάτρες εξακολουθούν να είναι το κυριότερο ορεινό θέρετρο της Κύπρου. Όπως και τα υπόλοιπα ορεινά θέρετρα, έτσι και οι Πάνω Πλάτρες αντιμετωπίζουν σήμερα σοβαρό πρόβλημα χαμηλών πληροτήτων. Γι’ αυτό και γίνεται προσπάθεια για ανακαίνιση των τουριστικών καταλυμάτων και τη δημιουργία καταλλήλων έργων υποδομής, χωρίς ωστόσο να επηρεάζεται αρνητικά το φυσικό περιβάλλον.

 

Τουριστική ανάπτυξη γνώρισε επίσης το θέρετρο του Τροόδους που βρίσκεται μέσα στα διοικητικά όρια των Πάνω Πλατρών. Το θέρετρο αυτό είναι η πλησιέστερη βάση στην περιοχή των χιονοδρομιών με κατάλληλα εστιατόρια και ξενοδοχεία για την εξυπηρέτηση τόσο των χιονοδρόμων όσο και των πολυάριθμων επισκεπτών της περιοχής.

 

Η ονομασία του χωριού απαντάται και στον ενικό: Πλάτρα (η). Σύμφωνα προς μια άποψη, η ονομασία προέρχεται από την λέξη πράτρια - πράτρα (=πωλήτρια) εκ του γεγονότος ότι κάποια υφάντρα κατοικούσε αρχικά εκεί, που ύφαινε και πωλούσε τα έργα της. Περισσότερες υφάντρες - εμπορευόμενες έδωσαν την ονομασία πράτριες - πράτρες, απ’ όπου το σημερινό Πλάτρες (και Πλάτρα).

 

Ωστόσο η ονομασία στον πληθυντικό (Πλάτρες) χρησιμοποιήθηκε και χρησιμοποιείται επειδή οι Πλάτρες είναι δύο: οι Πάνω και οι Κάτω. Οι Κάτω Πλάτρες είναι γνωστές και με την ονομασία Τορνάρηδες (οι).

 

Κατά την ερμηνεία του Σ. Μενάρδου (Τοπωνυμικόν τῆς Κύπρου), πλάτρα (πρβ. πλύστρα, μιζαρώστρα, χολιάστρα) ἤ πλάρκα (πρβ. μαθήρκα) εἶναι προφορά τοῦ πράτρια... θηλυκοῦ τοῦ πράτης (μεταπράτης)... σημαίνει δέ κυρίως τήν πωλοῦσαν, ἔτι δέ καί τήν ὑφαίνουσαν τά παννιά τῶν ἀγροτῶν. Ἡ φράσις «ἐπῆρα φουτᾶν, ζυμπούνιν πού τές πλάτρες» ἦτο ἀρκετή, διά νά ὀνομασθῇ  ἡ μικρά ἐκείνη συνοικία.

 

Ούτε οι Πάνω ούτε οι Κάτω Πλάτρες μνημονεύονται σε μεσαιωνικές πηγές και φαίνεται ότι είναι χωριά νεώτερα των Μεσαιωνικών χρόνων. Ωστόσο οι Κάτω Πλάτρες (Τορνάρηδες) είναι κατά πολύ αρχαιότερες των Πάνω. Οι Κάτω Πλάτρες ήταν αρχικά μικρός οικισμός αγροτών που ασχολούνταν και με την κατασκευή αγγείων (απ’ όπου η ονομασία Τορνάρηδες, από τον τόρνο, τον τροχό του αγγειοπλάστη /τορνάρη). Τότε οι Πάνω Πλάτρες δεν υπήρχαν, τουλάχιστον ως χωριό όπως το γνωρίζουμε σήμερα. Οι Πάνω Πλάτρες ήσαν μικρός ασήμαντος οικισμός, αλλά αναπτύχθηκαν ως εξοχικό θέρετρο μετά τον ερχομό των Άγγλων, που γρήγορα επεσήμαναν τα προτερήματα του χώρου και τον χρησιμοποίησαν.

 

Είναι, επί του προκειμένου, χαρακτηριστική η μαρτυρία του Αθανασίου Σακελλαρίου (Τά Κυπριακά, τόμος Α΄, Αθήνα, 1890, σσ. 61-62) που όταν επεσκέφθη την περιοχή έγραψε μόνο για έναν οικισμό Πλατρών (προφανώς για τις Κάτω Πλάτρες) ενώ για τον δεύτερο (Πάνω Πλάτρες) δεν κάνει λόγο:

 

...Μίαν δ’ ὥραν πρός βορρᾶν τοῦ Κοιλανίου κεῖται ἡ κώμη Πλάτραι, ἔχουσα 200 κατοίκους. Ἐν αὐτῇ δέ λήγει ἡ  ἀπό Λεμησσοῦ  ὡραία ἁμαξιτός ὁδός...

 

Μετά, ο ίδιος συγγραφέας, ομιλεί για τη θερινή κατοικία του κυβερνήτη (σημερινή θερινή προεδρική κατοικία), όπου καί τά γραφεῖα τῆς διοικήσεως τῆς νήσου. Ἐνταῦθα δ’ ἐν σκηναῖς διέρχεται τό θέρος ὁ  ἐν τῇ νήσῳ  ἀγγλικός στρατός...

 

Δεν αναφέρει, ωστόσο, δεύτερο οικισμό Πλατρών. Εξ άλλου κι ο R. Gunnis (Historic Cyprus, 1936, p. 389), γράφει ότι οι (Πάνω) Πλάτρες έγιναν για πρώτη φορά γνωστές ως κέντρο ανάρρωσης Άγγλων στρατιωτών που είχαν πάρει μέρος στην εκστρατεία στην Αίγυπτο, κι ότι ο σημερινός (δηλαδή του 1936) αστυνομικός σταθμός είχε κτιστεί αρχικά ως στρατιωτικό παρεκκλήσι. Η εκστρατεία στην Αίγυπτο που αναφέρει ο Gunnis ήταν η στρατιωτική επέμβαση των Άγγλων στη χώρα αυτή μετά το κίνημα του Αραμπί πασά που τον νίκησαν το 1882. Συνεπώς από αυτή την εποχή οι Πάνω Πλάτρες άρχισαν να χρησιμοποιούνται από τους Άγγλους ως αναρρωτήριο και θέρετρο. Από την εποχή αυτή ο οικισμός αρχίζει να γίνεται γνωστός ως θαυμάσιος χώρος παραθερισμού, κι αρχίζει κι η ανάλογη ανάπτυξή του. Τοπωνύμια, εξ άλλου, της περιοχής (όπως λ.χ. ο καταρράκτης Καληδονίας) ενθυμίζουν το πέρασμα των Βρετανών.

 

Αργότερα, ιδίως δε κατά την περίοδο του Μεσοπολέμου αλλά και λίγο αργότερα, οι Πάνω Πλάτρες είναι ήδη το πιο φημισμένο εξοχικό θέρετρο της Κύπρου, με φήμη και πέραν αυτής. Από το εξωτερικό, ιδίως από την Αίγυπτο, την Αγγλία και αλλού, έρχονται πλούσιοι ξένοι για να παραθερίσουν. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνεται ο βασιλιάς της Αιγύπτου Φαρούκ. Από τους επώνυμους Έλληνες επισκέπτες αναφέρουμε τον Νίκο Καζαντζάκη και τον Γιώργο Σεφέρη. Ο δεύτερος μάλιστα χρησιμοποίησε παραβολικά το όνομα των Πλατρών στο θαυμάσιο ποίημά του Ἑλένη:

 

Τ’ ἀηδόνια δέ σ’ ἀφήνουνε νά κοιμηθεῖς στίς Πλάτρες...

 

Στίχος που, ως επωδός, επανέρχεται ξανά και ξανά στο ποίημα.

 

Σύμφωνα προς μια πληροφορία, στις Πάνω Πλάτρες και συγκεκριμένα στον χώρο του κέντρου «Κοιλάδα των Χαρίτων», υπήρχε πριν από την ίδρυση του οικισμού μικρό μοναστήρι αφιερωμένο στον άγιο Νικόλαο, που διαλύθηκε μάλλον στα χρόνια της Τουρκοκρατίας.

 

Κατά την περίοδο της ακμής τους οι Πάνω Πλάτρες έγιναν και κέντρο παροχής υπηρεσιών για ολόκληρη την γύρω περιοχή, με δικαστήριο, αστυνομικό σταθμό, νοσοκομείο και άλλες κρατικές υπηρεσίες. Επίσης εργοδοτούσαν ένα σημαντικό αριθμό εργαζομένων από τα γύρω χωριά: είτε ως εργάτες οικοδόμους στην ανέγερση των ξενοδοχείων και των άλλων τουριστικών εγκαταστάσεων, είτε ως υπαλλήλους σ’ αυτές. Επίσης πολλά άτομα από τα χωριά της περιοχής ανέβαιναν συχνά στις Πάνω Πλάτρες όπου πωλούσαν τα προϊόντα που παρήγαν ή κατασκεύαζαν στους πλούσιους ντόπιους και ξένους παραθεριστές: μπαστούνια, μήλα, ξηρούς καρπούς, άλλα φρούτα, κρασί, κουλούρια, κεντήματα κλπ. Έτσι, με την τουριστική τους ακμή, οι Πλάτρες συνέβαλαν στην οικονομική ενίσχυση και των γύρω χωριών.

 

Ενώ οι Κάτω Πλάτρες παρέμειναν ένα τυπικό ορεινό κυπριακό χωριό (βλέπε γι’ αυτές και λήμμα Τορνάρηδες), οι Πάνω Πλάτρες είχαν εξελιχθεί σε ένα θαυμάσιο και κοσμοπολίτικο θέρετρο, σχεδόν έρημο τους χειμώνες αλλά πλημμυρισμένο από κόσμο τα καλοκαίρια.

 

Ο Ιερώνυμος Περιστιάνης γράφει ότι στις Πλάτρες είχε λειτουργήσει σχολείο πριν από το 1878, στο οποίο δίδασκε ο Γεώργιος Λουκάς και τότε και αργότερα, που δίδαξε και σε άλλα χωριά της περιοχής.

Φώτο Γκάλερι

Image
Image
Image
Image