Ποιητάρηδες

Image

Λαϊκοί στιχουργοί και ποιητές, επαγγελματίες και μη, των οποίων η ύπαρξη και δραστηριότητα για πάρα πολλά χρόνια αποτελεί τεράστιο κεφάλαιο της έντεχνης κυπριακής πνευματικής παραγωγής. Η ιστορία της λαϊκής ποίησης της Κύπρου, και κατ’ ακολουθίαν και των ποιητάρηδων, εκτείνεται προς τα πίσω μέχρι τουλάχιστον τα Ύστερα Βυζαντινά χρόνια απ’ όπου υπάρχουν πολλά κατάλοιπα, όπως τα ποιήματα του ακριτικού κύκλου και άλλα. Μπορούμε όμως να θεωρήσουμε ότι λαϊκοί ποιητές-στιχουργοί υπήρχαν και πιο πριν στο νησί, ακόμη και κατά την Αρχαιότητα, αφού γνωρίζουμε ότι τότε ανθούσαν οι τέχνες κι αφού τέτοια είναι και η λαϊκή ποίηση.

 

Ο μεσαιωνικός κι ο μεταγενέστερος ποιητάρης ήταν περιοδεύων επαγγελματίας αοιδός. Ήταν ο άνθρωπος που όχι μόνο συνέτασσε ποιήματα αλλά περιόδευε κιόλας, τριγυρνώντας σε πόλεις και χωριά, εκμεταλλευόμενος συνήθως τις λαϊκές συγκεντρώσεις (όπως γιορτές και πανηγύρια) για να βρίσκει μπόλικο κοινό προς το οποίο απάγγελλε ή τραγουδούσε τα ποιήματά του.

 

Ο δρ Κ.Γ. Γιαγκουλλής, στην «Εισαγωγή στην Κυπριακή Λαϊκή Ποίηση» (στο έργο του Κύπριοι Λαϊκοί Ποιητές, εκδ. Χρ. Ανδρέου, τόμος Α΄, 1982-83) θέτει ως ορόσημο κι αρχή για τη μελέτη της κυπριακής λαϊκής λογοτεχνίας την κυπριακή ποίηση του ακριτικού κύκλου. Και πράγματι, απ' εδώ μπορεί ν’ αρχίσει κανένας, δεδομένου ότι δεν σώζονται παλαιότερα δείγματα λαϊκής ποίησης, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι λαϊκή ποίηση και λαϊκούς ποιητές δεν είχαμε και πιο πριν στην Κύπρο.

 

Όμως στο παρόν λήμμα δεν θα ασχοληθούμε ειδικά με την ποίηση του ακριτικού κύκλου για την οποία παραπέμπουμε στο χωριστό λήμμα ακριτική ποίηση καθώς και στα διάφορα χωριστά λήμματα για τα κυριότερα των σωζόμενων ποιημάτων (όπως λ.χ. Κωσταντάς, Κάουρας, Αζγουρής κ.α., επίσης στα χωριστά λήμματα για σωζόμενα παλαιά όσο και σημαντικά λαϊκά ποιήματα πέραν των ακριτικών, όπως η Αροδαφνούσα, τα Εκατόν Λόγια, οι διάφοροι Θρήνοι κ.α.). Θα πούμε όμως ότι κι όλα αυτά τα ποιήματα τραγουδιούνταν ή απαγγέλλονταν από λαϊκούς περιοδεύοντες τροβαδούρους, ενώ πολλά τραγούδια του θρησκευτικού κύκλου (τραούδκια του Άη Γιώρκη, του Λαζάρου, της Ανάστασης, Θρήνος της Παναγίας κλπ.), απαγγέλλονταν ή τραγουδιούνταν και στις εκκλησίες, κατά τις σχετικές εορτές.

 

Όμως πέρα από τα ηρωικά τραγούδια του ακριτικού κύκλου και τα θρησκευτικά τραγούδια, ο ποιητάρης της Κύπρου είχε διαπρέψει και σε άλλα είδη τραγουδιών, όπως στα ερωτικά, στα τσ'ιαττιστά, στα ειδησεογραφικά. Συχνά μετέτρεπε σε στίχους αφηγηματικούς διάφορα σοβαρά γεγονότα, κυπριακά και διεθνή, όπως πολέμους, βίαια επεισόδια, διαμάχες, θεομηνίες κι άλλες τραγωδίες˙ έτσι, περιοδεύοντας και τραγουδώντας τα ποιήματά του, ο ποιητάρης γινόταν συχνά και φορέας ειδήσεων, ή και καταγραφέας γεγονότων (σημειώνουμε ενδεικτικά, από την περίοδο της Τουρκοκρατίας, τα γνωστά ποιήματα των δραγομάνων Χατζηγεωργάκη Κορνέσιου, Μαρκουλλή και Χριστοφή που αποτελούν σήμερα πολύτιμη πηγή πληροφοριών, όπως κι ο Θρήνος για την άλωση της Κύπρου από τους Τούρκους το 1570-71 και άλλα).

 

Τα ερωτικά ποιήματα, πάλι, ήσαν είτε ολιγόστιχα στιχουργήματα που υμνούσαν τον έρωτα, ή τον καταριόνταν, ανάλογα, είτε και εκτενή δημιουργήματα αρκετά από τα οποία ήσαν κι αφηγηματικά, αφηγούντο δηλαδή κάποιες ερωτικές ιστορίες ή και περιπέτειες. Τα τσ'ιαττιστά (ή και τα τσ'ιαττίσματα) ήσαν σύντομα, ολιγόστιχα ποιήματα (συνήθως 2 έως 6 στίχων) που απαντώνται και σήμερα. Τα τσ'ιαττιστά ήσαν ποιήματα διαγωνισμού-ανταγωνισμού δυο ή και περισσοτέρων ποιητάρηδων επί ενός θέματος: άρχιζε με στίχους ο ένας, θέτοντας το θέμα, αμέσως απαντούσε ο δεύτερος, ανταπαντούσε ο πρώτος, ξανά ο δεύτερος κ.ο.κ., μέχρι ο ένας να επιβληθεί του άλλου. Βέβαια ο «διάλογος» αυτός ήταν της στιγμής, και πάντοτε σε στίχους και φυσικά πάντοτε επί του θέματος, μπορούσε δε να τραβήξει σε μάκρος ανάλογα προς τις ικανότητες των δυο ή των περισσοτέρων αντιπάλων. Ακόμη, τέτοια ολιγόστιχα ποιήματα συνδυάζονταν με χορό, τραγουδούμενα από δυο χορευτές. Λέγονταν τα τσ'ιαττιστά ή και τσ'ιαττίσματα επειδή ακριβώς δεν ήσαν προκατασκευασμένα αλλά τσ'ιαττίζονταν (=ταιριάζονταν, κατασκευάζονταν) την ίδια στιγμή, επί τόπου, κι ανάλογα προς το θέμα.

 

Τα τσ΄ιαττιστά θεωρείται ότι έχουν πανάρχαια ρίζα, αφού από αναφορές γνωρίζουμε ότι κατά την Αρχαιότητα γίνονταν ποιητικοί διαγωνισμοί σε μορφή διαλόγου. Ο αναφερόμενος μάλιστα περίφημος ποιητικός αγώνας Ομήρου και Ησιόδου διεξήχθη κατά στίχους ή δίστιχα, όπως περίπου και τα τσ'ιαττιστά που μέχρι σήμερα απαντώνται στην Κύπρο: ἐστίν οὖν ὁ μέν πρῶτος Ἡσιόδου, ὁ δέ ἑξῆς Ὁμήρου, ἐνίοτε δέ καί διά δύο στίχων τήν ἐπερώτησιν ποιουμένου τοῦ  Ἡσιόδου...

 

Το διαγωνιστικό στοιχείο απαντάται και στα ερωτικά ποιήματα, υπό την έννοια της άμιλλας μεταξύ των ποιητάρηδων για το ποιος θα ταιριάξει το ωραιότερο ποίημα. Τούτο είναι ιδιαίτερα εμφανές και σήμερα, οπότε κατά τις εμφανίσεις λαϊκών ποιητών σε δημόσιους διαγωνισμούς κατά τη διάρκεια της εορτής του Κατακλυσμού, απονέμονται και βραβεία για σύνθεση/εκτέλεση ερωτικών τραγουδιών.

 

Θα πρέπει να τονιστεί ότι οι Κύπριοι ποιητάρηδες διακρίνονταν, και διακρίνονται και σήμερα ακόμη, για τη θαυμάσια ικανότητά τους όχι μόνο στη σύνθεση ποιημάτων και στην εκτέλεσή τους, αλλά και στην αποστήθισή τους λόγω της εξαίρετης μνήμης που διέθεταν και διαθέτουν. Ακόμη και ιδιαίτερα μακροσκελή ποιήματα αποστηθίζονταν από τους δημιουργούς τους κι απαγγέλλονταν από μνήμης. Η αποστήθιση των δημιουργημάτων τους ήταν σημαντικό στοιχείο, εφ’ όσον οι ποιητάρηδες ήσαν εντελώς αμόρφωτοι και ζούσαν σ’ ένα κόσμο που δεν γνώριζε ούτε γραφή ούτε ανάγνωση (ιδίως κατά τη μακρά περίοδο της Τουρκοκρατίας). Είναι βασικό να τονιστεί ότι ένας μεγάλος αριθμός ποιητάρηδων συνέθεσαν εκατοντάδες ή και χιλιάδες ποιήματα, χωρίς να μπορούν να γράψουν ούτε μια γραμμή. Έτσι, πάρα πολλά τέτοια ποιήματα ξεχάστηκαν και χάθηκαν για πάντα, ενώ άλλα επέζησαν στη μνήμη, μεταδιδόμενα από στόμα σε στόμα, και κατέληξαν να γίνουν δημοτικά ενώ οι δημιουργοί τους είναι σήμερα άγνωστοι. Μόνο μετά το 1878, όταν πλέον εισήχθη στην Κύπρο η τυπογραφία, άρχισαν σιγά-σιγά οι ποιητάρηδες να εκδίδουν τα έργα τους σε φυλλάδες (συνήθως 4-6 σελίδων). Άρχισαν τότε να πωλούν και τέτοιες φυλλάδες στα πανηγύρια και στις λοιπές συγκεντρώσεις όπου τραγουδούσαν τα ποιήματά τους, αποβλέποντας σε κάποιο επί πλέον κέρδος από τις πωλήσεις αυτές. Λίγα μόνο εκτενή παλαιά ποιήματα σώζονται σε χειρόγραφα αντίγραφα. Μόνο κατά τον 20ό αιώνα άρχισαν οι λαογράφοι να καταγράφουν και να εκδίδουν παλαιά ποιήματα, κατά αφήγηση γερόντων που τα θυμούνταν. Έτσι, έχουμε σήμερα δημοσιευμένες και πολλές παραλλαγές διαφόρων ποιημάτων.

 

Στη λαϊκή ποίηση θα πρέπει, βέβαια, να ενταχθούν και τα άλλα είδη τραγουδιών, όπως τα λεγόμενα εργατικά (όπως τραγούδια του θερισμού, της βούφας κλπ.) και τα γνωστά μοιρολόγια που τραγουδιούνταν από μοιρολογίστρες στο ξαγρύπνισμα των νεκρών και στις κηδείες (βλέπε λήμμα μοιρολόιν).

 

Ο Κύπριος ποιητάρης ήταν, πολλές φορές, ανάπηρος ή πάσχων, οπότε ακολουθούσε το επάγγελμα αυτό εξ ανάγκης, αφού τούτο απαιτούσε περισσότερο πνευματική παρά σωματική εργασία.

 

Γενικότερα, ο ποιητάρης υπήρξε μια σημαντική μορφή της κυπριακής ζωής, για αιώνες. Ήταν η ζωντανή συνείδηση του τόπου που παρακολουθούσε, συνταίριαζε κι εξέφραζε ποιητικά κάθε πτυχή της κυπριακής ζωής. Ήταν ο λαϊκός βάρδος που βρισκόταν παντού, σε κάθε γιορτή, μεγάλο γλέντι, πανηγύρι ή συγκέντρωση, για να διασκεδάσει, να πληροφορήσει, να προβληματίσει, να συμβουλεύσει το κοινό του. Κοντά στα ηρωικά, στα ερωτικά, στα εργατικά και στα άλλα ποιήματά του, ήσαν και τα κοινωνικού περιεχομένου, όπως και τα γαμοτράγουδα (τα λεγόμενα στην Κύπρο μυλλωμένα), κι άλλα.

 

Ο ποιητάρης διακρίθηκε κι ως λαϊκός φιλόσοφος ή και θυμόσοφος, πολλά δε ποιήματα τέτοιων αγράμματων δημιουργών (κυρίως τα λεγόμενα γνωμικά) εκπλήττουν για τη θαυμάσια σύλληψη, την έκφραση ιδεών και την τελειότητά τους.

 

Πρέπει επίσης να υπογραμμιστεί ότι όλοι οι ποιητάρηδες δημιούργησαν και δημιουργούν στο τοπικό κυπριακό γλωσσικό ιδίωμα. Αναφέρεται επίσης ότι κοντά στο πλήθος των Ελλήνων Κυπρίων ποιητάρηδων, δημιούργησαν κατά καιρούς και αρκετοί Τουρκοκύπριοι, που ακολούθησαν το ίδιο επάγγελμα.

 

Σήμερα η λαϊκή ποίηση εξακολουθεί να υπάρχει στην Κύπρο, όπου απαντώνται ακόμη αρκετοί ποιητάρηδες να συνεχίζουν τη μακρά αυτή παράδοση, προσαρμοσμένη βέβαια στις νέες συνθήκες.

Φώτο Γκάλερι

Image
Image