Αγίρτα

Image

Τουρκοκυπριακό χωριό της επαρχίας Κερύνειας, στους νότιους πρόποδες του Πενταδάκτυλου, 17 χμ. βορειοδυτικά της Λευκωσίας και 7 χμ. νοτιοδυτικά της Κερύνειας. Η Αγίρτα, που βρίσκεται 360 μ. πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας, είναι τοποθετημένη πάνω στις αποθέσεις του φλύσχη της Μειόκαινης περιόδου, τις πολύ πρόσφατες αποθέσεις της Πλειστόκαινης και τους ασβεστόλιθους της Ιουρασίου, που μεταμορφώθηκαν σε μάρμαρα.

 

Βόρεια της Αγίρτας, ένα ρήγμα με ΒΑ. κατεύθυνση έχει σημαντικά επηρεάσει το συμπαγή ασβεστολιθικό όγκο του Πενταδάκτυλου, δημιουργώντας ένα εντυπωσιακό πέρασμα. Τα τρία βασικά ρήγματα που έχουν δημιουργήσει τα περάσματα και κατά συνέπεια βοήθησαν το συγκοινωνιακό δίκτυο μεταξύ κεντρικής πεδιάδας και παράκτιας πεδιάδας Κερύνειας, είναι εκείνα της Μύρτου, της Αγίρτας και της Ακανθούς.

 

Στα βόρεια της Αγίρτας εκτείνεται απότομα η γυμνή νότια πλευρά του Πενταδάκτυλου με τις κορφές του Αγίου Ιλαρίωνα στα βόρεια και του Προφήτη Ηλία στα βορειοδυτικά. Στα νότια του χωριού εκτείνεται ο ξερός κάμπος της κεντρικής πεδιάδας. Κάτω από μια μέση ετήσια βροχόπτωση γύρω στα 525 χιλιοστόμετρα και χωρίς υδατικά έργα, αναπόφευκτα οι καλλιέργειες περιορίζονται στα σιτηρά, αν και μια μικρή έκταση καλλιεργείται με χαρουπιές.

 

Μια σημαντική έκταση του χωριού παραμένει ακαλλιέργητη. Πριν από την εισβολή και συγκεκριμένα το 1973, στο χωριό εκτρέφονταν 2.913 αιγοπρόβατα, κυρίως κατσίκες, καθώς και 95 γαλακτοφόρες αγελάδες μαζί με 34 βόδια. Η Αγίρτα ήταν το τρίτο χωριό στην επαρχία Κερύνειας σε αριθμό αγελάδων.

 

Από πλευράς συγκοινωνιακού δικτύου, η Αγίρτα είναι δίπλα στον κύριο δρόμο Λευκωσίας - Κερύνειας, πράγμα που βοήθησε στην πληθυσμιακή ανάπτυξη του χωριού. Το απόκρημνο βουνό του Πενταδάκτυλου δεν επιτρέπει οποιαδήποτε επικοινωνία στα βόρεια, ενώ το χωριό στα δυτικά συνδέεται με την Κιομουρτσιού, το Πυλέρι, το Κρηνί και τη Φώττα, τέσσερα άλλα τουρκοκυπριακά χωριά. Η Αγίρτα βρίσκεται σε μια στρατηγική θέση στο όλο σύμπλεγμα των τουρκοκυπριακών χωριών, που εκτείνονται από τον τουρκοκυπριακό τομέα της Λευκωσίας μέχρι το Τέμπλος της Κερύνειας. Αυτά τα χωριά είναι: Μάνδρες, Ορτά Κιογιού, Κιόνελι, Κανλί, Φώττα, Κρηνί, Πυλέρι, Κιομουρτσιού, Αγίρτα και το μεικτό χωριό Τέμπλος, όπου υπερισχύει ο τουρκοκυπριακός πληθυσμός.

 

Ο πληθυσμός της Αγίρτας σημείωσε αλματώδη αύξηση από το 1881 μέχρι το 1973. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τα υπάρχοντα στοιχεία, οι πλήρεις απογραφές πληθυσμού έχουν ως ακολούθως:

 

Χρονολογία Κάτοικοι
1881 105 
1891 130 
1901 114 
1911 178 
1921 184 
1931 176 
1946 279 
1960 382 
1973 616 

 

Η τελευταία αύξηση οφειλόταν κυρίως σε πολιτικούς λόγους, γιατί η περιοχή έγινε τουρκοκυπριακός θύλακας.

 

Η Αγίρτα ήταν μεταξύ των πολύ λίγων χωριών που περιλαμβάνονταν στον πρώτο μικρό τομέα που κατέλαβαν οι τουρκικές δυνάμεις εισβολής μετά την κατάπαυση του πυρός στις 22.7.1974.

 

Η Αγίρτα είναι ένας από τους 100 και περισσότερους χώρους που επισημάνθηκαν ως χαλκολιθικοί συνοικισμοί, αν και μέχρι τώρα λίγοι ανασκάφηκαν.

 

Το χωριό βρίσκεται σημειωμένο σε παλαιούς χάρτες ως Αγρίδι* (Agridi), ελληνική λέξη συνηθισμένη στους Βυζαντινούς χρόνους, που σήμαινε κτήμα. Κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας απαντάται ως φέουδο, με την ονομασία του παρεφθαρμένη σε La Gride, ιδιοκτησία του Ιωάννη ντε Βερνί περί το 1287 (σύμφωνα προς τον ντε Μας Λατρί) και αργότερα (15ος  αιώνας) στον Σορ ντε Νάβες και κατόπιν στον κόμητα της Έδεσσας.

 

Το χωριό είχε ιδρυθεί, προφανώς, κατά τα Βυζαντινά χρόνια. Στην περιοχή του διεξήχθη αποφασιστικής σημασίας μάχη το 1232 μεταξύ των δυνάμεων του βασιλείου της Κύπρου (υπό τους Ιβελίνους) και των δυνάμεων του Γερμανού αυτοκράτορα Φρειδερίκου (βλέπε λήμμα Αγριδίου μάχη).

 

Η περιοχή ήταν κατοικημένη από τα Προϊστορικά χρόνια και υπάρχει εκεί αρχαιολογικός χώρος. Το χωριό είναι μεταξύ εκείνων που τουρκοποιήθηκαν κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας. Οι Τούρκοι το ονόμαζαν Agirdag (=βαρύ βουνό) που ήταν μάλλον παρερμηνεία της ελληνικής του ονομασίας, επειδή βρίσκεται κάτω από την επιβλητική κορφή του Αγίου Ιλαρίωνος. Την ίδια ονομασία χρησιμοποιούν και σήμερα.

 

Η Αγίρτα αποτέλεσε, από το 1964, το βορειοανατολικό άκρο του μεγαλύτερου και σημαντικότερου θύλακα των Τούρκων της Κύπρου, του θύλακα Λευκωσίας -Αγίρτας. Ο θύλακας περιλάμβανε την τουρκική συνοικία της Λευκωσίας με τις Χαμίτ Μάντρες, τα προάστια Τράχωνα και Ομορφίτα, κι εκτεινόταν δυτικά και βορειοδυτικά περιλαμβάνοντας οκτώ χωριά. Τα χωριά αυτά ήσαν τουρκοκυπριακά, ενώ από τα προάστια Τράχωνας και Ομορφίτα είχαν εκδιωχθεί και προσφυγοποιηθεί από το 1964 οι Ελληνοκύπριοι κάτοικοί τους. Πάνω από την Αγίρτα υψώνονται οι κορφές του Αγίου Ιλαρίωνος (με το ομώνυμο μεσαιωνικό κάστρο) και του Προφήτη Ηλία. Οι δυο αυτές μεγάλης στρατηγικής σημασίας κορφές οχυρώθηκαν από τους Τουρκοκύπριους, όμως η κορφή του Προφήτη Ηλία ανακατελήφθη το 1964 από τους Ελληνοκύπριους ύστερα από καταδρομική επιχείρηση και σφοδρές μάχες.

 

Ο θύλακας Λευκωσίας - Αγίρτας δημιουργήθηκε κι οχυρώθηκε από τους Τουρκοκύπριους που βοηθήθηκαν από αξιωματικούς του τουρκικού στρατού και από τη δύναμη της ΤΟΥΡΔΥΚ. Η τελευταία, που βρισκόταν στην Κύπρο με βάση τις συμφωνίες Ζυρίχης και Λονδίνου, είχε το στρατόπεδό της κοντά στη Λευκωσία αλλά αναπτύχθηκε στην περιοχή, αποκόπτοντας και το δρόμο Λευκωσίας-Κερύνειας, τον Δεκέμβριο του 1963, αμέσως μετά τα πρώτα αιματηρά επεισόδια που στάθηκαν η απαρχή των διακοινοτικών συγκρούσεων.

 

Οι Τουρκοκύπριοι, μαζί με τις ενισχύσεις από την Τουρκία, κράτησαν υπό τον έλεγχό τους τον θύλακα Λευκωσίας -Αγίρτας για δέκα χρόνια, μέχρι το καλοκαίρι του 1974, οπότε και φάνηκε εξαιρετικά χρήσιμος στα τουρκικά στρατεύματα που διενήργησαν την εισβολή στο νησί.

 

Η εισβολή των Τούρκων άρχισε με ρίψη αλεξιπτωτιστών στον θύλακα Λευκωσίας- Αγίρτας. Ταυτόχρονα η αποβατική τους επιχείρηση έγινε στην παραθαλάσσια τοποθεσία Πέντε Μίλι που δεν απέχει πολύ από την Αγίρτα. Κι ακριβώς μια από τις πρωταρχικές επιδιώξεις των στρατευμάτων εισβολής ήταν να ενώσουν το προγεφύρωμά τους στο Πέντε Μίλι με την Αγίρτα, ούτως ώστε να μπορέσουν ν' αναπτυχθούν στον θύλακα κι απ' εκεί να συνεχίσουν την προέλασή τους, πράγμα που πέτυχαν. Με άλλα λόγια ο θύλακας Λευκωσίας-Αγίρτας ήταν μια σημαντική βάση, που για δέκα χρόνια ανέμενε τα στρατεύματα εισβολής.