Πόλη Χρυσοχούς

Image

Μεγάλο μεικτό χωριό της επαρχίας Πάφου, στην πεδιάδα της Χρυσοχούς, περί τα 40 χιλιόμετρα βόρεια της πόλης της Πάφου. Η διοικητική του έκταση, που ανέρχεται στα 1.076 εκτάρια (8.045 σκάλες), εκτείνεται από το Λατσί στα δυτικά μέχρι τις εκβολές του Αργακιού της Λίμνης στα ανατολικά.

 

Η Πόλη είναι κτισμένη κοντά στην ανατολική όχθη του Σταυρού της Ψώκας ή ποταμού της Χρυσοχούς, σε μέσο υψόμετρο 10 μέτρων. Από τον κόλπο της Χρυσοχούς, που βρίσκεται στα βόρειά της, απέχει ένα μόλις χιλιόμετρο. Η περιοχή του χωριού είναι καμπίσια και περιλαμβάνει μεγάλο τμήμα της στενής παράκτιας πεδιάδας της Χρυσοχούς. Το υψόμετρο, με ελάχιστες εξαιρέσεις, είναι συνήθως κάτω των 100 μέτρων. Τα κύρια χαρακτηριστικά της πεδιάδας είναι οι θαλάσσιες και οι ποτάμιες αναβαθμίδες, και οι βαθιές κοίτες των ποταμών με τις ελικοειδείς διαδρομές. Το τοπίο του χωριού είναι διαμελισμένο από τον ποταμό της Χρυσοχούς και τα ρυάκια Λίμνη, Μιρμικόφου και Αργάκι του Αγίου Ιωάννη. Λόγω της θέσης της μεταξύ του δάσους της Πάφου στα ανατολικά και της χερσονήσου του Ακάμα στα δυτικά, η πεδιάδα της Χρυσοχούς προστατεύεται από τους ανέμους.

 

Από γεωλογικής απόψεως, στη διοικητική έκταση του χωριού κυριαρχούν οι προσχώσεις των αναβαθμίδων, οι αποθέσεις του σχηματισμού Πάχνας (εναλλασσόμενες στρώσεις κρητίδων, μάργων και ψαμμιτών) και οι πρόσφατες αλλουβιακές αποθέσεις της Ολόκαινης γεωλογικής περιόδου. Πάνω στα πετρώματα αυτά αναπτύχθηκαν κοκκινοχώματα (τέρρα ρόζα), ξερορεντζίνες και προσχωσιγενή εδάφη.

 

Στην περιοχή της απαντάται μια μεγάλη ποικιλία αρδευόμενων και ξηρικών καλλιεργειών. Καλλιεργούνται κυρίως τα αμπέλια (οινοποιησίμων και επιτραπέζιων ποικιλιών), τα εσπεριδοειδή, διάφορα φρουτόδεντρα (αχλαδιές, αβοκάτο, ροδιές, μπανανιές, ροδακινιές και χρυσομηλιές), οι αμυγδαλιές, οι ελιές (κυρίως για ελαιοποίηση), οι καρυδιές, ο καπνός, οι χαρουπιές, τα σιτηρά (κριθάρι και σιτάρι), τα όσπρια (κουκιά, λουβιά και φασόλια), τα νομευτικά φυτά και τα λαχανικά (καρπούζια, φασολάκια, ντομάτες, αγγουράκια, πατάτες, παντζάρια, αγκινάρες κ.α.).

 

Από κτηνοτροφικής απόψεως, αναπτύχθηκε στο χωριό κυρίως η προβατοτροφία.

 

Εκτός από τη γεωργία και τη κτηνοτροφία, ένα μεγάλο μέρος του οικονομικά ενεργού πληθυσμού εργοδοτείται και σ’ άλλους τομείς απασχολήσεως, όπως ο τομέας του εμπορίου, των ξενοδοχείων και των εστιατορίων, ο τομέας των μεταφορών και επικοινωνιών, ο τομέας των ασφαλειών, χρηματοδότησης, εμπορικών και κτηματομεσιτικών υπηρεσιών, ο βιομηχανικός τομέας, ο τομέας των κατασκευών και ο τομέας του ηλεκτρισμού, φωταερίου και υδατοπρομήθειας.

 

Από βιομηχανικής απόψεως, στην περιοχή της Πόλης δημιουργήθηκαν και λειτουργούν δυο βιομηχανικές ζώνες. Τα είδη βιομηχανίας που αναπτύχθηκαν είναι η ελαιουργία, η ζαχαροπλαστική και η ραπτική ενδυμάτων.

 

Το όμορφο τοπίο του χωριού, το ήπιο κλίμα του, τα ωραία καθαρά του ακρογιάλια, οι αρχαιότητες της γύρω περιοχής, η γαλήνια, ήσυχη ζωή και η φιλοξενία των κατοίκων του, καθώς και τα ενδιαφέροντα ταξίδια που μπορούν να πραγματοποιηθούν από τους περιηγητές στη γύρω περιοχή μεταξύ του δάσους της Πάφου στα ανατολικά και της παρθένας περιοχής του Ακάμα στα δυτικά, ήταν επόμενο να προσελκύσουν το ενδιαφέρον για τουριστικά καταλύματα, εξοχικές κατοικίες και κέντρα διασκέδασης. Επίκεντρο της τουριστικής ανάπτυξης αποτελεί η παραθαλάσσια περιοχή γύρω από το γραφικό λιμανάκι του Λατσιού. Οι παραθεριστές στην περιοχή είναι ντόπιοι, αλλά και ξένοι που έρχονται εδώ μακριά από τον συνωστισμό και τον θόρυβο για λίγη ξεκούραση, αλλά και για να απολαύσουν την καθαρή θάλασσα και τις σπάνιες ομορφιές της γύρω περιοχής. Ιδιαίτερα μεγάλο αριθμό επισκεπτών δέχονται καθημερινά τα Λουτρά της Αφροδίτης, που όμως περιλαμβάνονται στα διοικητικά όρια του Νέου Χωριού. Εκτός από τα τουριστικά καταλύματα, κατά τους καλοκαιρινούς μήνες ενοικιάζεται και ένας μεγάλος αριθμός σπιτιών του χωριού σε ξένους τουρίστες και ντόπιους παραθεριστές.

 

Το γραφικό λιμανάκι του Λατσιού, που βρίσκεται περί τα 4 χιλιόμετρα βορειοδυτικά του χωριού, αποτελεί πόλο έλξης για τους επισκέπτες της περιοχής. Το λιμανάκι χρησιμοποιείται ως αλιευτικό καταφύγιο. Αλιεύεται μια σημαντική ποσότητα ψαριών, που είτε διατίθεται στα εστιατόρια της περιοχής, είτε διοχετεύεται σ’ όλες σχεδόν τις πόλεις της ελεύθερης Κύπρου για κατανάλωση. Από το Λατσί μπορεί ένας να περιδιαβάσει τις όμορφες ακτές του Ακάμα μέχρι τα Λουτρά της Αφροδίτης, της Φοντάνα Αμορόζα, αλλά και πιο πέρα μέχρι το ακρωτήρι του Αρναούτη.

 

Στο δασάκι της Πόλης, που εφάπτεται της παραλίας, δημιουργήθηκε από τον Κυπριακό Οργανισμό Τουρισμού και λειτουργεί κατά την περίοδο Μαρτίου-Οκτωβρίου μεγάλος κατασκηνωτικός χώρος δυναμικότητας 750 ατόμων, με όλες τις απαραίτητες διευκολύνσεις για τους κατασκηνωτές. Ο κατασκηνωτικός αυτός χώρος είναι ο μεγαλύτερος της Κύπρου.

 

Η Πόλη εξυπηρετείται μ’ ένα πολύ καλό οδικό δίκτυο. Στα βορειοανατολικά συνδέεται με το χωριό Νέα Δήμματα (περί τα 15 χμ.), στα νοτιοδυτικά με το χωριό Προδρόμι (περί το 1 χμ.), στα νοτιοανατολικά με το χωριό Χρυσοχού (περί τα 4 χμ.), και στα ανατολικά με το χωριό Πελαθούσα (περί τα 6 χμ.).

 

Περί τα 5 χιλιόμετρα ανατολικά της Πόλης βρίσκεται το μεταλλείο της Λίμνης*. Το μεταλλείο αυτό, στη διάρκεια της λειτουργίας του, πρόσφερε εργοδότηση σε αρκετούς κατοίκους της Πόλης και των γύρω χωριών.

 

Τα εύφορα εδάφη του χωριού με τις προσοδοφόρες γεωργικές εκμεταλλεύσεις και το γειτονικό μεταλλείο της Λίμνης συνέβαλαν σε μεγάλο βαθμό και στην πληθυσμιακή του ανάπτυξη. Σύμφωνα με τα υπάρχοντα στοιχεία οι πλήρεις απογραφές πληθυσμού έχουν ως ακολούθως:

 

Χρονολογία Κάτοικοι
1881 435 
1891 476 
1901 600 
1911 770 
1921 919 
1931 990 (586 Ελληνοκύπριοι και 404 Τουρκοκύπριοι) 
1946 1.198 (771 Ελληνοκύπριοι και 427 Τουρκοκύπριοι) 
1960 1.645 (963 Ελληνοκύπριοι, 664 Τουρκοκύπριοι και 18 Βρετανοί) 
1973 1.461 (747 Ελληνοκύπριοι και 714 Τουρκοκύπριοι) 
1976 1.010 
1982 1.000 
1992 1.252 
2001 1.847 

 

Μετά την τουρκική εισβολή του 1974, οι Τουρκοκύπριοι κάτοικοι της Πόλης εξαναγκάστηκαν από την ηγεσία τους να εγκαταλείψουν το χωριό τους και να μεταφερθούν, μαζί με όλους τους άλλους Τουρκοκυπρίους των ελεύθερων περιοχών, για εγκατάσταση στις κατεχόμενες περιοχές. Η μεταφορά τους έγινε το 1975. Με την επιδιόρθωση των τουρκοκυπριακών σπιτιών εγκαταστάθηκαν στην Πόλη Ελληνοκύπριοι εκτοπισμένοι. Στην απογραφή πληθυσμού του 1982, στους κατοίκους της Πόλης περιελήφθησαν και οι κάτοικοι του μικρού οικισμού του Λατσιού. Στις υπόλοιπες απογραφές πληθυσμού δίνονται ξεχωριστά πληθυσμιακά στοιχεία για το Λατσί. Έτσι το 1911 οι κάτοικοί του ήσαν 10 που αυξήθηκαν στους 29 το 1931, μειώθηκαν στους 14 το 1973 αλλά αυξήθηκαν στους 15 το 1976.

 

Η Πόλη αποτελεί κέντρο παροχής υπηρεσιών για τα χωριά της πεδιάδας της Χρυσοχούς. Μέσα στο χωριό δημιουργήθηκαν διάφορα γενικά και ειδικά καταστήματα, φαρμακεία, υποκαταστήματα τραπεζών και κέντρα αναψυχής. Εξάλλου στην παραθαλάσσια περιοχή του λειτουργούν γραφικές ψαροταβέρνες. Για την εξυπηρέτηση της γύρω περιοχής εγκαταστάθηκαν στην Πόλη αρκετές κρατικές και ημικρατικές υπηρεσίες, όπως αστυνομικός σταθμός, νοσοκομείο, ταχυδρομικό γραφείο, περιφερειακό γεωργικό γραφείο, αγροτικός κτηνιατρικός σταθμός και παραρτήματα της Αρχής Ηλεκτρισμού, της Επαρχιακής Διοίκησης, του Επαρχιακού Γραφείου Ευημερίας, του Τμήματος Αναπτύξεως Υδάτων, του Τμήματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων και της Ιεράς Μητροπόλεως Πάφου. Από εκπαιδευτικής απόψεως στην Πόλη λειτουργούν δημοτικό σχολείο, γυμνάσιο, λύκειο και τεχνική σχολή.

 

Η Πόλη περιλαμβάνεται στους δήμους της επαρχίας Πάφου. Σε δήμο ανακηρύχθηκε επίσημα το 1907 (τα πρώτα πρακτικά της δημοτικής επιτροπής είναι ημερομηνίας 19.7.1907) με πρώτο δήμαρχο Τουρκοκύπριο.

 

Η Πόλη είναι οικισμός διάδοχος της αρχαίας πόλεως του Μαρίου και αργότερα Αρσινόης. Βρίσκεται, συνεπώς, στην ίδια περιοχή όπου βρισκόταν η αρχαία πόλη-βασίλειο Μάριον, η Αρσινόη των Ελληνιστικών και μετέπειτα χρόνων. Στην περιοχή υπάρχει φυσικά μεγάλος αρχαιολογικός χώρος που μόλις κατά τα τελευταία χρόνια άρχισε ν’ ανασκάπτεται συστηματικά. Για τις αρχαιότητες και γενικότερα για την ιστορία της πόλης κατά την Αρχαιότητα βλέπε λήμμα Μάριον.

 

Την ονομασία Αρσινόη πήρε η πόλη κατά τα Ελληνιστικά χρόνια, προς τιμήν της βασίλισσας Αρσινόης Β΄*. Την ονομασία αυτή πήρε όταν ανοικοδομήθηκε, μετά την ολοσχερή καταστροφή του Μαρίου, στα τέλη του 4ου π.Χ. αιώνα, από τον Πτολεμαίο Α΄. Η Αρσινόη, που απετέλεσε κι έδρα μιας από τις πρώτες χριστιανικές επισκοπές που ιδρύθηκαν στην Κύπρο, φαίνεται ότι είχε ακμάσει κατά τα Πρωτοβυζαντινά χρόνια, αλλά επλήγη καίρια από τις αραβικές επιδρομές (7ος-10ος αιώνας) που την κατέστρεψαν. Ο διάδοχος μικρός οικισμός που δημιουργήθηκε στην ίδια περιοχή ήταν επίσης γνωστός ως πόλη Αρσινόη. Σταδιακά η ονομασία Αρσινόη εγκαταλείφθηκε, κι ο χαρακτηρισμός πόλη έγινε κύριο όνομα: Πόλη. Επειδή δε ευρίσκεται στον κόλπο της Χρυσοχούς, καθοριζόταν ως Πόλη Χρυσοχούς. (Με τον ίδιο τρόπο ο χαρακτηρισμός της Λευκωσίας ως χώρας αντί χωριού, έδωσε για την πόλη αυτή και την ονομασία Χώρα).

 

Με την ονομασία Πόλη ο οικισμός ήταν γνωστός κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας, κι έτσι αναφέρεται από τον μεσαιωνικό χρονογράφο Λεόντιο Μαχαιρά (Χρονικόν, παρ. 152). Στην περίπτωση που αναφέρει την Πόλη, ο Μαχαιράς αφηγείται γεγονότα επί ημερών του βασιλιά της Κύπρου Πέτρου Α΄ (1359-1369), οπότε τζιβιτάνος (διοικητής) τῆς Πόλις ήταν ὁ σίρ Πατή τε Μόρφου που κυνήγησε στη θαλάσσια περιοχή του καράβια Τούρκων πειρατών που τριγύριζαν εκεί.

 

Ο Γεώργιος Βουστρώνιος επανειλημμένα αναφέρει την Χρυσοχο, που στο ένα εκ των τριών σωζομένων χειρογράφων του έργου του αναγράφεται ως Πόλις. Η Χρυσοχού είναι μικρός οικισμός στην ίδια περιοχή, που υφίστατο από τα Μεσαιωνικά χρόνια. Φαίνεται όμως ότι η διοικητική πρωτεύουσα του διαμερίσματος (bailliage) της Χρυσοχούς, κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας, ήταν η Πόλη, αφού ο Μαχαιράς κάνει αναφορά σε ένα τζιβιτάνο της, τον ευγενή Μπατίν ντε Μόρφου. Κι ο Βουστρώνιος σε μια περίπτωση αναφέρει αντικατάσταση Κυπρίου διοικητή του διαμερίσματος της Χρυσοχούς (=Πόλης) από Βενετό, στα χρόνια της βασιλείας της Αικατερίνης Κορνάρο. Βλέπε, επί του προκειμένου, κι αναφορές στο λήμμα Χρυσοχού.

 

Μια άλλη (ασαφής όμως) αναφορά ομιλεί για παραχώρηση της Πόλης ως φέουδου, το 1310, από τον τότε βασιλιά της Κύπρου Ερρίκο Β΄ στον Ούγο ντε Λουζινιάν που ήταν ανεψιός του (γιος του αδελφού του και σφετεριστή του θρόνου Αμάλριχου). Κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας, και συγκεκριμένα από το πρώτο μισό του 13ου αιώνα κ.ε., η Πόλη απετέλεσε και πάλι επισκοπική έδρα με τον εκτοπισμό σ’ αυτήν των Ορθοδόξων επισκόπων της Πάφου.

 

Σε παλαιούς χάρτες ο οικισμός βρίσκεται σημειωμένος ως Poli. Κατά την περίοδο της Βενετοκρατίας, πάντως, αναφέρεται ως Crosoccho (= Χρυσοχού), γιατί φαίνεται πως είχε υπάρξει κάποια σύγχυση: η ονομασία Πόλη Χρυσοχoύς ερμηνεύθηκε ως πόλη που λεγόταν Χρυσοχού, οπότε Χρυσοχού ήταν η Πόλη κι όχι το χωριό Χρυσοχού.

 

Πάντως ο ιστορικός Φλώριος Βουστρώνιος (16ος αιώνας) διαχωρίζει σαφώς την Πόλη (Poli) από τη Χρυσοχού (Chrussocho), σημειώνοντας (σωστά) ότι ο οικισμός της Πόλης βρισκόταν στην περιοχή της αρχαίας Αρσινόης και αναφέροντας ότι στα δυτικά της «στην περιοχή που ονομάζεται Ακάμας», βρισκόταν άλλη αρχαία πόλη, η Ακαμαντίς (Acamante). Ο Φλώριος γράφει επίσης ότι «εδάφη της Πόλης» ανήκαν κατά τον 15ο αιώνα στον ευγενή Πέτρο ντε Τροΐ. Αλλά όταν ο βασιλιάς Ιάκωβος Β΄ προέβη σε αναδιανομή των φέουδων μετά την άνοδό του στο θρόνο το 1460, αυτά τα «εδάφη» τα έδωσε στη μητέρα του, Μαριέττα της Πάτρας, και στους ανεψιούς της.

 

Ως διοικητική πρωτεύουσα ενός των διαμερισμάτων της Κύπρου, η Πόλη παρέμεινε και μετά την κατάκτηση της Κύπρου από τους Τούρκους (1570-71). Έτσι εγκαταστάθηκαν σ’ αυτήν διοικητικοί, θρησκευτικοί και άλλοι Τούρκοι αξιωματούχοι, με αποτέλεσμα σταδιακά να υπερισχύσει το τουρκικό στοιχείο. Όμως και πάλι υπερίσχυσε το ελληνικό στοιχείο, πριν ακόμη τερματιστεί η περίοδος της Τουρκοκρατίας. Η Πόλη ήταν η πρωτεύουσα του κατηλλικιού της Χρυσοχούς που, κατά τα τέλη της Τουρκοκρατίας, περιελάμβανε 52 χωριά (18 ελληνικά, 17 τουρκικά και 17 μεικτά) με σύνολο πληθυσμού 7.776 (6.651 Έλληνες και 1.125 Τούρκοι). Βλέπε λεπτομερέστερα στο λήμμα κατηλλίκι. Τα στοιχεία αυτά δείχνουν τη συντριπτική υπεροχή του ελληνικού στοιχείου στην ίδια την Πόλη και σ’ ολόκληρο το διαμέρισμά της.

 

Το τζαμί της Πόλης ήταν πριν από την τουρκική κατάκτηση της Κύπρου (1570-71) ελληνική αξιόλογη εκκλησία του Αγίου Ανδρονίκου. Μάλιστα κατά τη διάρκεια πρόσφατων εργασιών συντήρησής του αποκαλύφθηκαν τοιχογραφίες που ως σήμερα ήσαν καλυμμένες με σοβά. Οι τοιχογραφίες αυτές αποκαταστάθηκαν και συντηρήθηκαν.

 

Οι κύριες εκκλησίες της Πόλης είναι αφιερωμένες στην αγία Κυριακή και στον απόστολο Ανδρέα. Άλλες εκκλησίες είναι αφιερωμένες στον άγιο Νικόλαο και στην Παναγία Χρυσοπολίτισσα.

 

Πριν από την αγγλική κατοχή (1878) λειτουργούσαν στην Πόλη μόνο ιδιωτικά σχολεία των «κοινών γραμμάτων». Γραμματοδιδάσκαλοι ήσαν ο Αντώνης, ο γνωστός ως Γιατρός, ο Χριστόδουλος Μεσιάς, ο Παπαχριστόδουλος κι ο Χαράλαμπος Ταβερνάρης, ο οποίος δίδασκε τους μαθητές στη μικρή ταβέρνα του. Οι άλλοι δίδασκαν στα σπίτια τους. Τα δίδακτρα ήσαν ανάλογα με την οικονομική κατάσταση των γονιών, γύρω στα 10 σελίνια τον χρόνο. Οι γονείς έδιναν επίσης στους δασκάλους σιτάρι κι άλλα προϊόντα και κάθε Σάββατο ένα ψωμί, το «σαββατιάτικον». Οι μαθητές ακόμη έκαναν διάφορες γεωργικές κι άλλες εργασίες των δασκάλων. Το πρώτο κοινοτικό σχολείο μετά την αγγλική κατοχή κτίστηκε με έξοδα της Εκκλησίας κι ανάμεσα στους πρώτους δασκάλους ήταν κάποιος Οικονόμος κι ο Τοουλής Πογιατζής.

 

Μετά την αγγλική κατοχή στην Πόλη λειτούργησαν διάφορες διοικητικές υπηρεσίες, περιλαμβανομένου και περιφερειακού δικαστηρίου (κωμοδικείου), αστυνομικού σταθμού (από το 1905) κ.α.

 

Κατά τη διάρκεια της ανταρσίας των Τουρκοκυπρίων (τέλη του 1963, 1964 κ.ε.) στην Πόλη σημειώθηκαν συγκρούσεις μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων Κυπρίων κατοίκων της, από δε το 1964 μέχρι και την αποχώρηση των Τουρκοκυπρίων το 1975, έδρευε στο χωριό στρατιωτικό απόσπασμα της ειρηνευτικής δύναμης των Ηνωμένων Εθνών (ΟΥΝΦΙΚΥΠ).

Φώτο Γκάλερι

Image
Image
Image
Image