Ρας οικογένεια

Μεσαιωνική οικογένεια της Κύπρου. Απαντάται εγκατεστημένη στο μεσαιωνικό βασίλειο της Κύπρου από τα μέσα του 14ου αιώνα. Γνωστότερα μέλη της ήταν τα ακόλουθα:

 

1. Γουλιέλμος ντε Ρας: Έδρασε επί των ημερών του βασιλιά της Κύπρου Πέτρου Α' (1359-1369). Ο Λεόντιος Μαχαιράς   αναφέρει του Γουλιέλμο ντε Ρας  ως απεσταλμένο του Πέτρου Α' στον σουλτάνο του Καΐρου το 1365, για συνομιλίες μετά τη στρατιωτική επιχείρηση του Πέτρου Α' στην Αίγυπτο και την κατάληψη της Αλεξάνδρειας.

 

2. Θωμάς ντε Ρας: Αναφέρεται κι αυτός από τον Λεόντιο Μαχαιρά σε μια περίπτωση το 1370, οπότε επελέγη ως πρέσβης στον σουλτάνο του Καΐρου, όμως πέθανε πριν ξεκινήσει.

 

3. Γουλιέλμος ντε Ρας: Εδρασε κατά την τελευταία περίοδο της Φραγκοκρατίας. Ήταν πατέρας του Ιωάννη vτε Ρας , του τελευταίου γνωστού μέλους της οικογένειας.

 

Ο Γουλιέλμος ντε Ρας, μέλος της Αυλής του βασιλιά της Κύπρου Ιωάννη Β' (1432-1458), ήταν αργότερα μεταξύ των υποστηρικτών της κόρης και διαδόχου του βασίλισσας Καρλόττας. Κατά τη διάρκεια της διαμάχης για τον θρόνο της Κύπρου μεταξύ της Καρλόττας και του ετεροθαλούς αδελφού της Ιακώβου Β', ο Γουλιέλμος ντε Ρας  ετάχθη με το μέρος της βασίλισσας. Ήταν δε μεταξύ των υποστηρικτών της που βρέθηκαν μαζί της στην Κερύνεια το 1460, πολιορκούμενοι από τον Ιάκωβο κι αγωνιζόμενοι εναντίον του. Όταν πλέον ο αγώνας χάθηκε για την Καρλόττα, ο Γουλιέλμος ντε Ρας  έφυγε από την Κερύνεια και τον βρίσκουμε στη Ρόδο το 1463.

 

Αργότερα συμφιλιώθηκε με τον βασιλιά Ιάκωβο Β' κι όχι μόνο επέστρεψε στην Κύπρο, αλλά στα 1468 αναφέρεται κι ως μέλος της Υψηλής Αυλής του Ιακώβου. Μάλιστα ο Ιάκωβος παραχώρησε σ' αυτόν κτηματικές περιουσίες στην Κύπρο, το δε 1469 ήταν και βισκούντης (αστυνόμος) της πρωτεύουσας Λευκωσίας, αξίωμα πολύ σημαντικό. Στη θέση του βισκούντη της Λευκωσίας φαίνεται ότι είχε παραμείνει μέχρι το 1473, γιατί αναφέρεται αντικατάστασή του από την Αικατερίνη Κορνάρο στις 10 Σεπτεμβρίου του χρόνου αυτού. Η βασίλισσα Αικατερίνη του είχε παραχωρήσει τότε μια σύνταξη από 100 δουκάτα. Βρισκόταν στη ζωή τουλάχιστον μέχρι το 1479, οπότε έχουμε την τελευταία περί αυτού πληροφορία, σε έγγραφο σχετικό με συνέχιση παροχής του επιδόματος των 100 δουκάτων.

 

4. Ιωάννης ντε Ρας: Ο Ιωάννης ντε Ρας, γιος του Γουλιέλμου vτε Ρας, ήταν επίσης ένας των υποστηρικτών της Καρλόττας και βρισκόταν μαζί με τον πατέρα του στην Κερύνεια το 1460. Πιθανώς ακολούθησε τον πατέρα του στη Ρόδο το 1463. Πάντως τον επόμενο χρόνο, το 1464, βρίσκουμε τον Ιωάννη ντε Ρας  να είναι μάρτυς στη συμφωνία κατάληψης της Αμμοχώστου από τον Ιάκωβο Β' (η Αμμόχωστος κατεχόταν ως τότε, κι από το 1373, από τους Γενουάτες). Ο Φλώριος Βουστρώνιος αναφέρει ότι ο Ιάκωβος Β' τίμησε τον Ιωάννη ντε Ρας και του έδωσε κτήματα. Αναφέρεται επίσης ως μέλος της Υψηλής Αυλής στα 1468. Το 1472 απαντούμε ξανά το όνομά του ως μάρτυρα στην πράξη ίδρυσης, από τον Ιάκωβο Β', της κομητείας της Καρπασίας.

 

Μετά τη δολοφονία του βασιλιά Ιακώβου Β' και την κρίση του Νοεμβρίου του 1473, ο Ιωάννης ντε Ρας  ανέλαβε τη διοίκηση της πρωτεύουσας Λευκωσίας ύστερα από απαίτηση των κατοίκων της, και εξ ονόματός της συζύγου του Ιακώβου, βασίλισσας Αικατερίνης Κορνάρο.

 

Τον Ιανουάριο του 1474 η Αικατερίνη τον κάλεσε κοντά της στην Αμμόχωστο, εντέλλοντάς τον ταυτόχρονα ν' αφήσει τη διοίκηση της πρωτεύουσας Λευκωσίας στον πατέρα του Γουλιέλμο, που κατείχε το αξίωμα του βισκούντη της πόλης.

 

Αργότερα ο Ιωάννης ντε Ρας  απέτυχε να εμποδίσει το αντιφραγκικό κίνημα που εκδηλώθηκε στη Λευκωσία, πιθανότατα υποκινημένο από τους Βενετούς. Θεωρήθηκε όμως ύποπτος από τους Βενετούς, που άρχισαν ήδη από το 1473-74 να ελέγχουν την Κύπρο, και συνελήφθη. Εστάλη στη Βενετία όπου και φυλακίστηκε. Σύντομα όμως αφέθηκε ελεύθερος (15.2.1475), αλλά υπό τον όρο να παραμείνει στη Βενετία. Τούτο σήμαινε ότι οι Βενετοί τον θεωρούσαν επίφοβο για τα περί Κύπρου σχέδιά τους, γι' αυτό και τον κράτησαν υπό την άμεση επιτήρησή τους στην ίδια την πόλη τους.