Σησάμιν, σησαμιά

Image

Sesamum indicum ή Sesamum orientalis. Οικογένεια: Πηδαλιιδών (Recedaceae). Ένα από τα 20 περίπου είδη της οικογένειάς του και το μόνο που καλλιεργείται ευρέως σε πολλές χώρες γιατί έχει οικονομική σημασία. Είναι μονοετές φυτό που καλλιεργείται και στην Κύπρο κατά το τέλος της άνοιξης, σε χωράφια που «κολυμπώννουν», που μαζεύουν δηλαδή νερό της βροχής, και στα λεγόμενα «δήμματα» όπου διατηρείται υγρασία κατά τους καλοκαιρινούς μήνες.

 

Το ύψος του φυτού φθάνει το ένα μέτρο.  Έχει φύλλα στενά, όπως της ελιάς, και σε κάθε φύλλο έχει κι ένα καρπό. Ο καρπός, που αναπτύσσεται σε μέγεθος περί τα 4 εκ., είναι τετραγωνικός και χωρίζεται σε 4 τμήματα στα οποία υπάρχουν οι σπόροι, το γνωστό σησάμιν. Σε καταλληλότερες συνθήκες το φυτό δίνει μεγαλύτερους καρπούς, με σπόρους πιο «αδρούς», τα δε φυτά αυτά, των οποίων ο καρπός χωρίζεται σε 5 τμήματα, ονομάζονται «πεντάσπιτα».

 

Το φυτό ήταν γνωστότατο στους αρχαίους κι εκαλλιεργείτο και κατά την Αρχαιότητα, από δε το σησάμιν (σήσαμον στους αρχαίους Έλληνες) παρασκευάζονταν διάφορα φαγώσιμα είδη (τα τρωκτά του Ηροδότου, αἱ σησαμαί του Αριστοφάνη, η σησαμόεσσα μάζα — ίσως είδος χαλβά — των Ομηρικών χρόνων κλπ.). Αλλά και σήμερα από το σησάμιν παράγεται εκλεκτής ποιότητας έλαιον, το σησαμόλαδον ή σαμόλαδον όπως είναι γνωστό στην Κύπρο. Οι σπόροι του χρησιμοποιούνται ευρύτατα στην αρτοποιία (παρόμοια προς τον σησαμίτην άρτον των αρχαίων Ελλήνων), ενώ παρασκευάζονται και γλυκίσματα, όπως η γνωστή παραδοσιακή κυπριακή σησαμόπιττα ή και σησαμωτή που πωλείται κυρίως στα πανηγύρια.

 

Στην Κύπρο η συγκομιδή κι επεξεργασία του σησαμιού είναι ενδιαφέρουσα. Όταν οι καρποί ωριμάζουν, αλλά προτού ανοίξουν, τα φυτά εκριζώνονται και μεταφέρονται στα αλώνια ή στα σπίτια για να ξηρανθούν στα «δώματα». Πέντε έως έξι φυτά δένονται μεταξύ τους από τις μύτες τους και ανοίγονται στο κάτω μέρος. Έτσι στήνονται όρθια, σαν μικρές καλύβες, κι αφήνονται να ξηρανθούν. Τότε οι γεωργοί απλώνουν υφάσματα στο έδαφος και, παίρνοντας ένα-ένα τα φυτά, τα γυρίζουν με την κορφή προς τα κάτω και τα κτυπούν με το χέρι ή με μικρό ξύλο. Τότε οι σπόροι — το σησάμιν — πέφτει και μαζεύεται στα απλωμένα υφάσματα. Ο παραδοσιακός αυτός τρόπος μαζέματος του σησαμιού τείνει να εξαφανιστεί ολότελα, αφού η μηχανή αντικατέστησε οριστικά την χειρωνακτική εργασία.

 

Το σαμόλαδον εχρησιμοποιείτο στην Κύπρο ιδίως για το τηγάνισμα ορισμένων εδεσμάτων και ιδιαίτερα παραδοσιακών γλυκισμάτων όπως τα σ'άμισ'η* και οι λοκμάδες*Σησάμιν εξ άλλου χρησιμοποιείται στα παραδοσιακά κυπριακά κουλούρια και παξιμάδια, αλλά και σε άλλα είδη αρτοποιίας. Με φρυγάνισμα, μαζί με μέλι — ιδίως τερατσόμελον* — παρασκευάζονται τα σουσαμάτα, όπως λέγονται στην Ελλάδα, ή και παστέλια, τα τρωκτά σησάμου τε καί μέλιτος, η γνωστή κυπριακή σησαμόπιττα που παρασκευάζεται ακόμη και σήμερα στην περιοχή της Μαραθάσας.

 

Το σαμόλαδον το έβγαζαν από το σησάμιν σε ειδικούς μύλους τους οποίους κινούσαν ζώα. Ο Π. Παναγίδης, στο βιβλίο του Σεργιάνι στή Λευκωσία, αναφέρει έναν τέτοιο μύλο που λειτουργούσε στην πρωτεύουσα: Βρισκόμαστε στήν  ὁδό Χρυσοχόων... Νά κι’ ἕνας Τοῦρκος σαμολαδιτζής. Στή μέση τοῦ μαγαζιοῦ του ὑπάρχει ἕνας μῦλος πού τόν γυρίζει ἕνα ἄλογο. Ἀλέθει σησάμι κι ἀπό τήν πίττα του (κοῦσβο) βγαίνει τό σαμόλαδο καί τό ταχίνι...

 

Το γνωστό ταχίνιτασ'ή στην κυπριακή) απ' όπου παρασκευάζεται κι ο χαλβάς (χαλουβάς στην κυπριακή), είναι επίσης παράγωγο του σησαμιού.

Φώτο Γκάλερι

Image
Image