Σκουριώτισσα

Image

Μεικτό χωριό της επαρχίας Λευκωσίας μέχρι το 1960 και στη συνέχεια αμιγές ελληνικό, στη γεωγραφική περιφέρεια της Σολιάς, περί τα 50 χιλιόμετρα νοτιοδυτικά της πόλης της Λευκωσίας.

 

Η Σκουριώτισσα είναι κτισμένη στην κοιλάδα του ποταμού Καρκώτη, σε μέσο υψόμετρο 220 μέτρων.

 

Από γεωλογικής απόψεως, γύρω από την κοίτη του ποταμού απαντώνται οι πρόσφατες αλλουβιακές αποθέσεις της Ολόκαινης γεωλογικής περιόδου, ενώ στην υπόλοιπη διοικητική έκταση του χωριού κυριαρχούν οι λάβες του Οφιολιθικού Συμπλέγματος του Τροόδους. Πάνω στα πετρώματα αυτά αναπτύχθηκαν προσχωσιγενή εδάφη και φαιοχώματα.

 

Η Σκουριώτισσα δέχεται μια μέση ετήσια βροχόπτωση περί τα 350 χιλιοστόμετρα. Στην πολύ περιορισμένη καλλιεργήσιμη γη της καλλιεργούνται κυρίως τα σιτηρά.

 

Από συγκοινωνιακής απόψεως, συνδέεται στα βόρεια με το χωριό  Άγιος Γεώργιος Λεύκας (περί τα 2 χμ.) και στα νότια με το χωριό Κατύδατα (περί το 1 χμ).

 

Η Σκουριώτισσα είναι μεταλλευτικός οικισμός που δημιουργήθηκε δίπλα στο ομώνυμο μεταλλείο χαλκού, που βρίσκεται κοντά στο παλαιό μοναστήρι της Παναγίας της Σκουριώτισσας*, πάνω στον λόφο της Φουκάσας. Οι μεγάλοι σωροί στείρων υλικών και σκουριών χαλκού δίπλα στο μεταλλείο, στους πρόποδες του λόφου, μαρτυρούν την έκταση αλλά και τη διάρκεια της μεταλλευτικής δραστηριότητας, από την Αρχαιότητα μέχρι σήμερα. Εξάλλου κατά την περίοδο 1933-1942 έγινε εντατική εκμετάλλευση του χρυσοφόρου και αργυροφόρου ορίζοντα της Σκουριώτισσας. Μια δεύτερη περίοδος παραγωγής χρυσού και αργύρου από το κοίτασμα πραγματοποιήθηκε μεταξύ 1979 και 1982. Στη διάρκεια της λειτουργίας του το μεταλλείο πρόσφερε εργοδότηση σε αρκετούς κατοίκους τόσο της Σκουριώτισσας όσο και των γύρω χωριών. Για το μεταλλείο αυτό βλέπε χωριστό λήμμα αμέσως πιο κάτω.

 

Η διακύμανση του πληθυσμού του χωριού σχετίζεται άμεσα με τις ευκαιρίες απασχόλησης στο ομώνυμο μεταλλείο. Σύμφωνα με τα υπάρχοντα στοιχεία οι πλήρεις απογραφές πληθυσμού έχουν ως ακολούθως:

 

Χρονολογία Κάτοικοι
1931 963 (569 Ελληνοκύπριοι και 394 Τουρκοκύπριοι) 
1946 169 (119 Ελληνοκύπριοι, 21 Τουρκοκύπριοι και 29 άλλων εθνικοτήτων) 
1960 109 (73 Ελληνοκύπριοι, 2 Τουρκοκύπριοι και 34 άλλων εθνικοτήτων) 
1973 32 (όλοι Ελληνοκύπριοι) 
1976 30 
1982 86 
1992 13 
2001

 

Ο οικισμός αυτός, που ιδρύθηκε πρόσφατα, πήρε την ονομασία της περιοχής, που είχε αποτελέσει κι επίθετο της Παναγίας Σκουριώτισσας. Αναμφίβολα η ονομασία προήλθε από τις πολλές ποσότητες της σκουριάς που υπάρχουν στην περιοχή, εξαιτίας της εκμετάλλευσης κι επεξεργασίας των κοιτασμάτων χαλκού κατά την Αρχαιότητα.

 

Για κυπρίαν σκωρίαν (=κυπριακή σκουριά) κάνει λόγο ο Γαληνός. Ο Σέρβιος, επίσης, αναφέρει βουνό της Κύπρου πλούσιο σε χαλκό που ονομαζόταν από τους Κυπρίους Coriam. Την ονομασία αυτή μερικοί μελετητές μετέφρασαν σε Κούριον, που όμως δεν φαίνεται να ευσταθεί, αφού όρος με την ονομασία Κούριον δεν φαίνεται να υπήρχε. Ο Κυρ. Χατζηϊωάννου (ΑΚΕΠ , Δβ', 1980, αρ. 313-314) απέδωσε το λατινικό Coriam του Σερβίου σε Σκωρίαν (=σκουριά), απ' όπου το επίθετο Σκουριώτης/Σκουριώτισσα, απ' όπου επίσης και το επώνυμο της Παναγίας που λατρεύθηκε στην περιοχή, κι απ' όπου και η ονομασία του οικισμού. Παρόμοια επίθετα της Παναγίας, προερχόμενα από τοπικά χαρακτηριστικά, απαντώνται πολλά στην Κύπρο (λ.χ. Ασπροβουνιώτισσα, Βουναρκώτισσα κλπ.).

 

Ότι ο οικισμός αυτός της Σκουριώτισσας είναι σύγχρονος αποδεικνύεται κι από το γεγονός ότι δεν υπάρχει καμιά παλαιότερη γι' αυτόν αναφορά, ούτε καν στον χάρτη του Κίτσενερ (1885) σημειώνεται (αλλά ευρίσκεται σημειωμένο το ομώνυμο μοναστήρι). Ωστόσο, κατά την Αρχαιότητα, όταν γινόταν εκτεταμένη εκμετάλλευση των μεταλλείων, θα πρέπει να υπήρχαν στην περιοχή διάφοροι οικισμοί κι εγκαταστάσεις μεταλλωρύχων, εργατών και σκλάβων.

 

Περιοδικά λειτουργούσαν στη Σκουριώτισσα σχολεία στα οποία φοιτούσαν παιδιά των εργαζομένων στο μεταλλείο۠ τα σχολεία αυτά (ελληνικό και τουρκικό) ήταν στοιχειώδους εκπαίδευσης και η λειτουργία τους ήταν εποχιακή και με την ευθύνη της εταιρείας που εκμεταλλευόταν το μεταλλείο.