Εκκλησίες της Κύπρου

Διάταξη του ναού

Image

Ο βυζαντινός ναός, που υπήρξε το πρότυπο και για όλους τους ορθόδοξους ναούς της Κύπρου, αποτελείται από διάφορα μέρη. Κατά τα παλαιοχριστιανικά χρόνια ήταν ευρύτατα διαδεδομένος ο τύπος της βασιλικής, είδος πολυτελούς οικοδομήματος που οι Χριστιανοί δανείστηκαν από προγενέστερα οικοδομήματα των Ρωμαίων. Η βασιλική αποτελείτο από τον κυρίως ναό, ο οποίος με κιονοστοιχίες χωριζόταν κατά μήκος σε τρία ή πέντε ή και περισσότερα μέρη (κλίτη). Το κεντρικό κλίτος ήταν πάντοτε πλατύτερο και τα πλαϊνά στενότερα, όλα όμως ήταν του ίδιου μήκους. Το κεντρικό κλίτος κατέληγε στο ανατολικό του άκρο σε ημικυκλική αψίδα που σχημάτιζε το ιερόν στο οποίο βρισκόταν και η αγία τράπεζα. Σε μικρότερες αψίδες συνήθως κατέληγαν στα ανατολικά και τα πλαϊνά κλίτη. Η στέγη του κεντρικού κλίτους ήταν υπερυψωμένη και δεν υπήρχε τρούλος. Στο δυτικό άκρο των ναών υπήρχε μακρόστενος προθάλαμος ή πρόναος, που κατελάμβανε ολόκληρο το πλάτος του ναού και ονομαζόταν νάρθηκας. Στους μεγαλύτερους ναούς υπήρχε και δεύτερος ή εξώτερος προθάλαμος, ο εξωνάρθηκας. Ο νάρθηκας ήταν και αυτός πλούσια διακοσμημένος, όπως και ο κυρίως ναός. Συνήθως υπήρχαν και εξώστες, τα υπερώα (γυναικωνίτες). Στα δυτικά συχνά υπήρχε ανοικτός χώρος, το αίθριον, που περιβαλλόταν από στοές ή και άλλα οικοδομήματα. Η βασιλική αποτελείτο και από άλλους ακόμη χώρους, όπως ήταν το βαπτιστήριο. Επίσης το διακονικόν ή ιεροφυλάκιον ή σκευοφυλάκιον, σε σχήμα μικρού παρεκκλησιού, συνήθως στα δεξιά της κεντρικής αψίδας, όπου φυλάσσονταν τα ιερά σκεύη. Ονομαζόταν έτσι επειδή τη φροντίδα του είχε ένας διάκονος. Υπήρχαν και άλλα ακόμη οικοδομήματα, περιλαμβανομένων κατοικιών για τον κλήρο.

 

Η οικοδόμηση αργότερα μικρότερων ναών, ακολούθησε την ίδια βασική κάτοψη, δηλαδή ύπαρξη του κυρίως ναού που είτε αποτελείτο μόνο από ένα ορθογώνιο κτίσμα (ναός μονόκλιτος), είτε τούτο χωριζόταν εσωτερικά με κολόνες ή πεσσούς σε περισσότερα μέρη, πάντοτε σε μονό αριθμό (τρία μέρη – ναός τρίκλιτος, ή πέντε μέρη – ναός πεντάκλιτος ή και περισσότερα ακόμη). Υπάρχουν λίγες εξαιρέσεις ναών που χωρίζονται εσωτερικά σε δυο μόνο μέρη (ναός δίκλιτος), όπως για παράδειγμα ο ναός του μικρού μοναστηριού της Παναγίας της Ελεούσας στο Ριζοκάρπασο.

 

Πάντοτε στο ανατολικό άκρο υπάρχει η αψίδα που αποτελεί τον χώρο του ιερού βήματος. Η προσθήκη εικονοστασίου, που καλύπτει κατά πλάτος ολόκληρο τον χώρο μεταξύ ιερού βήματος και κυρίως ναού, διαχωρίζει σαφώς τα δύο. Στη μέση του εικονοστασίου βρίσκεται η ωραία πύλη, ενώ υπάρχουν και άλλες δευτερεύουσες είσοδοι. Προσκυνηματικές είναι μόνο οι κατώτερες και μεγαλύτερες εικόνες του εικονοστασίου, τις οποίες και φθάνει ο πιστός για να προσκυνήσει. Το εικονοστάσι επιστέφεται πάντοτε, στο ψηλότερο κεντρικό του σημείο, από τον σταυρωμένο Χριστό.

 

Στους νεότερους των βασιλικών ναούς δεν υπάρχουν πλέον άλλα οικοδομήματα, όπως το βαπτιστήριον και τα κατηχούμενα, αφού είχε καθιερωθεί η βάπτιση σε βρεφική ηλικία, που γινόταν και γίνεται μέσα στον ίδιο το ναό.

 

Από τον 6ο αιώνα και εξής, καθιερώθηκε ως χαρακτηριστικό αρχιτεκτονικό γνώρισμα του βυζαντινού ναού ο τρούλος, με πλέον εξαίρετο και εντυπωσιακό παράδειγμα τον τρούλο του ναού της Αγίας Σοφίας στην Κωνσταντινούπολη (Αγια-Σοφιά,  ναός της Αγίας του Θεού Σοφίας, Μεγάλη Εκκλησία), της οποία τα θυρανοίξια τελέστηκαν στις 27 Δεκεμβρίου 537, έργο των αρχιτεκτόνων Ανθεμίου και Ισιδώρου, όπου ο αυτοκράτωρας Ιουστινιανός αναφωνεί θριαμβευτικά: "Νενίκηκά σε Σολομών". Ο τρούλος, στου οποίου το εσωτερικό εικονογραφείται πάντοτε ο Χριστός Παντοκράτορας, επιστέφει και μεγάλους ναούς αλλά και μικρούς και μονόκλιτους. Είναι δυνατό να υπάρχουν και άλλοι τρούλοι, πέραν του κεντρικού. Στη δε κόγχη της αψίδας του ιερού εικονογραφείται η Παναγία, όρθια ή σε θρόνο, μαζί με τον μικρό Χριστό, πλαισιούμενη από τους αρχαγγέλους. Στους παλαιότερους ναούς και στις ακόμη αρχαιότερες βασιλικές, στην αψίδα του ιερού δυνατό να υπήρχε και σύνθρονο, που ήταν σειρά λίγων ημικυκλικών κερκίδων όπου καθόντουσαν οι αρχιερείς. Σύνθρονα σώθηκαν σε λίγους μόνο ναούς της Κύπρου. Ο τρούλος, ωστόσο, δεν είναι υποχρεωτικό αρχιτεκτονικό στοιχείο του ορθόδοξου ναού. Υπάρχουν, για παράδειγμα, οι ναοί που καλύπτονται από καμαρωτή στέγη και δεν έχουν τρούλο. Αλλά και οι ξυλόστεγοι ναοί δεν έχουν τρούλο, εκτός των παλαιοτέρων όπου η ξύλινη στέγη είχε προστεθεί αργότερα.

 

Αξίζει να σημειωθεί ότι στο σημείο όπου ανεγέρθηκε η Αγία Σοφία υπήρχε ομώνυμος ναός κτισμένος επί Κωνσταντίνου Α΄ και Κωνσταντίνου Β΄, ο οποίος, όμως, κάηκε κατά τη Στάση του Νίκα (532 μ.Χ.). Ο πρώτος ναός άνοιξε στις 15 Φεβρουαρίου 360 και μαζί με το ναό της Αγίας Ειρήνης αποτελούσε τον κύριο καθεδρικό ναό της πρωτεύουσας και έδρα του Πατριαρχείου της Κωνσταντινούπολης. Εικάζεται ότι επρόκειτο για ξυλόστεγη βασιλική, τρίκλιτη ή πεντάκλιτη. Καταστράφηκε από πυρκαγιά το 404 και χτίστηκε εξαρχής τα επόμενα χρόνια. Ο νέος ναός εγκαινιάστηκε το 415 επί βασιλείας του Θεοδοσίου Β΄ και καταστράφηκε από τους οπαδούς του πατριάρχη επειδή ο Θεοδόσιος είχε μια διαμάχη με τον Πατριάρχη. Ιστορικές πηγές μαρτυρούν πως στο εσωτερικό του φυλάσσονταν ιερά κειμήλια μεγάλης αξίας, από χρυσό ή ασήμι. Σύμφωνα με τις πλέον πρόσφατες προσπάθειες αναπαράστασης του ναού, υποθέτουμε πως είχε εύρος 52 μ. αποτελούμενος από ένα κεντρικό κλίτος και τέσσερις διακριτούς διαδρόμους. Κατά τη Στάση του Νίκα το 532, υπέστη μεγάλη φθορά και το κτίσιμο του ναού που διατηρείται ως σήμερα δρομολογήθηκε από τον αυτοκράτορα Ιουστινιανό Α'.

 

Ένας άλλος αρχιτεκτονικός τύπος ναού είναι η ροτόντα, κυκλικό οικοδόμημα, που πάντως δεν απαντάται στην Κύπρο.

 

Το εικονογραφικό πρόγραμμα τέλος, που αφορά τόσο τις φορητές εικόνες όσο και τις τοιχογραφίες, ακολουθεί συγκεκριμένους κανόνες. Τόσο ως προς τη διάταξη των εικόνων και των τοιχογραφιών, όσο και ως προς τον τρόπο με τον οποίο εικονίζονται τα διάφορα ιερά πρόσωπα. Οι κανόνες αυτοί είχαν καθοριστεί από νωρίς από την Εκκλησία και ακολουθήθηκαν ανά τους αιώνες. Έτσι, το οποιοδήποτε ιερό πρόσωπο και η οποιαδήποτε βιβλική σκηνή αναγνωρίζονται αμέσως από τους πιστούς, έστω κι αν ζωγραφήθηκαν από διαφορετικούς αγιογράφους, σε διαφορετικές εποχές και ακόμη και σε διαφορετικά μέρη. Στους ορθόδοξους ναούς και φυσικά και στους ναούς της Κύπρου, δεν χρησιμοποιήθηκε η τέχνη της γλυπτικής για απεικόνιση ιερών προσώπων ή και σκηνών, τέχνη που χρησιμοποιήθηκε ευρέως από τη Δυτική Εκκλησία. Στην Κύπρο γλυπτά έργα υπήρχαν στους λατινικούς ναούς της περιόδου της Φραγκοκρατίας. Στους ορθόδοξους ναούς η παλαιότερη τέχνη που είχε χρησιμοποιηθεί ήταν η τέχνη του ψηφιδωτού. Το ψηφιδωτό κοσμούσε τα δάπεδα των ναών με γεωμετρικά συνήθως σχήματα, ενώ οι απεικονίσεις ιερών προσώπων και βιβλικών σκηνών γίνονταν στα εντοίχια ψηφιδωτά. Η τέχνη του ψηφιδωτού κληρονομήθηκε από την Αρχαιότητα.

 

Η τέχνη της τοιχογραφίας και των φορητών εικόνων, δηλαδή η τέχνη της ζωγραφικής, αντικατέστησε την τέχνη του ψηφιδωτού διότι ήταν πρακτικότερη και φθηνότερη. Συνήθως ο βυζαντινός αγιογράφος δεν υπέγραφε τα έργα του, θεωρώντας ότι ο ίδιος δεν ήταν ο δημιουργός αλλά όργανο του Δημιουργού.

 

Από ένα τεράστιο και ανυπολόγιστο αριθμό αγιογράφων που δημιούργησαν ανά τους αιώνες, σε ολόκληρο τον Ορθόδοξο κόσμο, ελάχιστα είναι τα γνωστά ονόματα αγιογράφων και πολύ λίγες οι περιπτώσεις υπογραφής των έργων τους. Τούτο είναι μία, επίσης, σημαντική διαφορά μεταξύ των δύο Εκκλησιών: Στην Ορθόδοξη Εκκλησία δεν έχει τόση σημασία το όνομα του αγιογράφου, ο οποίος εξάλλου ήταν υποχρεωμένος να εργαζόταν στα αυστηρά εικονογραφικά πλαίσια που είχαν τεθεί, όσο έχει το ίδιο το έργο, ανεξαρτήτως καλλιτεχνικής αξίας. Η ίδια η εικόνα, όσο αφορά ιδιαίτερα τις φορητές εικόνες είναι που τιμάται και θεωρείται θαυματουργή.

 

Στη Δυτική Εκκλησία αντίθετα, ιδίως στην Ιταλία, στρατεύθηκαν όχι αγιογράφοι αλλά σπουδαίοι ζωγράφοι και γλύπτες και άλλοι καλλιτέχνες και διακοσμητές. Τα δε έργα τους θαυμάζονται ως έργα τέχνης περισσότερο παρά ως ιερά και θαυματουργά αντικείμενα.

 

Έτσι σήμερα, ενώ στους ορθόδοξους ναούς (απλοί, λιτοί και απέριττοι οι περισσότεροι) ο πιστός πηγαίνει για να προσευχηθεί και να προσκυνήσει την εικόνα, στους δυτικούς και συνήθως πολυτελέστατους ναούς δεν προσκυνάει κανείς αλλά θαυμάζει από σχετική απόσταση τα γλυπτά του Μιχαήλ Αγγέλου και τους πίνακες του Ραφαήλ και άλλων μεγάλων ζωγράφων, που ο κάθε ένας έχει και τη δική του προσέγγιση και αντίληψη στην απόδοση ενός αγίου προσώπου ή μίας βιβλικής σκηνής. Η διαφορά αυτή εκφράζεται και σ’ αυτό τούτο το τελετουργικό, με την Ορθόδοξη Εκκλησία να τιμά αυτή τούτη την εικόνα, την οποία μεταξύ άλλων λιτανεύει και στην οποία δέεται, πράγμα που δεν συμβαίνει στη Δυτική Εκκλησία. Σε αντίθεση, επίσης, με την Ορθόδοξη Εκκλησία, η Δυτική Εκκλησία εισήγαγε στους ναούς και άλλα στοιχεία, όπως είναι το εκκλησιαστικό μουσικό όργανο.

 

Α.ΠΑΥΛΙΔΗΣ 

Φώτο Γκάλερι

Image
Image
Image