Υδάτινοι πόροι και υδατική ανάπτυξη

Το υδατικό πρόβλημα της Κύπρου

Image

Οι υδάτινοι πόροι της Κύπρου είναι πολύ περιορισμένοι και άνισα κατανεμημένοι, πράγμα που οφείλεται στη σχετικά μικρή της έκταση, το μεσογειακό της κλίμα, τη γεωλογία και το ανάγλυφο.

 

Η συνολική έκταση της Κύπρου είναι 9.251 τετραγωνικά χιλιόμετρα, δηλαδή 925.100 εκτάρια (6.915.100 σκάλες), από τα οποία 47% είναι καλλιεργήσιμη γη, 19% καλύπτονται από δάση και το υπόλοιπο 34% αποτελεί ακαλλιέργητη γη. Το κλίμα της Κύπρου είναι ημίξηρο, πράγμα που εξηγεί γιατί μόνο το 14% αρδεύεται από τη συνολική καλλιεργήσιμη έκταση της χώρας.

 

Ο εμπλουτισμός των υδατίνων πόρων της Κύπρου γίνεται αποκλειστικά από τη βροχόπτωση. Η μέση ετήσια βροχόπτωση είναι 500 χιλιοστόμετρα που αντιστοιχεί σε 4.600 περίπου εκατομμύρια κυβικά μέτρα νερού πάνω σ' ολόκληρη την επιφάνειά της. Οι περισσότερες βροχές πέφτουν από τον Νοέμβριο ως τον Μάρτιο, ενώ κατά τους υπόλοιπους μήνες του χρόνου η βροχόπτωση είναι πολύ χαμηλή, σχεδόν ανύπαρκτη. Επίσης η βροχόπτωση ποικίλλει από χρόνο σε χρόνο και κάποτε κατέρχεται σε πολύ χαμηλά επίπεδα. Για παράδειγμα ενώ το 1968-69 η μέση ετήσια βροχόπτωση ήταν 759 χιλιοστόμετρα (η μεγαλύτερη της περιόδου 1916-1985), το 1982 κατήλθε στα 182 χιλιοστόμετρα (η χαμηλότερη της περιόδου 1916-1985).

 

Η τοπογραφία του νησιού επηρεάζει την κατανομή της βροχόπτωσης με αποτέλεσμα να είναι ανομοιόμορφη. Στην κεντρική πεδιάδα και τα Κοκκινοχώρια κυμαίνεται μεταξύ 300 και 400 χιλιοστομέτρων ενώ στις κορυφές του Τροόδους ξεπερνά τα 1.000 χιλιοστόμετρα.

 

Λόγω της ξηρότητας του κλίματος, ποσοστό γύρω στο 80% περίπου της βροχόπτωσης επιστρέφει στην ατμόσφαιρα σαν κατ' ευθείαν εξάτμιση και διαπνοή από τα φυτά. Το υπόλοιπο που μένει και που μπορεί να θεωρηθεί σαν ο μέσος ετήσιος υδατικός πλούτος της Κύπρου, είναι γύρω στα 900 εκατομμύρια κυβικά μέτρα νερού. Αυτή η ποσότητα νερού τροφοδοτεί τους ποταμούς, διεισδύει και εμπλουτίζει τα διάφορα υδροφόρα στρώματα και ένα μέρος της καταλήγει στη θάλασσα είτε επιφανειακά είτε υπόγεια.

 

Από τον ετήσιο υδατικό πλούτο της Κύπρου τα 600 εκατομμύρια κυβικά μέτρα αποτελούν την επιφανειακή απορροή (δηλαδή νερό που καταλήγει στους ποταμούς), τα δε υπόλοιπα 300 εκατομμύρια κυβικά μέτρα νερού διεισδύουν στο έδαφος και εμπλουτίζουν τα υδροφόρα στρώματα και τις πηγές.

 

Μέχρι το 1980 εχρησιμοποιείτο μόνο το 25% του νερού των ποταμών, δηλαδή 150 εκατομμύρια κυβικά μέτρα νερού τον χρόνο, τα δε υπόλοιπα 450 εκατομμύρια κυβικά μέτρα χάνονταν στη θάλασσα. Ωστόσο η κατασκευή φραγμάτων μεγάλης χωρητικότητας στη δεκαετία 1980-1990, στα πλαίσια μεγάλων υδατικών έργων, συνέβαλε στον περιορισμό των απωλειών στη θάλασσα στο 30% περίπου της επιφανειακής ροής των ποταμών.

 

Όσον αφορά τα υπόγεια νερά, η ολική άντληση από τα υδροφόρα στρώματα και τις πηγές υπερβαίνει την ετήσια ποσότητα εμπλουτισμού τους με αποτέλεσμα να προκαλείται εισροή θαλάσσιου νερού σε μερικά από αυτά. Υδροφόρα στρώματα όπου παρατηρείται υπεράντληση είναι εκείνα των Κοκκινοχωριών, του Ακρωτηρίου, του Κιτίου και της Δυτικής Μεσαορίας (περιοχή Μόρφου).

 

Με βάση τα πιο πάνω φαίνεται ότι περιθώρια ικανοποιητικής αύξησης της αρδευόμενης γης υπάρχουν μόνο με την ανάπτυξη των επιφανειακών νερών. Ωστόσο ακόμη και μετά από πλήρη αξιοποίηση του επιφανειακού υδάτινου πλούτου, μόνο ένα σχετικά μικρό μέρος της καλλιεργήσιμης γης της Κύπρου είναι δυνατό να αρδευθεί. Και για να επιτευχθεί αυτό θα απαιτηθούν τεράστιες επενδύσεις σε φράγματα και άλλα υδατικά έργα.

 

Η τουρκική εισβολή του 1974 είχε σαν αποτέλεσμα την απώλεια σημαντικών επιφανειακών και υπόγειων υδατίνων πόρων του νησιού. Ταυτόχρονα η συγκέντρωση χιλιάδων Ελληνοκυπρίων εκτοπισμένων, κυρίως σε αστικές και περιαστικές περιοχές, οδήγησε στην περαιτέρω επιδείνωση του προβλήματος της έλλειψης νερού για ικανοποίηση των αυξημένων αρδευτικών και υδρευτικών αναγκών.