Ανομβρία

Η ανομβρία του 1870-1873

Image

Για μια από τις μεγαλύτερες θεομηνίες που έπληξαν την Κύπρο στη νεότερη ιστορία θα μιλήσουμε σήμερα, την ανομβρία του 1870-1873. Καθώς θεωρούμε εντυπωσιακό ότι αν και παρήλθαν μόλις 150 χρόνια από το πρώτο έτος της ανομβρίας (1870), τείνει να διαγραφεί εντελώς από την κυπριακή συλλογική μνήμη.

 

Ο Φίλιος Ζαννέτος, στον πρώτο τόμο (1910) της «Ιστορίας της Κύπρου», γράφει στο υποκεφάλαιο για την «ανομβρία του 1870»: «Μία των ονομαστοτέρων τοιούτων [ανομβριών και των από τούτων δοκιμασιών της νήσου], είναι αναμφιβόλως και η ζωηρώς τηρουμένη εν τη μνήμη των συγχρόνων ανομβρία του 1870-1874, ως εκ της οποίας οι κάτοικοι υπέστησαν τα πάνδεινα, εξαντληθέντες οικονομικώς, αφ’ ου δη γυναίκες περιέστησαν εις την ανάγκην να κόψωσι και πωλήσωσι την ιδίαν εαυτών κόμην, πολλοί δε των αγροτών όπως διατραφώσιν εποιήσαντο χρήσιν ριζών ή βολβών αγρίων και αηδών χόρτων, οίοι οι της σκύλλης, αγριόσκυλλας κοινώς καλουμένης.»

 

Δεν ξέρω πόσοι σημερινοί Κύπριοι θα μπορούσαν να αναγνωρίσουν τις όντως …αηδείς «αγ(β)ρόσσιηλλες», που συναντούσαμε εν αφθονία στα μαγικά μυροβόλα περιβόλια – χώρες των θαυμάτων των παιδικών μας χρόνων, όμως το απόσπασμα από τον Ζαννέτο εάν συγκριθεί με τις πηγές της εποχής είναι αρκετά ήπιο ως προς τη διεκτραγώδηση των συνθηκών διαβίωσης και του λιμού που ακολούθησε την παρατεταμένη ανομβρία. Ήδη, τον Ιούνιο του 1870, έφτασε στην Κωνσταντινούπολη ο Αρχιεπίσκοπος Σωφρόνιος, «συνοδευόμενος υπό δύο προυχόντων Γραικών και δύο Οθωμανών» για να ζητήσει φορολογική ελάφρυνση από την Υψηλή Πύλη, η οποία είχε αφήσει στο έλεος του Θεού τους Κυπρίους και το νησί τους, μιαν από τις πιο παραμελημένες περιοχές και διάσημους τόπους εξορίας της παρακμάζουσας Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Στα προξενικά έγγραφα της εποχής και στις εφημερίδες της Κωνσταντινούπολης, της Σμύρνης και των Αθηνών, εντοπίζονται δεκάδες εκθέσεις και ανταποκρίσεις από την Κύπρο, από το 1870, για την πρωτοφανή ξηρασία (αναφέρεται ως η χειρότερη των προηγούμενων εξήντα χρόνων) και τις επιπτώσεις της. Μια συγκλονιστική απεικόνιση των συνεπειών της σιτοδείας δίνει το ποίημα του Γεώργιου Βιζυηνού «Το πτωχόν της Κύπρου» (συλλογή «Ατθίδες Αύραι»), στο οποίο αναφερθήκαμε και παλαιότερα στη στήλη μας. Ο φτωχός ταλαντούχος νέος από τη Θράκη έζησε την ανομβρία στην έντασή της, ως τρόφιμος της Αρχιεπισκοπής και μαθητής της Ελληνικής Σχολής Λευκωσίας, του σημερινού Παγκυπρίου Γυμνασίου. Στο ποίημά του παρουσιάζει ένα γυμνό, νηστικό Κυπριόπουλο να ζητιανεύει στην Πόλη και να αναπολεί τα πρωτινά χρόνια, στο χωριό του, όταν μόλις πεινούσε, εύρισκε ευθύς (ποιητική αδεία, βεβαίως…) «χαλούμι και ψωμάκι».

 

Μια ανάλογη συγκλονιστική περιγραφή εντοπίζουμε στην έκκληση της ερανικής επιτροπής Λάρνακας, του Φεβρουαρίου 1871, με πρόεδρο τον ρέκτη μητροπολίτη Κιτίου Κυπριανό Οικονομίδη, και μέλη τους προξένους της Ιταλίας και της Αυστροουγγαρίας, κι έναν Τούρκο και δυο Έλληνες πρόκριτους της Σκάλας (Δ. Πιερίδης και Στίνης Χριστοφίδης). Η έκκληση αναφέρει ότι εξαντλημένοι αγρότες επισκέπτονταν τη Λάρνακα προς αναζήτηση φαγητού και άφηναν τις νυκτερινές ώρες στις εξώπορτες των ναών και των σπιτιών των εύπορων κατοίκων τα δυστυχή τέκνα τους, μήπως τουλάχιστον επιβίωναν αυτά. Παραθέτω ένα απόσπασμα: «Αι πολυπληθείς εργατικαί τάξεις των πόλεων και ο γεωργικός της νήσου πληθυσμός αφού αντήλλαξαν με τρόφιμα παν ό,τι εκέκτηντο εις μέταλλον, εις ενδύματα και οικιακά σκεύη, αποθνήσκουσιν ήδη της πείνης. (…) Οι κάτοικοι των επαρχιών Καρπασίου, Μεσαορίας, Αμμοχούστου και Λάρνακος διατρέχουσι την πόλιν καθ’ όλας τας διευθύνσεις· αι πρώην ρωμαλέαι των ανθρώπων τούτων χείρες αι γνωρίζουσαι μόνον να διευθύνωσι το άροτρον και να μεταχειρίζωνται την δίκελλαν και την αξίνην, ήδη τρέμουσαι και παραλελυμέναι εξ ασιτίας προτείνονται ζητούσαι τεμάχια άρτου· παρ’ αυτούς δε ίστανται αιδήμονες, ημιθανείς σύζυγοι και κατεσκληκότα τέκνα προσπαθούντα να κρύψωσι την γυμνότητα αυτών διά των ρακών των ταινιών άπερ εναπέμειναν αυτοίς αντί ιματισμού»…

 

Στην Αθήνα, ύστερα από την παραπάνω έκκληση, οι υπουργοί Εσωτερικών και Οικονομικών, Α. Κουμουνδούρος και Σ. Σωτηρόπουλος, κατέθεσαν τον Μάρτιο του 1871 νομοσχέδιο «περί συνδρομής δραχμ. 20.000 υπέρ των λιμωττόντων κατοίκων της νήσου Κύπρου», από ειδικό κεφάλαιο του προϋπολογισμού του 1871. Το νομοσχέδιο εγκρίθηκε από τη Βουλή ως κατεπείγον. Όπως σχολίαζαν οι αθηναϊκές εφημερίδες, η εισφορά ήταν μικρή, «απέναντι λαού ομοφύλου και ομοδόξου», και «πασχόντων ομογενών και αδελφών», όμως και τα οικονομικά προβλήματα που αντιμετώπιζε η «πτωχή και δεινώς δυσπραγούσα Ελλάς» ήταν μεγάλα. Ήταν, ακριβώς πενήντα χρόνια ύστερα από το 1821, η πρώτη οικονομική εισφορά της Ελλάδας στην Κύπρο. Μέσα στον εφιάλτη του λιμού, αρχίζει να ιχνογραφείται η φαντασιακή εικόνα – καταφυγή, προστασία και στήριγμα – της «στοργικής μάνας»…

 

Πέτρος Παπαπολυβίου