Γυναίκες και πολιτική

Οι γυναίκες ψηφίζουν κατά λάθος

Image

Το 1904 στο Βερολίνο της Γερμανίας ιδρύθηκε η Διεθνής Συμμαχία Γυναικών με στόχο, μεταξύ άλλων, τη θέσπιση του δικαιώματος ψήφου στις γυναίκες. Λίγες δεκαετίες νωρίτερα σε δύο βρετανικές αποικίες, στη νήσο του Μαν το 1881 (31/01/1881) και στη Νέα Ζηλανδία το 1893 (19/09/1893), οι γυναίκες που κατείχαν ιδιοκτησία απέκτησαν το δικαίωμα ψήφου. Το παράδοξο είναι πως στη Βρετανία το δικαίωμα ψήφου στις γυναίκες δόθηκε μετά από πολύχρονους αγώνες το 1918 (06/02/1918). Επιγέννημα του ξεσπάσματος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου ήταν πως κατά τη διάρκεια του μεσοπολέμου αρκετές μεγάλες δυτικές δυνάμεις έδωσαν δικαίωμα ψήφου στις γυναίκες, με ηχηρές εξαιρέσεις τη Γαλλία, Ελλάδα και Ελβετία. Στην Ελλάδα ψήφισαν για πρώτη φορά οι μορφωμένες γυναίκες άνω των 30 ετών στις Δημοτικές εκλογές του Φεβρουαρίου 1934 (11/02/1934), σε ξεχωριστά ωστόσο εκλογικά τμήματα. Η καθολική γυναικεία ψήφος θεσπίστηκε το 1952 και στις 18 Ιανουαρίου 1953 ψήφισαν για πρώτη φορά οι Ελληνίδες στις αναπληρωματικές εκλογές του Νομού Θεσσαλονίκης.

 Βλέπε λήμμα: Γυναίκες και Πολιτική

 

Στις 5 Ιουνίου 1905 (05/06/1905, 18/06/1905) οι Κύπριες συμμετείχαν για πρώτη φορά σε ψηφοφορία με στόχο την ανάδειξη Εκπαιδευτικής Επιτροπής Λευκωσίας.  Ένα από τα προβλήματα που προέκυψαν κατά τη διάρκεια του Αρχιεπισκοπικού ζητήματος (1900-1910), δηλαδή της διαμάχης ανάμεσα στους Κιτίου και Κυρυνείας Κύριλλο με επίκεντρο τη διαδοχή του αρχιεπισκοπικού θρόνου, ήταν πως ελλείψει Αρχιεπισκόπου, δεν ήταν δυνατή η διεξαγωγή εκλογών για την Εκπαιδευτική Επιτροπή Λευκωσίας. Ο λόγος ήταν πως υπό κανονικές συνθήκες προήδρευε ο Αρχιεπίσκοπος, ωστόσο ο αρχιεπισκοπικός θρόνος ήταν κενός. Οι δύο παρατάξεις που προέκυψαν από το Αρχιεπισκοπικό ζήτημα, οι επονομαζόμενοι κιτιακοί και κυρηνειακοί, αναλώθηκαν σε έναν πολύχρονο και πολυέξοδο δικαστικό αγώνα, αποσκοπώντας στον έλεγχο των εκπαιδευτηρίων της πρωτεύουσας και τη νομική εκπροσώπηση της Αρχιεπισκοπής. Το ζήτημα επιλύθηκε προσωρινά, με τη ψήφιση του εκπαιδευτικού νόμου τον Απρίλιο του 1905 με τον οποίο παραχωρείτο δικαίωμα ψήφου σε κάθε «ένδημο φορολογούμενο», δηλαδή σε όποιον πλήρωνε επιτηδευματικό ή κτηματικό φόρο. Να σημειωθεί ότι μέχρι τότε στις εκπαιδευτικές εκλογές ψήφιζαν όλοι οι άρρενες κάτοικοι. Ωστόσο, λόγω μιας απροσεξίας των νομικών της τοπικής κυβέρνησης, δεν έγινε η διευκρίνιση πως δικαίωμα ψήφου είχαν αποκλειστικά οι άνδρες. Έτσι, με τη διατύπωση του νέου νόμου απέκτησαν δικαίωμα ψήφου 900 και πλέον γυναίκες στη Λευκωσία, οδηγώντας σε μια πρωτοποριακή φεμινιστική κατάκτηση. Οι φορολογούμενες Λευκωσιάτισσες κλήθηκαν να ψηφίσουν στις εκλογές στις 18 Ιουνίου 1905 για ανάδειξη Εκπαιδευτικής Επιτροπής. Οι εκλογές κατέληξαν σε φιάσκο καθώς και οι δύο παρατάξεις θεώρησαν ότι είχαν νικήσει και η υπόθεση οδηγήθηκε τελικά στα δικαστήρια. Ωστόσο, οι Κύπριες απέκτησαν αν και προσωρινά, δικαίωμα ψήφου, λίγους μήνες πριν τη δημόσια εμφάνιση των σουφραζέτων της Έμελιν Πάνκχερτ στην Αγγλία. Λίγους μήνες αργότερα, η Βουλή περιόρισε το δικαίωμα ψήφου μόνο στους άνδρες.

 

Οι Κύπριες γυναίκες, μολονότι ψήφισαν στο Ενωτικό Δημοψήφισμα του 1950 (15-22/01/1950), το δικαίωμα ψήφου κατοχυρώθηκε οριστικά με τη δημιουργία της ανεξάρτητης Κυπριακής Δημοκρατίας. Επίσημα, ψήφισαν για πρώτη φορά στις προεδρικές εκλογές στις 13 Δεκεμβρίου 1959. Η πρώτη Κύπρια βουλευτής που εξελέγη προέρχεται από την τουρκοκυπριακή κοινότητα και πρόκειται για την Αϊλά Κιαζίμ το 1963  στις 25 Οκτωβρίου 1963, ενώ η πρώτη Ελληνοκύπρια εκλεγείσα ήταν η Ρήνα Κατσελή το 1981 στις 24 Μαϊου 1981. Η πρώτη Κύπρια υπουργός υπήρξε η Στέλλα Σουλιώτη.

 

Πηγή

 

Γεωργία Ανδρονίκου (επιμ.), Πενήντα χρόνια κυπριακού κοινοβουλίου - Οι αντιπρόσωποι του λαού. Λευκωσία, 2010.

 

Κριστίν Λίντοπ, Australia and New Zealand. Οξφόρδη, 2008.

 

Πέτρος Παπαπολυβίου, «Η ψήφος των γυναικών στην Κύπρο», Ο Φιλελεύθερος, 14 Μαρτίου 2015.

Φώτο Γκάλερι

Image