Καβάφης Κωνσταντίνος

Ο Αλεξανδρινός ποιητής

Image

Ένας από τους μεγαλύτερους Νεοέλληνες ποιητές. Από Κωνσταντινουπολίτικη καταγωγή, γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου στις 29 Απριλίου 1863, ένατο παιδί στην οικογένειά του. Έζησε τα παιδικά του χρόνια στην Αλεξάνδρεια και, αργότερα, εξαιτίας οικογενειακών περιπετειών, για αρκετά χρόνια στην Αγγλία και στην Κωνσταντινούπολη. Τελικά εγκαταστάθηκε ξανά στην Αλεξάνδρεια, όπου έζησε σχεδόν ασάλευτη ζωή από το 1885 ως το θάνατό του στις 29 Απριλίου 1933. Ο Καβάφης μελέτησε πολύ την ελληνική και την ξένη λογοτεχνία, την ιστορία — ιδιαίτερα την ελληνιστική και την ελληνορωμαϊκή — και ήξερε άριστα την αγγλική και την γαλλική και σε μεγάλο βαθμό την ιταλική γλώσσα. Ο Καβάφης υπήρξε ποιητής ιδιότυπος και πρωτότυπος. Παραμερίζοντας τον λυρισμό και τον πατριωτισμό, που κυριαρχούσαν στην ποίηση της εποχής του, εισήγαγε σ' αυτήν τα ατομικά αισθήματα του ανθρώπου, την τραγικότητα της ζωής, την αμφιβολία, τον σκεπτικισμό, την απαισιοδοξία και τον διδακτισμό. Το πολύ ανθρώπινο στοιχείο, η αγωνία του ανθρώπου, η δραματική σύλληψη της ζωής, δοσμένα με λιτότητα, συντομία, επιγραμματικότητα, παραστατικότητα και υποβλητικότητα, με μια ιδιότυπη γλώσσα και μια πεζολογία που κάμνει την ποίησή του «μόλις λίγη έξαρση πάνω από την καθημερινή ομιλία», συγκροτούν ένα ποιητικό λόγο που κέρδισε την αναγνώριση όχι μόνο στον χώρο της ελληνικής ποίησης αλλά και στον παγκόσμιο. Το έργο του Καβάφη κερδίζει συνεχώς θαυμαστές και μιμητές και διδάσκεται σε πολλά Πανεπιστήμια του κόσμου.

 

» Βλέπε Λήμμα: Καβάφης και Κύπρος

 

Βιογραφία

Το επίθετο «Καβάφης», σημαίνει «πωλητής ή κατασκευαστής υποδημάτων δεύτερης ποιότητας» και προέρχεται από την τουρκική λέξη Kavaf, που σημαίνει «παπουτσής». Ο Γ. Κορδάτος, γράφει πως ο γενάρχης των Καβάφηδων καταγόταν από τα ασιατοπερσικά σύνορα και είχε μέσα του αίμα περσικό, κατά την ανιψιά του Κ. Καβάφη Ελένη Coletti, κόρη του αδερφού του Αλέξανδρου.

Στο σπίτι που μεγάλωσε ο Καβάφης, είχε Γάλλο παιδαγωγό, Αγγλίδα γκουβερνάντα, Ιταλό αμαξά, Αιγύπτιο ιπποκόμο και 4-5 Έλληνες υπηρέτες! Τα έπιπλά του, τ’ αμάξια, τ’ ασημικά, τα γυαλικά ήταν με σπάνιο λούσο. Ο πατέρας του όμως, πέθανε το 1870 αφήνοντας πολύ μικρή περιουσία στην οικογένειά του, καθώς ξόδευε τα περισσότερα χτήματα που κέρδιζε από το εμπόριο, για να φαίνεται «τρανός και μεγάλος» (Γ. Κορδάτος).

Το 1872, η οικογένεια του Κ. Καβάφη μετακινείται στο Λίβερπουλ της Αγγλίας όπου ο ποιητής πραγματοποιεί μεγάλο μέρος των εγκύκλιων και των γυμνασιακών σπουδών του. Το 1876, ο οικογενειακός εμπορικός οίκος διαλύθηκε. Το 1878, ο Καβάφης επιστρέφει οικογενειακώς στην Αλεξάνδρεια και στο χρονικό διάστημα που μεσολαβεί μέχρι την εγγραφή του στην εμπορική σχολή «Λύκειο Ερμής» (1881), συμπληρώνει τα αναγνώσματά του στις βιβλιοθήκες της αιγυπτιακής πόλης.

 

Το 1882 η εξέγερση και οι ταραχές στην Αλεξάνδρεια, αναγκάζουν την οικογένεια να καταφύγει στην Κωνσταντινούπολη, όπου μένει στο σπίτι του Γεωργάκη Φωτιάδη (παππού του Κων/νου Καβάφη). Στην Πόλη, σύμφωνα με τη Ρίκα Σεγκοπούλου εκδηλώνεται για πρώτη φορά η ομοφυλοφιλία του Καβάφη, ο οποίος αρχίζει να γράφει ποιήματα και πεζά, κάποια απ’ αυτά στα αγγλικά.

Το 1885 ο Καβάφης με τη μητέρα του και δύο αδελφούς του επιστρέφει στην Αλεξάνδρεια. Εργάζεται αρχικά ως δημοσιογράφος και έπειτα ως μεσίτης στο Χρηματιστήριο Βάμβακος. Το 1889 εργάζεται ως άμισθος υπάλληλος της Υπηρεσίας Αρδεύσεων, με Άγγλους προϊσταμένους και το 1892 προσλαμβάνεται ως έκτακτος γραφέας. Από το 1899 ως το 1903, χάνει τη μητέρα του και δύο αδέλφια του. Το 1901, επισκέφθηκε για πρώτη φορά την Αθήνα και το 1903 για δεύτερη. Από τις αρχές της δεκαετίας του 1910, αρχίζει να γράφει τα περισσότερα ποιήματά του. Το 1922 κι ενώ είχε φτάσει στον βαθμό του Υποτμηματάρχη, παραιτήθηκε από την Υπηρεσία Αρδεύσεων για να αφοσιωθεί απερίσπαστος στην ποίηση. Το 1932, πάσχοντας από καρκίνο του λάρυγγα, ήρθε στην Αθήνα όπου υποβλήθηκε σε τραχειοτομία. Παρέμεινε 4 μήνες και γνωρίστηκε με πολλούς Έλληνες λογοτέχνες.

 

 

Το έργο του 

 Ο Κωνσταντίνος Καβάφης, έγραφε ποιήματα και πεζά. Το ποιητικό του έργο, αποτελείται από 270 ποιήματα, που χωρίζονται σε τρεις ενότητες: τα «Αναγνωρισμένα», τα «Αποκηρυγμένα» και τα «Κρυμμένα». Υπάρχουν επίσης 30 «Ατελή» ποιήματα. Τα «Αναγνωρισμένα», είναι συνολικά 154 ποιήματα. 153 από αυτά εξέδωσε ο ίδιος όσο ζούσε και ένα, το «Εις τα Περίχωρα της Αντιοχείας», συμπεριλήφθηκε στην πρώτη συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων του (1935), σε επιμέλεια της Ρίκας Σεγκοπούλου και χαρακτικά του Τάκη Καλμούχου. Το 1963, τα ποιήματα αυτά εκδόθηκαν σε δύο τόμους από τον Γ. Π. Σαββίδη.

Ο ίδιος, επιμελήθηκε την έκδοση των «Ανέκδοτων» ποιημάτων του Καβάφη (νέα έκδοση το 1993 με τίτλο «Κρυμμένα Ποιήματα»). Πρόκειται για ποιήματα που διασώθηκαν στο αρχείο του Καβάφη. 

 

» Βλέπε Λήμμα: Τα ποιήματα του Καβάφη


Το 1983, κυκλοφόρησαν τα «Αποκηρυγμένα» ποιήματα του Καβάφη. Αυτά, ο ίδιος τα αποκήρυξε ή τα ξανάγραψε. Τέλος, τα «Ατελή» ποιήματά του (ανέκδοτα ποιητικά σχεδιάσματα) κυκλοφόρησαν το 1994 με τη φιλολογική επιμέλεια της Renata Lavagnini.

 

 Ο Καβάφης άρχισε να γράφει ποιήματα από το τέλος του 19ου αιώνα. Αρχικά ήταν άγνωστος. Είχε πολύ λίγους φίλους, στους οποίους μοίραζε τυπωμένους στίχους του. Μερικά από τα πρώτα του ποιήματα είχαν δημοσιευθεί σε περιοδικά. Σιγά σιγά απόχτησε και μερικούς θαυμαστές.

 

Ο Τίμος Μαλάνος που τον γνώρισε από κοντά, γράφει ότι «ήταν κλειστός τύπος και ότι του άρεσε να τον κολακεύουν» (Γ. Κορδάτος). Ο πρώτος που έγραψε επαινετική κριτική για τον Καβάφη, ήταν ο Γρηγόριος Ξενόπουλος, που τον γνώρισε όταν ο Αλεξανδρινός πρωτοήλθε στην Αθήνα. Η έκρηξη όμως της δημοφιλίας του Καβάφη, έγινε από το 1920 και έπειτα. Το περιοδικό «Βωμός», το 1919, ήταν από τα πρώτα που δημοσίευσε ποιήματα του Καβάφη και ακολούθησε το 1922 το περιοδικό «Μούσα». Οι περισσότεροι θαυμαστές του, ήταν νέοι λογοτέχνες. Τέλλος Άγρας, Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος, Ελένη Ουράνη (Άλκης Θρύλος) και Ναπολέων Λαπαθιώτης.

Τα ποιήματά του έγιναν της μόδας και διαβάζονταν με πάθος και υστερία στα σαλόνια και τα γραφεία των εφημερίδων. Από τους καταξιωμένους λογοτέχνες, ο Μιλτιάδης Μαλακάσης, δεν έκρυβε τον θαυμασμό του για τον Καβάφη.

 

Οι επικριτές 

Ωστόσο, γύρω στο 1923-1924 άρχισαν να εμφανίζονται και πολέμιοι του Καβάφη. Ο Γιάννης Ψυχάρης (περιοδικό «Κριτική και Τέχνη»), ο Φώτος Πολίτης (εφημερίδα «Πολιτεία») και, κυρίως, ο Κωστής Παλαμάς, έγραψαν ιδιαίτερα καυστικά και αρνητικά σχόλια για την ποίηση του Αλεξανδρινού, ξεπερνώντας κάποιες φορές κάθε όριο…

Ο Παλαμάς, με φανερές επιρροές από την Επτανησιακή Σχολή, πρωτοστάτης στην καθιέρωση της δημοτικής και δηλωμένος βενιζελικός. Με επιρροές από τη Φαναριώτικη Σχολή, καθαρευουσιάνος και με στοιχεία ξεπεσμένου αριστοκράτη ο Καβάφης (Κ. Αρκουδέας). Κοινωνικός και οικογενειάρχης ο Παλαμάς, εσωστρεφής και ομοφυλόφιλος ο Καβάφης.
Δεν άργησε να υπάρξει, ένας ακόμα διαχωρισμός, λογοτεχνικός αυτή τη φορά, σε παλαμικούς και καβαφικούς. Οι παλαμιστές, με…έδρα την Αθήνα, ήταν πολυπληθέστεροι, ενώ οι καβαφιστές είχαν…έδρα την Αλεξάνδρεια και ήταν σαφώς λιγότεροι.

Οι παλαμιστές παρωδούσαν τα ποιήματα του Καβάφη με απαράδεκτα υπονοούμενα. Ο Γ. Ψυχάρης, τον χαρακτήρισε «καραγκιόζη της δημοτικής» (!). Ο Γ. Θεοτοκάς, έλεγε πως σε δικογραφία διαζυγίου, υπήρχε περισσότερη «ψυχή» απ’ ότι σε ολόκληρο το καβαφικό έργο. Οι καβαφικοί χαρακτήριζαν τον Παλαμά πομπώδη και φλύαρο.


Δεν έλειψαν και τα «χτυπήματα» κάτω απ’ τη μέση. Τρεις «παλαμιστές», παρέσυραν τον Αλέκο Σεγκόπουλο, ομιλητή σε διάλεξη για τον Καβάφη – και μετέπειτα κληρονόμο της περιουσίας και του έργου του – σε χαμαιτυπείο της Αλεξάνδρειας λίγο πριν την έναρξη της διάλεξης, τον μέθυσαν και στη διάρκεια της ομιλίας, ο Σεγκόπουλος αρχικά έχασε τα λόγια του και έπειτα άρχισε να απαγγέλλει με αξιοθρήνητο τρόπο τα ποιήματα του Καβάφη, αναγκάζοντας πολλούς από το ακροατήριο να αποχωρήσουν με έντονες διαμαρτυρίες (Κ. Αρκουδέας).

Τι έλεγαν όμως ο ένας για τον άλλο;
«Είναι ο δεύτερος ποιητής της Ελλάδας», έλεγε ο Καβάφης για τον Παλαμά.
«Ποιητής ο Καβάφης; Δεν ξέρω. Για ρεπορτάζ από τους αιώνες μοιάζουνε τα γραφτά του. Σκίτσα ιδεών, που πάνε να γίνουν καλά τραγούδια, αλλά παραμένουν ημιτελή σχεδιάσματα».
«Απόστημα της λογοτεχνίας μας, γι’ αυτό και πρέπει να αποκοπεί», γράφει για τον Καβάφη ο Γ. Κορδάτος στην «Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας» και συνεχίζει: «Πιστεύω πως θα’ ρθει καιρός που ο Καβάφης θα ξεχαστεί, όπως ξεχάστηκαν ο Αχ. Παράσχος και άλλοι ποιητές, που είχαν μεγάλη δημοσιότητα».  Ωστόσο 60 χρόνια αργότερα, ο Καβάφης όχι μόνο δεν έχει ξεχαστεί αλλά έχει πάρει, δίκαια κατά την άποψή μας, μια θέση ανάμεσα στους κορυφαίους Ευρωπαίους ποιητές του 20ου αιώνα.

 

Για το έργο του, ο Καβάφης τιμήθηκε με τον «Φοίνικα» το 1926, από την κυβέρνηση Θ. Πάγκαλου. Με το ίδιο βραβείο, τιμήθηκε την ίδια χρονιά και μια…Ισπανίδα χορεύτρια, η Αουρέα!
Ο Παλαμάς έγινε μέλος της Ακαδημίας Αθηνών και διετέλεσε μάλιστα πρόεδρός της (1930). Ο Καβάφης, ίσως και λόγω του ότι διέμενε στην Αλεξάνδρεια, δεν έγινε ποτέ μέλος του Ανώτατου Πνευματικού Ιδρύματος της χώρας, το οποίο να θυμίσουμε ότι ιδρύθηκε το 1926.

Για το βραβείο Νόμπελ λογοτεχνίας, δεν προτάθηκε ποτέ από κανένα ο Καβάφης. Βέβαια, πολλοί λογοτέχνες που επηρεάστηκαν από αυτόν ήταν υποψήφιοι τα επόμενα χρόνια.
Αντίθετα ο Παλαμάς, ήταν αρκετές φορές υποψήφιος για το Νόμπελ Λογοτεχνίας μεταξύ 1926 και 1940. Ποτέ  όμως δεν το πήρε. Ένας από αυτούς που πολέμησαν την υποψηφιότητά του ήταν ο Ψυχάρης που προσδοκούσε να το πάρει εκείνος! Τελικά, όπως ξέρουμε, δεν το πήρε κανένας από τους δύο…

 

Μια κριτική 

Το σπίτι του κ. Καβάφη, βρισκόταν σε κακόφημη συνοικία της Αλεξάνδρειας. Στο ισόγειό του, λειτουργούσε ένας οίκος ανοχής, στη γωνία η Ιερά Πατριαρχική Μονή του Αγίου Σάββα και ακριβώς απέναντι το ελληνικό νοσοκομείο.


«Πού αλλού θα βρισκόμουν καλύτερα, παρά ανάμεσα στα τρία κέντρα της ύπαρξης; Τα σπίτια της αμαρτίας, την εκκλησία που τις συγχωρεί και το νοσοκομείο όπου πεθαίνεις», έλεγε ο ίδιος (Κ. Αρκουδέας).

 

Στο σπίτι αυτό, τον συνάντησαν εξέχουσες πνευματικές, και όχι μόνο, προσωπικότητες. Ο «πατέρας» του φουτουρισμού T. F. Marinetti, ο A. Maurois, ο Ν. Καζαντζάκης, ο Ν. Λαπαθιώτης, η Μυρτιώτισσα, ο Κ. Ουράνης, η Μ. Κοτοπούλη κ.ά.

Η πλέον καθοριστική απ’ όλες τις γνωριμίες του Καβάφη, ήταν αναμφίβολα με τον Άγγλο μυθιστοριογράφο E. M. Forster, που ξεκίνησε το 1916. Το 1919, ο Forster, θαυμαστής και πιστός φίλος του Καβάφη στη συνέχεια, δημοσίευσε στο περιοδικό «Athenaeum» το δοκίμιο με τίτλο «Η Ποίηση του Κ. Π. Καβάφη», το οποίο συνοδευόταν από μεταφράσεις ποιημάτων του Αλεξανδρινού από τον Γ. Βαλασσόπουλο στα αγγλικά. Με το δοκίμιο αυτό, ο αγγλόφωνος κόσμος ήρθε για πρώτη φορά σε επαφή με την ποίηση του Κ. Καβάφη.

 

Τα πρώτα ποιήματα του Καβάφη, που γράφτηκαν τη δεκαετία του 1880 και μερικά που γράφτηκαν τη δεκαετία του 1890, είναι επηρεασμένα από τον φαναριώτικο ρομαντισμό. Από τις αρχές της δεκαετίας του 1890, ο Καβάφης αρχίζει να επηρεάζεται από τον παρνασσισμό και τον συμβολισμό.

Ωστόσο, η ημερομηνία-σταθμός για την ποίηση του Καβάφη, θεωρείται το 1911. Ήδη από τις αρχές του 20ου αιώνα, η ποίησή του αποκρυσταλλώνεται σ’ ένα ιδιότυπο ποιητικό ρεαλισμό.
Μετά από μια συστηματική φιλολογική αναθεώρηση, ο Καβάφης απέρριψε όσα ποιήματα της μέχρι τότε δημιουργίας του δεν ανταποκρίνονται στο ποιητικό του ιδεώδες. Ο ίδιος ο Καβάφης, «χώριζε» τα ποιήματά του σε τρεις περιοχές: τη φιλοσοφική (ή της σκέψης), την ιστορική και την ηδονική (ή αισθητική) (Αντώνης Δεσποτίδης, στο «Λεξικό Νεοελληνικής Λογοτεχνίας»).

Τα ερωτικά ποιήματα του Καβάφη, δεν είναι πολλά. Πρώτο χρονικά, είναι «Τα Επικίνδυνα» (1911). Στα επόμενα χρόνια, η ερωτική ποίησή του, γίνεται πιο τολμηρή. Γνωστότερα από αυτά τα ποιήματα είναι: «Ομνύει», «Εν τη Οδώ…», «Ηδονή», «Θυμήσου, Σώμα…», «Να Μείνει», «Ο Ήλιος του Απογεύματος», «Η Αρχή των», «Πριν τους Αλλάξει ο Χρόνος», «Μέρες του 1908», «Το Διπλανό Τραπέζι» κ.ά.

Τα ποιήματα ωστόσο που έκαναν γνωστό τον Καβάφη είναι τα ιστορικά. Είχε μελετήσει τον Βρετανό ιστορικό Gibbon και με τα ποιήματα αυτά, δεν προσπαθούσε ν’ αποδράσει από την ασφυκτική πραγματικότητα αλλά να προβάλει μια πιο αντικειμενική προβολή των προβλημάτων της εποχής του (Αντώνης Δεσποτίδης).

Ο Γ. Κορδάτος, που είναι ιδιαίτερα επικριτικός προς τον Καβάφη, γράφει ότι έγινε γνωστός κυρίως μετά το 1922 και τη μικρασιατική καταστροφή, καθώς «απηχούσε το πνεύμα της απαισιοδοξίας και τις ιδέες της παρακμής». Συνεχίζει, γράφοντας ότι «ορισμένα ποιήματά του εκφράζουν την πίκρα που αισθανόταν για τον ξεπεσμό του και το μίσος ενάντια στους νεόπλουτους».

Προς επίρρωση των όσων γράφει, παραθέτει την άποψη της ανιψιάς του Καβάφη Ελένης Coletti: «Είχε το κόμπλεξ της χαμένης περιουσίας. Αισθανόμενος ξεπεσμένος στην κοινωνία του, αντιδρούσε θυμίζων στους άλλους εκείνο που ήσαν άλλοτε οι δικοί του».

Όπως αναφέραμε, ο πρώτος που έγραψε μελέτη για τον Καβάφη, ήταν ο Τίμος Μαλάνος που τον γνώριζε προσωπικά. Η μελέτη είχε τίτλο «Ο Ποιητής Κ. Π. Καβάφης» (Αθήνα 1933). Δυο χρόνια αργότερα, εμπλουτίστηκε και κυκλοφόρησε στην Αλεξάνδρεια με τον τίτλο «Ο ποιητής Κ. Καβάφης – Συμπληρωματικά Σχόλια». Ορόσημο για το έργο του Καβάφη, θεωρείται η μελέτη του Στρατή Τσίρκα «Ο Καβάφης και η Εποχή του» (1958). Από τη δεκαετία του ’70, το κριτικό ενδιαφέρον για τον Καβάφη αυξάνεται διαρκώς. Έλληνες και ξένοι μελετητές (Γ. Δάλλας, Σ. Ιλίνσκαγια, Ξ. Κοκόλη, Μ. Πιερής, Δ. Δασκαλόπουλος, D. Haas,  R. Lavagnini  κ.ά.) επιχείρησαν νέες αναλύσεις και προσεγγίσεις του έργου του.

Μπορεί στην ποίηση του Καβάφη, να μην υπάρχει ολόκληρη βιοθεωρία και πολιτικό σύστημα, όπως έγραφε ο Γ. Βρισιμιτζάκης το 1927 («Οι Κύκλοι της Κολάσεως του Δάντη στην ποίηση του Καβάφη» και «Η Πολιτική του Καβάφη») ή να ήταν υπερβολικός ο Γιάγκος Πιερίδης, όταν έδινε διαλέξεις μιμούμενος τον τόνο της φωνής και τις κινήσεις του Καβάφη, ωστόσο κανείς άλλος Νεοέλληνας ποιητής, δεν επηρέασε τόσο πολύ σύγχρονους αλλά και μεταγενέστερους ομότεχνούς του. Χαρακτηριστική, είναι η έκδοση του Πανεπιστημίου Πατρών «Ελληνικά Καβαφογενή ποιήματα» (1909-2001), ανθολογία σε επιμέλεια Δ. Δασκαλόπουλου (2003), που περιλαμβάνει 188 ελληνικά καβαφογενή ποιήματα.


Εγραψαν για τον Καβάφη

(Το έργο του Καβάφη είναι) «ένα και μόνο ποίημα εν προόδω – ένα «work in progress» - που το τερματίζει ο θάνατος» (Γ. Σεφέρης).

«Χωρίς αμφιβολία ο Καβάφης είναι ένας μοναδικά ιδιότυπος ποιητής. Ασεβής σε όλα, από τη μορφή ίσαμε την ουσία…Το περιεχόμενο αυτής της ποίησης είναι σχεδόν ένα επεισόδιο ιστορικό ή προσωπικό του ποιητή – κι αυτό το τελευταίο συχνά σε δεύτερο ή τρίτο πρόσωπο, άρα απρόσωπο. Κι αυτό το επεισόδιο περιγράφεται ή σκηνοθετείται χωρίς λυρική έξαρση, χωρίς πάθος, μια χρονογραφική ξηρότητα. Δεν φαίνεται να βγαίνει από την καρδιά παρά από το μυαλό»

(Κ. Βάρναλης).

«Ο Καβάφης είναι από τα τελευταία άνθη ενός πολιτισμού. Με διπλά ξεθωριασμένα φύλλα, με μικρό ασθενικό κοτσάνι, δίχως σπόρο. Έχει όλα τα τυπικά χαρακτηριστικά ενός εξαιρετικού ανθρώπου της παρακμής – σοφός, ειρωνικός, ηδονικός, γόης, γιομάτος μνήμη. Ζει σαν αδιάφορος σαν θαρραλέος» (Ν. Καζαντζάκης, μετά τη συνάντησή του με τον Καβάφη).

«Είναι αδύνατος, χλομός, με μαλλιά γκρίζα και πυκνά, πολύ πυκνά. Μα εκείνο που κρατά την προσοχή σου όλη είναι τα μάτια του, τα δυο παμμέγιστα, παράξενα, αινιγματικά του μάτια. Δυο τέτοια μάτια κανείς μας ποτέ δεν θα τα ιδεί σ’ άλλον άνθρωπο, απλούστατα γιατί δεν είναι μάτια σημερινού ανθρώπου» (Μυρτιώτισσα, μετά τη συνάντησή της με τον Καβάφη).


Κλείνοντας, αναφέρουμε όσα είπε ο ποιητής Γκοκαρίνης (για τον οποίο δεν βρήκαμε κάποιο άλλο στοιχείο), σε συνέντευξή του στον «Ταχυδρόμο» της Αλεξάνδρειας το 1924: «Ο Παλαμάς είναι μεγάλος λυρικός ποιητής. Μα του Καβάφη δεν του αρέσει η λυρική ποίηση. Η πολλή λυρική, η ενθουσιώδης ποίηση, δεν τον ελκύει. Και ο Παλαμάς έχει πολλές εξάρσεις…»

 

 

Πηγές:

  1. Μεγάλη Κυπριακή Εγκυκλοπαίδεια
  2. Πρώτο θέμα: Κωνσταντίνος Καβάφης. Θαυμαστές και αντίπαλοι του

Φώτο Γκάλερι

Image
Image
Image
Image
Image