Καποδίστριας Ιωάννης

Ο πρώτος Κυβερνήτης της Ελλάδας

Image

Ο Ιωάννης Καποδίστριας ήταν ο πρώτος κυβερνήτης του νέου ελληνικού κράτους που σχηματίστηκε κατά τη διάρκεια της ελληνικής επανάστασης του 1821. Γεννήθηκε στην Κέρκυρα στις 11 Φεβρουαρίου 1776 και πέθανε στις 9 Οκτωβρίου 1831. Καταγόταν από παλαιά οικογένεια της Ιστρίας που είχε εγκατασταθεί στην Κέρκυρα τον 14ο αιώνα και η οποία στα τέλη του 17ου αιώνα είχε συγκαταλεχθεί μεταξύ των ευγενών, γι' αυτό και έφερε τον τίτλο του κόμητα. Από την πλευρά εξ άλλου της μητέρας του Αδαμαντίνης αναφέρεται πως καταγόταν από την κυπριακή μεσαιωνική οικογένεια Γονέμη.

 

 

Σπούδασε ιατρική, αλλά πολύ λίγο ασχολήθηκε με το ιατρικό επάγγελμα. Από το 1800 αφιερώθηκε στην πολιτική, πρώτα στα Επτάνησα και από το 1809 στη Ρωσία, όπου ανέλαβε υπηρεσία στο υπουργείο Εξωτερικών. Το 1815 διορίστηκε από τον τσάρο Αλέξανδρο Α' υπουργός Εξωτερικών μαζί με τον κόμητα Νέσσελροδ. Το 1817 του προτάθηκε από τη Φιλική Εταιρεία να αναλάβει την ηγεσία της, αλλά πιστεύοντας πως οι διεθνείς συγκυρίες και το διπλωματικό κλίμα που επικρατούσε τότε στην Ευρώπη μετά το Συνέδριο της Βιέννης και την ίδρυση της Ιερής Συμμαχίας και στη συνέχεια της Πενταπλής Συμμαχίας δεν ευνοούσαν την έναρξη και την επιτυχή έκβαση μιας επανάστασης στην Ελλάδα, δεν αποδέχτηκε την πρόταση των Φιλικών. Όταν όμως άρχισε η επανάσταση του 1821 ο Καποδίστριας προσπάθησε να επηρεάσει τον τσάρο υπέρ των Ελλήνων και όταν αυτό, λόγω των αντιδράσεων του Μέττερνιχ και άλλων παραγόντων, δεν το πέτυχε στο βαθμό που επιθυμούσε, ζήτησε το 1822 απεριόριστη άδεια απουσίας και αποχώρησε από την ενεργό δράση. Πήγε τότε στην Ελβετία, απ' όπου συνέχισε να βοηθά την ελληνική επανάσταση επιστρατεύοντας τις φιλίες και γνωριμίες του καθώς και τη σημαντική επιρροή του στους ευρωπαϊκούς διπλωματικούς κύκλους. Εκεί πληροφορήθηκε την εκλογή του ως του πρώτου κυβερνήτη της Ελλάδας.

 

Τον Ιανουάριο του 1828 έφθασε στην Αίγινα και ανέλαβε τα νέα του καθήκοντα σε μια εποχή εξαιρετικά κρίσιμη τόσο από στρατιωτική όσο και από διπλωματική άποψη. Λίγους μόνο μήνες νωρίτερα είχε πέσει η Ακρόπολη των Αθηνών στα χέρια των Τούρκων, ο δε Ιμπραήμ με το στρατό του κατέστρεφε την Πελοπόννησο. Τον Ιούλιο του 1827 είχε υπογραφεί η Ιουλιανή Σύμβαση ανάμεσα στην Αγγλία, τη Γαλλία και τη Ρωσία για τη δημιουργία ενός αυτόνομου, αλλά υποτελούς στο σουλτάνο κράτους, η δε παρουσία του στόλου των τριών δυνάμεων στα νερά του Ναυαρίνου οδήγησε στην απροσδόκητη καταναυμάχηση του τουρκοαιγυπτιακού στόλου (8 Οκτωβρίου 1827) που επιτάχυνε τις εξελίξεις για την επίλυση του ελληνικού ζητήματος.

 

Η παρουσία του Καποδίστρια, ενός διπλωμάτη διεθνούς κύρους και άδολου πατριώτη, τις κρίσιμες εκείνες ώρες αναπτέρωσε το ηθικό των Ελλήνων και τους ενίσχυσε στην τράπεζα των διαπραγματεύσεων για τη διεκδίκηση των εθνικών τους δικαίων. Ο Καποδίστριας πέραν των προσπαθειών που κατέβαλε για τη συγκρότηση μιας αποτελεσματικής και σύγχρονης διοίκησης, ενδιαφέρθηκε ταυτόχρονα για την αναζωπύρωση της επανάστασης και για την εξασφάλιση όσο το δυνατό καλύτερων όρων και ευρύτερων συνόρων για το υπό συζήτηση ελληνικό κράτος. Με τις δικές του προσπάθειες τελικά εξασφάλισε την ίδρυση ανεξάρτητου και όχι υποτελούς κράτους, αλλά με περιορισμένα σύνορα (Πρωτόκολλο Λονδίνου, Ιανουάριος 1830).

 

Από την πρώτη χρονιά της παρουσίας του στην Ελλάδα, οι ελπίδες όλων των υπόδουλων Ελλήνων αναπτερώθηκαν. Και οι Κύπριοι, που από αιώνες ζούσαν κάτω από τον εξουθενωτικό οθωμανικό ζυγό και που από το 1821 είχαν γνωρίσει έναν άνευ προηγουμένου κατατρεγμό, είχαν ελπίσει πως ο Καποδίστριας θα μπορούσε να βρει και γι' αυτούς έναν τρόπο να τους απαλλάξει από τα δεινά τους. Δεν ήταν η πρώτη φορά από τότε που άρχισε η ελληνική επανάσταση που οι Κύπριοι κατέστρωναν σχέδια και έκαμναν διαβήματα για την απελευθέρωσή τους. Αμέσως μετά τις σφαγές του 1821 (βλέπε λήμμα ελληνική επανάσταση και Κύπρος), τον Οκτώβριο του ίδιου έτους προσπάθησαν χωρίς αποτέλεσμα να συνάψουν ένα δάνειο 222.706 γροσιών από τους Υδραίους με σκοπό την οργάνωση εκστρατείας προς απελευθέρωση της Κύπρου. Στις 6 Δεκεμβρίου 1821 Κύπριοι κληρικοί και λαϊκοί που είχαν διαφύγει στο εξωτερικό μετά τις σφαγές του Ιουλίου, συναντήθηκαν στη Ρώμη και μετά στη Μασσαλία και με μια προκήρυξη που εξέδωσαν εξουσιοδότησαν τον αγωνιστή Νικόλαο Θησέα να συνάψει δάνειο με εγγύηση τα κυπριακά κτήματα για τη συγκρότηση εκστρατευτικού σώματος από 2.000 εθελοντές ή μισθοφόρους που θα αποστέλλονταν στην Ελλάδα και την Κύπρο. Ήρθαν μάλιστα σε συνεννόηση με έναν απόμαχο στρατηγό του Ναπολέοντα, τον κόμητα ντε Witz, που καταγόταν από το Μαυροβούνιο, κι έναν Άγγλο φιλέλληνα ονόματι Peacock, που προσπάθησαν, χωρίς επιτυχία πάλι, να συνάψουν ένα δάνειο 800.000 λιρών στο Λονδίνο. Τέλος από το 1825 μέχρι το 1827 με εισηγητή τον ενθουσιώδη Κύπριο αγωνιστή του 1821 Χαράλαμπο Μάλη προσπάθησαν να πείσουν την ελληνική κυβέρνηση να αναλάβει μιαν εκστρατεία για απελευθέρωση της Κύπρου ξεσηκώνοντας ταυτόχρονα επανάσταση των Αράβων του Λιβάνου και της Συρίας εναντίον των Τούρκων. Μια τέτοια επιχείρηση, αν αναλαμβανόταν, θα μπορούσε να είχε τα πιο απροσδόκητα αποτελέσματα. Οι αναφορές εκείνων που εστάλησαν για να μελετήσουν την κατάσταση που επικρατούσε στις δυο μεσανατολικές περιοχές μιλούσαν για έντονο αντιτουρκικό πνεύμα και επαναστατική διάθεση των κατοίκων, που αν αξιοποιείτο σωστά, θα μπορούσε να δημιουργήσει έναν ισχυρό αντιπερισπασμό των Τούρκων και Αιγυπτίων στην περιοχή, με σοβαρό αντίκτυπο και στις επιχειρήσεις για την Κύπρο και γενικά για την ελληνική επανάσταση. Η ελληνική κυβέρνηση θεώρησε το όλο σχέδιο ριψοκίνδυνο και δεν το υιοθέτησε. Μια επιχείρηση που αναλήφθηκε χωρίς την έγκρισή της πήρε διαφορετικό χαρακτήρα και τροπή και κατέληξε σε πλήρη αποτυχία.

 

Με την άφιξη του Καποδίστρια στην Ελλάδα οι Κύπριοι κάνουν ακόμη μια απόπειρα να στρέψουν το ενδιαφέρον του και προς την Κύπρο. Γι' αυτό με δυο επιστολές τους με ημερομηνία 19 Αυγούστου 1828, τη μια υπογραμμένη από τον αρχιεπίσκοπο Πανάρετο, τους επισκόπους και άλλους λαϊκούς, και την άλλη από τον Ανδρέα Σολομωνίδη, αφού διεκτραγωδούν τα δεινά στα οποία περιέπεσε η Κύπρος, τον παρακαλούν να δοθῇ  ἰατρός εἰς τάς πληγάς μας ὅπως οἶδεν ἡ βαθυτάτη πολιτική φρόνησίς Σου και εκφράζουν την πίστη - χωρίς να ξέρουν πόσες αντιδράσεις συναντούσε από την Αγγλία και τη Γαλλία που, αδικαιολόγητα, τον θεωρούσαν εκπρόσωπο της ρωσικής πολιτικής στην Ελλάδα - πως έχει τη δύναμη να το κάμει, διότι έχει βοηθούς τις ισχυρές και χριστιανικές δυνάμεις της Ευρώπης και την ικανότητα να βρίσκει πόρον εἰς τά ἄπορα. Αναφέρουν επίσης ότι έχουν εξουσιοδοτήσει τους Παύλο Βαλσαμάκη, Χαράλαμπο Μάλη και Δημήτριο Φραγκούδη να επιδώσουν τις επιστολές και να διεκτραγωδήσουν και προφορικά την κατάσταση. Δεν υπάρχουν σαφείς πληροφορίες για τη συνάντηση της κυπριακής αντιπροσωπείας με τον Καποδίστρια. Είναι βέβαιο ότι και ο Καποδίστριας επιθυμούσε ζωηρά να συμπεριληφθεί στα όρια του υπό ίδρυση ελληνικού κράτους τόσο η Κύπρος όσο και κάθε άλλη ελληνική περιοχή που βρισκόταν κάτω από τουρκικό ζυγό, όπως δήλωσε τον Οκτώβριο του 1827 στο Παρίσι, αλλά αναγκαζόταν από τις αποφάσεις των τριών Εθνοσυνελεύσεων και περισσότερο από την αδήριτο ανάγκη να περιορίσει τις ελληνικές διεκδικήσεις σ' όσες περιοχές είχαν πάρει μέρος στον ένοπλο αγώνα του 1821. Σύμφωνα μ' αυτή την αρχή η Κύπρος παρά το ολοκαύτωμα του Ιουλίου του 1821 και παρά τη συμμετοχή 580 περίπου Κυπρίων αγωνιστών στις επιχειρήσεις της ελληνικής επανάστασης στην Ελλάδα, μη έχοντας ξεσηκωθεί ένοπλα δεν μπορούσε να συμπεριληφθεί. Ακόμη μια απόπειρα των Κυπρίων, που έγινε το 1830, με την αποστολή στην Ελλάδα του Παύλου Αντώνιου Βοντιτσιάνου για να συναντήσει τον Καποδίστρια, δεν έφερε κανένα αποτέλεσμα (βλέπε και λήμμα ένωσις, η γένεση του ενωτικού ζητήματος).

 

Τον επόμενο χρόνο, στις 9 Οκτωβρίου 1831, εδολοφονείτο στο Ναύπλιο ο Ιωάννης Καποδίστριας, ο οποίος μέσα σε λιγότερο από τέσσερα χρόνια είχε θέσει τις βάσεις του νεοσύστατου ελληνικού κράτους με τις διεθνείς συμβάσεις για τα σύνορα και την ανεξαρτησία του και με τα πρώτα συστηματικά οργανωτικά βήματα στη διοίκηση, την οικονομία, την παιδεία και τη γεωργία. Είχε όμως ταυτόχρονα δημιουργήσει μιαν ισχυρή αντίδραση εναντίον του από μια μερίδα αγωνιστών λόγω της άρνησής του να επαναφέρει σε ισχύ το σύνταγμα της Τροιζήνας —ήταν ο ίδιος οπαδός της φωτισμένης δεσποτείας — αλλά και άλλων προσωπικών αντιθέσεων και δυσαρεσκειών, που οδήγησαν στην ανόσια δολοφονία του.

 

Β. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ