Αγία Νάπα

Image

Κωμόπολη  της επαρχίας Αμμοχώστου, στο νοτιοανατολικό τμήμα του νησιού, 40 μ. πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας. Ανακηρύχθηκε σε Δήμο στις 18 Απριλίου 1994. Αποτελεί σήμερα έναν απο τους  πιο σημαντικούς τουριστικούς προορισμούς στην Κύπρο.

Απέχει περί τα 16 χμ. από την Αμμόχωστο και περί τα 6 χμ. από το Παραλίμνι. Το νοτιοανατολικότερο ακρωτήρι της Κύπρου, το Ακρωτήρι Γκρέκο (Πηδάλιο), απέχει περί τα 8 χμ. από την Αγία Νάπα.

 

Γεωγραφία 

Η Αγία Νάπα θεωρείται μέρος της μεγάλης γεωγραφικής περιφέρειας, που εκτείνεται στο ΝΑ τμήμα του νησιού κι είναι γνωστή με το όνομα Κοκκινοχώρια. Τα άλλοτε εκτεταμένα δάση έπαψαν πια να υπάρχουν, εκτός από το δάσος της Αγίας Νάπας γύρω από το Κάβο Γκρέκο.

 

Ο αγροτικός χαρακτήρας του χωριού δέχεται μια συνεχή και ακατάσχετη πίεση από τις ποικίλες τουριστικές δραστηριότητες. Εξακολουθούν, σε μικρό βαθμό, να προβάλλουν λίγες δενδρώδεις καλλιέργειες οπωροφόρων, τα κηπευτικά, τα πρώιμα λαχανικά κάτω από χαμηλά θερμοκήπια, τα σιτηρά, τα εσπεριδοειδή και ιδιαίτερα οι πατάτες. Οι πατάτες, αν και δεν καλλιεργούνται στον ίδιο εντατικό  βαθμό όπως στα υπόλοιπα χωριά των Κοκκινοχωριών, εντούτοις καθιστούν εμφανή την παρουσία τους.

 

Το νερό, όπως και στα υπόλοιπα Κοκκινοχώρια, είναι ένας σοβαρός ανασταλτικός παράγοντας στην πάρα πέρα γεωργική ανάπτυξη της περιοχής. Όμως ο θόρυβος των λίγων μηχανών που ακατάπαυστα δουλεύουν να βγάλουν στην επιφάνεια λίγο νερό, οι λίγοι σκορπισμένοι ανεμόμυλοι που περιμένουν το φύσημα του ανέμου, οι διάφορες διασωληνώσεις και τα αρδευτικά συστήματα που χρησιμοποιούνται, είναι πιστές μαρτυρίες ενός αδυσώπητου αλλά σκληρού αγώνα, να συνεχιστεί η καλλιέργεια της λίγης καρπερής γης.

 

Η Αγία Νάπα με το σχετικά θερμό κλίμα της, επιδόθηκε από πολύ νωρίς στην καλλιέργεια των λαχανικών, πρώτα χωρίς τη χρήση των θερμοκηπίων κι αργότερα με τη χρήση χαμηλών πλαστικών θερμοκηπίων, στα οποία παράγονται ντομάτες, αγγουράκια κι άλλα πρώιμα λαχανικά.

 

Η γειτνίαση της Αγίας Νάπας με την ανοιχτή θάλασσα, συνέβαλε στην ανάπτυξη της αλιείας. Το λιμανάκι της, παρά τις τουριστικές επιδράσεις, είναι στην ουσία ψαρολίμανο. Εντυπωσιάζουν οι βραχίονες του αλιευτικού καταφυγίου, κατασκευασμένοι με τοπικό πέτρωμα, οι ποικιλόχρωμες βάρκες κι οι ψαροταβέρνες, που όλα μαζί δημιουργούν μια μικρή ιδιαίτερη γωνιά σ' ένα συνεχώς επεκτεινόμενο οικισμό.

 

Τουρισμός

 Εκείνο όμως που ιδιαίτερα ξεχωρίζει στην Αγία Νάπα κι είναι ίσως μοναδικό φαινόμενο σ' ολόκληρη την αγροτική Κύπρο, είναι η χωρίς προηγούμενο αλματώδης τουριστική ανάπτυξη. Η Κωμόπολη κυριολεκτικά ασφυκτιά μέσα από ξενοδοχεία, διαμερίσματα κι άλλα συναφή τουριστικά οικοδομήματα. Το ήπιο κλίμα της περιοχής, τα καθαρά γαλάζια νερά της θάλασσας, η λεπτόκοκκη άσπρη άμμος στις μικρές της αμμουδιές, η αγροτική γαλήνια ενδοχώρα της και ιδιαίτερα η απομόνωση της Αγίας Νάπας, σαγηνεύουν όχι μόνο τους ντόπιους επισκέπτες, μα και τους ξένους περιηγητές. Τα ακρογιάλια της Αγίας Νάπας είναι δανδελωτά, τα δε νερά της έχουν ένα γλυκό σμαραγδένιο χρώμα, κυρίως εξαιτίας των θαλασσινών φυτών, που φυτρώνουν τόσο άφθονα σ' αυτά. Ίσως ένας άλλος λόγος που συνέτεινε στην θεαματική ανάπτυξη της τουριστικής βιομηχανίας, είναι και η γνωριμία των ξένων περιηγητών με την τουριστική περιοχή της Αμμοχώστου, που βρίσκεται τώρα στο κατεχόμενο τμήμα του νησιού, λίγα μόνο χιλιόμετρα στα βόρεια.

 

Ουσιαστικά η τουριστική ανάπτυξη στην Αγία Νάπα άρχισε το 1972, χρονιά που προσφέρθηκαν στους περιηγητές 126 κλίνες. Μετά την τουρκική εισβολή, οι κλίνες άρχισαν να αυξάνονται. Συγκεκριμένα το 1975 ο αριθμός των κλινών ανήλθε στις 316, το 1978 στις 666, το 1980 στις 1.412, το 1982 στις 3.305 και στους πρώτους εννιά μήνες του 1983 στις 4.496. Συνεχίζεται δε ασταμάτητα η ανέγερση ξενοδοχείων και διαμερισμάτων.

 

Η Αγία Νάπα υφίσταται φοβερές πιέσεις και μεταμορφώσεις. Τα μικρά γραφικά σπίτια από πέτρες και πλιθάρι με τις παραδοσιακές αυλές, τα σπίτια με τις καμάρες, τα πηγάδια, τα αλακάτια και οι φούρνοι, τα παραδοσιακά καφενεία, οι στενοί δρόμοι, όλα συνεχώς εξαφανίζονται και τη θέση τους παίρνουν σύγχρονες οικοδομές, τουριστικά διαμερίσματα, καταστήματα, υπεραγορές και κέντρα διασκέδασης χτισμένα από μπετόν και τούβλα.

 

Ένα από τα αξιοθέατα της Αγίας Νάπας είναι το μοναστήρι της. Δίπλα βρίσκεται κι ένα αιωνόβιο δέντρο, μοναδικό στον τόπο, η σαμντουντού. Το μοναστήρι είναι τώρα Κέντρο Συνεδρίων του Παγκόσμιου Συμβουλίου Εκκλησιών.

 

 

Ιστορία 

Η ονομασία του χωριού προήλθε από επώνυμο της Παναγίας, που απεκλήθη Νάπα από το γεγονός ότι είχε βρεθεί εικόνα της μέσα σε νάπα. Η λέξη νάπα είναι αρχαία ελληνική (αρχ. νάπη) και σήμαινε δάσος μέσα σε κοιλάδα ή φαράγγι.

 

Σύμφωνα προς την παράδοση, στην περιοχή όπου βρίσκεται σήμερα το παγκόσμια γνωστό αυτό κυπριακό θέρετρο, υπήρχε κάποτε μια νάπα, ένα δάσος δηλαδή. Στο δάσος αυτό μερικοί κυνηγοί βρήκαν κάποτε, σ' ένα σπήλαιο, μια εικόνα της Παναγίας. Έτσι την ονόμασαν Παναγία της Νάπας, δηλαδή Παναγία του Δάσους και, σταδιακά, απλώς Αγία Νάπα.

Το σπήλαιο που, σύμφωνα προς την παράδοση, είχε βρεθεί η εικόνα, είναι αυτό που και σήμερα υφίσταται ως εκκλησία του χωριού, στον χώρο του μεσαιωνικού μοναστηριού (για το οποίο βλέπε λήμμα Νάπας Αγίας μοναστήρι).

 

Προφανώς το σπήλαιο είχε χρησιμοποιηθεί από ασκητές κάποτε, πιθανότατα κατά την περίοδο της εικονομαχίας. Δεν είναι όμως γνωστό πότε ακριβώς ιδρύθηκε το εκεί μοναστήρι. Πάντως μνεία της Αγίας Νάπας έχουμε για πρώτη φορά το 1366. Ο μεσαιωνικός χρονογράφος Λεόντιος Μαχαιράς γράφει ότι το 1366 «ἐβγαίνοντάς του ὁ ἀμιράλλης [=ναύαρχος] ἀπό τήν Ἀμμόχωστον ἦλθεν εἰς τήν  Ἁγίαν Νάπαν...»

 

Το χωριό βρίσκεται επίσης σημειωμένο ως S. Napa σε χάρτες της περιόδου της Βενετοκρατίας. Από την ίδια περίοδο έχουμε και την ονομασία ενός πύργου / προμαχώνα των οχυρώσεων της Αμμοχώστου που ονομαζόταν Σάντα Νάπα, επειδή βρισκόταν στην πλευρά της πόλης που έβλεπε προς την κατεύθυνση της Αγίας Νάπας.

 

Θα πρέπει να θεωρήσουμε ότι το χωριό σχηματίστηκε κατά τα τέλη των Βυζαντινών χρόνων, ως οικισμός γεωργών και ψαράδων, κοντά στο σπήλαιο / μοναστήρι.

 

Για την Αγία Νάπα κάνουν λόγο διάφοροι ξένοι επισκέπτες. Ένας από αυτούς, ο Τσέχος αριστοκράτης περιηγητής Όλντριχ Πρέφατ, που πέρασε από την Κύπρο το 1546 καθ’ οδόν προς τους Αγίους Τόπους για προσκύνημα, αλλά και επιστρέφοντας από εκεί καθ’ οδόν προς τη Βενετία, φιλοξενήθηκε στο μοναστήρι της Αγίας Νάπας αφού επεσκέφθη την Αμμόχωστο και από εκεί βάδισε προς τη Λάρνακα. Ο Πρέφατ δεν κάνει λόγο για ύπαρξη οικισμού τότε αλλά μόνο του μοναστηριού το οποίο κατείχαν Λατίνοι κληρικοί του Τάγματος των Αυγουστινιανών, ενώ ταυτόχρονα διαβιούσαν εκεί και Έλληνες Ορθόδοξοι μοναχοί. Την επομένη το πρωί ο επισκέπτης και η συνοδεία του παρακολούθησαν τη λειτουργία στο ναό του μοναστηριού, τον οποίο περιγράφει ως ένα κτίσμα με δύο εκκλησίες σε δύο διαφορετικά επίπεδα. Υπήρχαν επίσης κτισμένα γύρω κελιά για τους μοναχούς ενώ ένας ψηλός τοίχος περιέβαλλε και περιέφραζε τον χώρο. Υπήρχε  στη δεύτερη εκκλησία, στο άνω επίπεδο, ένα μεγάλο κοίλωμα στο βράχο, όπου βρισκόταν μία παλαιά εικόνα της Παναγίας με τον Χριστό, «βυζαντινής τεχνοτροπίας», όπως γράφει ο επισκέπτης, και «ύψους όσο και το ύψος ενός ανθρώπου», επενδυμένη με χρυσάφι και ασήμι. Είχε βρεθεί, του είπε ο ηγούμενος, κάποτε από κάποιον που έσκαβε για να κτίσει σπίτι, η εύρεσή της ερμηνεύθηκε ως θαύμα και έτσι ιδρύθηκε εκεί το μοναστήρι.

 

Αξιοσημείωτη είναι η μαρτυρία του Τσέχου επισκέπτη ότι στους δύο ναούς του μοναστηριού τελούσαν τις λειτουργίες τόσο οι Καθολικοί Αυγουστινιανοί, στον άνω ναό, όσο και οι Ορθόδοξοι Έλληνες, στον κάτω ναό. Τούτο υπήρξε όχι ασύνηθες φαινόμενο στην Κύπρο, ιδίως κατά την περίοδο της Βενετοκρατίας (1489 - 1570), οπότε λόγω των συνθηκών, Ορθόδοξοι και Λατίνοι συμβίωναν.

 

Η εκκλησία του μοναστηριού της Αγίας Νάπας είναι, πιθανότατα, ο ναός τον οποίο άλλος, προγενέστερος επισκέπτης, ο Τζάκομο ντι Βερόνα, που πέρασε από την Κύπρο το 1335, αναφέρει ως Αγία Μαρία ντε λα Κάβα, δηλαδή του Σπηλαίου, σε απόσταση «περίπου δύο βολές τόξου από την Αμμόχωστο». Ας σημειωθεί ότι το όνομα Αγία Νάπα αναφέρεται για πρώτη φορά από τον χρονικογράφο Λεόντιο Μαχαιρά (15ος αιώνας), ο οποίος αφηγείται προγενέστερο επεισόδιο, του 1366.

 

Για την εκκλησία της Αγίας Μαρίας του Σπηλαίου κάνει λόγο και ο ταξιδιώτης Νικόλα ντι Μαρτόνι, που πέρασε από την Κύπρο το 1394. Γράφει ότι σ’ αυτήν «πηγαίνουν για να προσευχηθούν πολλοί άνθρωποι, Λατίνοι και Έλληνες». Για ύπαρξη χωριού που έφερε το ίδιο όνομα με την εκεί εκκλησία, δηλαδή Αγία Νάπα (Agia Nappa) ομιλεί ο επισκέπτης Πιέτρο ντελλα Βάλλε, που πέρασε από την Κύπρο το 1625: «Εδώ υπάρχει μία εκκλησία» γράφει, «κτισμένη μέσα σε ένα σπήλαιο στο οποίο είχε βρεθεί μία θαυματουργός εικόνα της Παρθένου». Η αναφορά αυτή δικαιολογεί την ταύτιση  της Αγίας Νάπας με την Αγία Μαρία του Σπηλαίου προγενεστέρων αναφορών. Εξάλλου, η ανεύρεση της εικόνας στο σπήλαιο, «βυζαντινής τεχνοτροπίας», οδηγεί στο συμπέρασμα ότι αρχικά ο χώρος είχε χρησιμοποιηθεί ως ασκητήριο, κατά τα Βυζαντινά χρόνια, και είχε κάποια στιγμή αφεθεί στην εγκατάλειψη. Για τον οικισμό της Αγίας Νάπας, ο επισκέπτης αυτός γράφει ότι τότε (1625) ήταν σχεδόν κατεστραμμένος, όπως και πολλοί άλλοι, «αφ’ ενός λόγω της συνήθους καταπίεσης εκ μέρους των Τούρκων και αφ’ ετέρου λόγω της πανώλης που, πριν από λίγα χρόνια, είχε ερημώσει το νησί σκοτώνοντας τους περισσότερους των κατοίκων του» .

 

Μεγάλη επιδημία πανώλης, που κράτησε 10 μήνες, μαρτυρείται ότι εκδηλώθηκε το έτος 1589, συνεπώς πέρασαν από τότε 36 χρόνια μέχρι την επίσκεψη του ντελλα Βάλλε, όμως φαίνεται ότι ο πληθυσμός της Αγίας Νάπας εξακολουθούσε να ήταν πολύ μειωμένος.

 

Για το μοναστήρι της Αγίας Νάπας, ο Πιέτρο ντελλα Βάλλε γράφει ότι ομοίαζε με τετράγωνο φρούριο, που κτίστηκε έτσι λόγω του φόβου από πειρατικές επιδρομές. Ο χώρος περιβαλλόταν, δηλαδή, από ψηλό και γερό τοίχο που έδινε την εντύπωση οχυρού, εφόσον μάλιστα βρισκόταν κοντά στη θάλασσα και σε τόπο όπου ήταν πολύ εύκολη η αποβίβαση πειρατών. Αναφέρει και ο επισκέπτης αυτός την ύπαρξη δύο ναών σε δύο διαφορετικά επίπεδα. Πολύ ενδιαφέρουσα είναι όμως άλλη πληροφορία που δίνει, ότι τότε το μοναστήρι κατεχόταν από μοναχές, ήταν δηλαδή γυναικείο. Ο ίδιος επισκέπτης αναφέρει ακόμη ότι εκεί, στην Αγία Νάπα, βρήκε και έφαγε πολλά αμπελοπούλια, «τα οποία οι Έλληνες ονομάζουν συκαλλίδια» (sycalidia). Γράφει ότι εσυλλαμβάνοντο στην περιοχή κατά χιλιάδες, πάρα πολλά καταναλώνονταν στο νησί όμως και πάρα πολλά εξάγονταν, μέσα σε ξίδι, στη Βενετία και αλλού. Παρόμοια περί αμπελοπουλιών αναφέρουν και άλλοι επισκέπτες, όπως ο Κορνέλιος Βαν Μπρούν, που πέρασε από την Κύπρο το 1683. Αναφέρει το χωριό ως Αγιάνναπα (Agianappa) όπου, όπως γράφει, «δεν υπάρχει τίποτα το αξιόλογο…εκτός από μία εκκλησία μέσα σε ένα σπήλαιο, που είναι αφιερωμένη στην Παρθένο Μαρία». Ενδιαφέρον είναι το ότι ο επισκέπτης αυτός ονομάζει το χωριό Σπηλιώτισσα «κοντά στην Αμμόχωστον», όπου και διανυκτέρευσε. Συνεπώς, λόγω της εκκλησίας μέσα σε σπήλαιο, η Αγία Νάπα ήταν γνωστή και ως Σπηλιώτισσα.

 

Ο Ρώσος μοναχός Βασίλειος Μπάρσκι, που περιόδευσε την Κύπρο το 1726 - 1736, ομιλεί για «μικρό χωριό Αγία Νάπα» αλλά για μεγάλο μοναστήρι κάποτε, που τότε είχε γίνει και πάλι ανδρικό και είχε πλέον μόνο 6-7 μοναχούς. Ωστόσο το μοναστήρι είχε στην κατοχή του πάρα πολλά πρόβατα, συμπληρώνει ο Μπάρσκι, όπως και γίδια, καθώς και αρκετές εκτάσεις γης για σπορά. Ήταν, προσθέτει, το δημοφιλέστερο τότε και «το  δεύτερο σε δόξα και μοναστική τάξη μετά τον Κύκκο». Περιβαλλόταν δε από κήπο με πολλά φρουτόδεντρα.

 

 

Το χωριό άρχισε να γίνεται ευρύτερα γνωστό από τα μέσα του 20ού αιώνα, όταν ο μεγάλος Έλληνας ποιητής Γιώργος Σεφέρης έγραψε δυο ποιήματα με τίτλο «Αγιάνναπα» Α' και Β', ύστερα από επίσκεψη του εκεί. Μετά την τραγωδία του 1974 και την απώλεια της Αμμοχώστου, η Αγία Νάπα έγινε σημαντικότατο τουριστικό κέντρο με πρωτοφανή ανάπτυξη.

 

Μερικοί τοποθετούν στην περιοχή της Αγίας Νάπας την αρχαία κυπριακή πόλη Θρόνοι, η οποία όμως πιθανώς ήταν κάπως νοτιότερα, στην περιοχή του ακρωτηρίου Πύλας. Ωστόσο στην περιοχή της Αγίας Νάπας υπήρχε αρχαίος οικισμός. Πρόσφατα άρχισαν στην περιοχή ανασκαφές και βρέθηκαν αρχαίοι τάφοι και άλλες αρχαιότητες.

 

Την ονομασία Αγία Νάπα φέρει και ενορία της Λεμεσού λόγω ομώνυμης εκκλησίας. Και τούτο επειδή στη Λεμεσό υφίστατο μετόχι του μοναστηριού της Αγίας Νάπας.

 

Το τοπίο του χωριού είναι γενικά καμπίσιο με μια μικρή κλίση προς τη θάλασσα. Το πιο εντυπωσιακό παράκτιο μόρφωμα στην περιοχή του είναι το ακρωτήρι Γκρέκο, στα νοτιοανατολικά του οικισμού, που οφείλει τη δημιουργία του στο σκληρό και ανθεκτικό πέτρωμα του υφαλογενούς ασβεστόλιθου που το περιζώνει και που άντεξε τη διάβρωση των κυμάτων.

 

Από γεωλογικής απόψεως, στη διοικητική έκταση του χωριού κυριαρχούν οι υφαλογενείς ασβεστόλιθοι του σχηματισμού Τέρρα, οι προσχώσεις των αναβαθμίδων, οι αποθέσεις του σχηματισμού Λευκάρων (κρητίδες, μάργες και κερατόλιθοι) και οι αποθέσεις του σχηματισμού Λευκωσίας (ασβεστολιθικοί ψαμμίτες, κροκάλες και ψαμμιτικές μάργες). Πάνω στα πετρώματα αυτά αναπτύχθηκαν καφκάλλες, αιολικά εδάφη και εδάφη τέρρα ρόζα. Τα τελευταία είναι δυο ειδών, εκείνα που αναπτύχθηκαν πάνω σε ασβεστόλιθο και εκείνα που αναπτύχθηκαν πάνω σε καφκάλλα.

 

Κλίμα  

Το χωριό δέχεται μια μέση ετήσια βροχόπτωση περί τα 350 χιλιοστόμετρα.

 Παρά τη χαμηλή βροχόπτωση η ανόρυξη διατρήσεων στην περιοχή του χωριού συνέβαλε στην άρδευση αρκετών εκτάσεων γης. Η Αγία Νάπα, όπως και τα υπόλοιπα Κοκκινοχώρια, αντιμετώπιζε μέχρι πρόσφατα πρόβλημα νερού για την άρδευση των ποικίλων αρδευόμενων καλλιεργειών της. Ως αποτέλεσμα της εντατικής εκμετάλλευσης του υπόγειου υδροφόρου στρώματος προκλήθηκε εισροή θαλάσσιου νερού σε μεγάλο βάθος μέσα στο υδροφόρο στρώμα και αρκετές διατρήσεις εγκαταλείφθηκαν. Η εφαρμογή του Σχεδίου Νότιου Αγωγού, του μεγαλύτερου αρδευτικού έργου που έχει αναληφθεί ποτέ στην Κύπρο, έχει απαμβλύνει σε μεγάλο βαθμό το πρόβλημα της υπεράντλησης νερού από την περιοχή των Κοκκινοχωριών με την άρδευση σημαντικών εκτάσεων γης με μεταφορά νερού από το φράγμα του Κούρη. Από το υδατικό έργο του Νότιου Αγωγού έχει ευεργετηθεί και η Αγία Νάπα.

 

Η κτηνοτροφία στην Αγία Νάπα διεξάγεται σε περιορισμένη βάση.

 

Η Αγία Νάπα συνδέεται οδικά στα βορειοδυτικά με το χωριό Παραλίμνι (περί τα 6 χμ.), στα νοτιοανατολικά με το ακρωτήριο Γκρέκο (περί τα 8 χμ.) και στα δυτικά με το χωριό Ξυλοφάγου (περί τα 16 χμ.) και μέσω του με την πόλη της Λάρνακας.

 

Πληθυσμός

Σύμφωνα με τα υπάρχοντα στοιχεία οι πλήρεις απογραφές πληθυσμού έχουν ως ακολούθως:

 

Χρονολογία Κάτοικοι
1881 237
1891 254 
1901 270 
1911 304 
1921 369 
1931 418 
1946 673
1960 836 
1973 1.131
1976 1.347
1982 1.366
1992 1.795

2001

2011

2.693 (περιλαμβάνονται και οι κάτοικοι της Αγιάς Θέκλας)

3212

 

Ιδιαίτερα σημαντική είναι η αύξηση από το 1960 μέχρι το 1982 που ο πληθυσμός αυξήθηκε κατά 63.6%.

 

Στα πιο πάνω πληθυσμιακά στοιχεία των απογραφών του 1911 και του 1931 θα πρέπει να προστεθούν και οι ένοικοι του μοναστηριού της Αγίας Νάπας, που ανέρχονταν στους 3 το 1911 και στους 21 το 1931.

 

Η Αγία Νάπα έχει ανακηρυχθεί δήμος, ενώ οι πρώτες δημοτικές εκλογές διεξήχθησαν εκεί στις 18 Απριλίου 1994.

 

Πηγή: 

Μεγάλη Κυπριακή Εγκυκλοπαιδεια

Φώτο Γκάλερι

Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image