Συμεών Αρχιεπίσκοπος

Image

Ο τελευταίος αρχιεπίσκοπος Κύπρου επί Βενετοκρατίας πριν την κατάκτηση της Κύπρου από τους Οθωμανούς. Η εκλογή του Συμεών έγινε το 1568 με βάση τα  Κρατικά Αρχεία Βενετίας, τα οποία μάς προσφέρουν μία εικόνα της εκλογής ορθοδόξων επισκόπων κατά τα χρόνια της βενετικής κυριαρχίας. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον  μάλιστα παρουσιάζουν τρία έγγραφα,  τα οποία αναφέρονται στην εκλογή του τελευταίου ορθοδόξου επισκόπου  Σολέας (Λευκωσίας ), που είχε τη θέση αρχιεπισκόπου Κύπρου , δύο χρόνια πριν την κατάκτηση της Κύπρου από τους Τούρκους, το 1568. Επρόκειτο  περί του Συμεών, ηγουμένου της  Ιεράς Μονής  Κύκκου , της Παναγίας της Βροχής  (Madona della pioza ), όπως χαρακτηριστικά  αναφέρεται  στο  βενετικό έγγραφο, του οποίου την εκλογή υπογράφει  ο τελευταίος  Βενετός τοποτηρητής, Νικόλαος Δάνδολος, o οποίος ως γνωστό  σφαγιάσθηκε από τους Τούρκους το 1570, και στη συνέχεια επικυρώνεται από τη  βενετική Γερουσία. 

 

Εκλογή του Συμεών ηγουμένου Κύκκου ως Αρχιεπισκόπου Κύπρου (Επισκόπου Σολέας)

 

Το 1568   στις αρχές Ιουνίου  πέθανε μετά από σύντομη ασθένεια  ο επίσκοπος Σολέας Νεόφυτος Λογαράς. Ο Λογαράς είναι  γνωστός για τη διαμάχη του με τον τελευταίο Λατίνο Αρχιεπίσκοπο Λευκωσίας Φίλιππο Μοτσενίγο. Ευτύχισε πάντως ο Λογαράς , πριν πεθάνει  να παρευρεθεί στην τελετή των εγκαινίων της έναρξης της νέας οχύρωσης της Λευκωσίας κατά την 1η Ιουνίου 1567, όπως διαβεβαιώνει βενετική πηγή. Στις 5 Ιουνίου προκηρύχθηκε  δημόσια η έδρα που χήρευε ώστε οι ενδιαφερόμενοι να υποβάλουν  τις  υποψηφιότητές τους. Το ανεκτίμητης αξίας έγγραφό μας , παρουσιάζει 22 υποψηφίους από όλη την Κύπρο. Μεταξύ αυτών, μερικά  ονόματα  ήταν : ο ηγούμενος του σπουδαίου μοναστηριού Λευκωσίας των Ανδρείων , ο ηγούμενος της Ιεράς Μονής Σίντη, ο ηγούμενος  Συμεών  της Μονής της Παναγίας της Βροχής ( Κύκκου), ο Θεοφάνης Λογαράς ( αδελφός του επισκόπου Σολέας  Νεοφύτου , διορθωτής και επιμελητής εκκλησιαστικών βιβλίων αργότερα  στη Βενετία ), μοναχός της Μονής Αγίου Ιωάννη Πίπη ,ο ηγούμενος Αυξέντιος της Εγκλείστρας , ο Ιλαρίων  Lusignan ( αδελφός του ιστορικού Στέφανου Lusignan ) ιερομόναχος της Μονής του  Αντιφωνητή, ο ηγούμενος Παρθένιος Γιαφούνης του  μοναστηριού της Παναγίας της Κανακαριάς στην Καρπασία και άλλοι.

       Στις 20 Ιουνίου  η βενετική διοίκηση , δηλαδή ο Βενετός τοποτηρητής  Νικόλαος Δάνδολος  και οι  Σύμβουλοι  συγκάλεσαν  το Γενικό Συμβούλιο της Κοινότητας  της Λευκωσίας  στην παρουσία  και συμμετοχή των επιτρόπων Λιβίου Ποδοκάθαρου , Φραγκίσκου Μαρία Δενόρες και Ιερωνύμου Αττάρ όπου και έγινε η ψηφοφορία. Όλο το Γενικό Συμβούλιο, το οποίο ψήφισε,  αποτελείτο συνολικά από  300 άτομα. Στην καταμέτρηση των ψήφων νικητής ανεδείχθη ο  Συμεών ηγούμενος της Ιεράς Μονής Κύκκου ή άλλως της Μονής της Παναγίας της Βροχής. H  ονομασία αυτή της  Μονής  ως Παναγίας της  Βροχής  αναμφισβήτητα  παραπέμπει στις  συχνές  λιτανείες,  της ιεράς εικόνας της  Κυκκώτισσας  σε καιρούς ανομβρίας και ξηρασίας, ώστε  να προκληθούν βροχές. Οι Βενετοί  αξιωματούχοι θα υπήρξαν  οπωσδήποτε  μάρτυρες αυτών των λιτανειών, γι’ αυτό και στα έγγραφα που συντάσσουν και τα οποία αναφέρονται στην Μονή της Παναγίας του Κύκκου την αποκαλούν συνήθως  Μονή της Παναγίας της Βροχής.

     Ακολούθως ο τοποτηρητής  με τον Γενικό Προνοητή Φραγκίσκο Μπάρμπαρο (θα τον μνημονεύει πάντα ο ομώνυμος προμαχώνας των τειχών της Λευκωσίας)  και με τους δύο συμβούλους  με επιστολή τους  ημερομηνίας 26 Ιουνίου  1568 ενημερώνουν  τον δόγη, ώστε να επικυρώσει την εκλογή του Συμεών. Μεταξύ άλλων  στην επιστολή τους επαινούν  το ήθος, τά έργα και τη θρησκευτικότητα (di molta religione) του Συμεών. Επίσης σημειώνουν την ηλικία του ότι τότε ήταν 70 ετών. Ο Συμεών  υπήρξε ο τελευταίος ορθόδοξος Αρχιεπίσκοπος Κύπρου επί βενετοκρατίας,  πριν την τουρκική κατάκτηση. Μία πηγή  του πολέμου της Κύπρου ( 1570-1571)  μνημονεύει ότι μεταξύ των νεκρών κατά την άλωση της Λευκωσίας, στις 9 Σεπτεμβρίου 1570  ήταν και  ο Έλληνας  αρχιεπίσκοπος, χωρίς όμως να  αναφέρει το όνομά του. Τα πιο πάνω έγγραφα μαρτυρούν χωρίς αμφισβήτηση ότι ο  Έλληνας αρχιεπίσκοπος που έπεσε μαχόμενος στην άλωση της Λευκωσίας  στις 9 Σεπτεμβρίου 1570 δεν ήταν άλλος από τον ηγούμενο της  Μονής της Παναγίας του Κύκκου ή της Παναγίας της Βροχής. Τέλος ας σημειωθεί  ότι η εκλογή του Συμεών  ως  Αρχιεπισκόπου  Κύπρου  επικυρώθηκε από το δόγη  μόλις στις 24 Ιανουαρίου του έτους  1569 ( κατά το βενετικόν έθος more veneto 1568).

 

Εκλογή ορθοδόξων επισκόπων επί Φραγκοκρατίας

 

Η  καθυπόταξη  της ορθοδόξου εκκλησίας  έγινε με την  Κυπριακή  Βούλλα, γνωστή  και  ως «Αλεξανδρινή  Βούλλα», η οποία  δημοσιεύθηκε   το 1260  μ.Χ. από τον  πάπα  Ρώμης  Αλέξανδρο  Δ′  και αναμφισβήτητα  αποτελεί σημαντικότατο γεγονός  στην ιστορία  της  εκκλησίας της Κύπρου. Η εν  λόγω  βούλλα  απετέλεσε τον  καταστατικό χάρτη βάσει του οποίου διοικήθηκε  εκκλησιαστικώς επί φραγκοκρατίας η Κύπρος, ως επαρχία της δυτικής  εκκλησίας. Με τον ίδιο καταστατικό χάρτη, το αυτοκέφαλο  της αποστολικής  εκκλησίας της Κύπρου, που αναγνωρίστηκε με την Τρίτη  οικουμενική  σύνοδο  το 431 μ.Χ. παραγνωρίστηκε  και  καταργήθηκε. Κατά την Κυπριακή Βούλλα, την ανώτατη εκκλησιαστική διοίκηση ανέλαβε Λατίνος  ιεράρχης, ονομαζόμενος  αρχιεπίσκοπος Λευκωσίας, υπό την εξουσία του οποίου ήταν άλλοι τρεις Λατίνοι επίσκοποι, της Πάφου, της Λεμεσού και της  Αμμοχώστου. Για τους Έλληνες ορθοδόξους της Κύπρου ορίσθηκαν 4 επισκοπές  αντίστοιχες προς τις λατινικές, όπως είχε αποφασισθεί και επί πάπα Κελεστίνου. Όμως οι τέσσερις Έλληνες επίσκοποι Σολέας, Αρσινόης, Λευκάρων και Καρπασίας, όπως ονομάσθηκαν  από τον  τόπο στον οποίο αναγκαστικά διέμεναν, ήταν υποτελείς προς τους αντίστοιχους Λατίνους επισκόπους.

     Όταν χήρευε μια από τις ελληνικές επισκοπές οι κληρικοί της ίδιας επισκοπής  συνέρχονταν και αυτοί οι ίδιοι εξέλεγαν επίσκοπο. Στη συνέχεια ο οικείος Λατίνος   επίσκοπος επικύρωνε την εκλογή εάν τη θεωρούσε ότι έγινε κανονικά και εάν ήταν άξια. Ακολουθούσε μετά η χειροτονία του με ορισμένη τάξη και διαδικασία. Σε έγγραφο, που αναφέρεται στην εκλογή του Ολβιανού, επισκόπου Αμαθουσίας, γίνεται μνεία της « Αλεξανδρινής Βούλλας» με τη διατύπωση «κατά την ημετέραν συνήθειαν  και κατά την περίληψιν του ορδινιασμού του αγιωτάτου πάπα Αλεξάνδρου». Πρώτη ενέργεια των κληρικών της εν λόγω επισκοπής μετά το θάνατο του επισκόπου ήταν να ενημερώσουν τον Λατίνο επίσκοπο στην προκειμένη περίπτωση αυτόν της Λεμεσού. Μετά την ενημέρωση του Λατίνου επισκόπου για τη χηρεία της επισκοπής, ο ίδιος έδινε άδεια στους Έλληνες κληρικούς να εκλέξουν άλλο Έλληνα επίσκοπο. Στη συνέχεια , όπως αναφέρεται και στο κυπριακό έγγραφο του Βατικανού, οι κληρικοί συνέρχονται  σε εκλογική συνέλευση και «μετά παρακλήσεως της χάριτος του Αγίου Πνεύματος» όπως αναφέρεται και στην Κυπριακή Βούλλα εξέλεγαν επίσκοπον λαμβάνοντας  υπόψη και την γνώμη «αξιοπίστων και λογίμων ανδρών», ηγουμένων δηλαδή μοναστηριών και διακεκριμένων λαϊκών. Μετά οι κληρικοί συνέτασσαν τη σχετική  εκλογική πράξη ή το υπόμνημα εκλογής, όπως φαίνεται από το έγγραφο που προαναφέραμε. Στην εκλογή λάμβαναν μέρος πρόσωπα που κατείχαν υψηλές θέσεις  στην επισκοπή όπως: ο μέγας οικονόμος, ο σακελλάριος, ο σκευοφύλαξ, ο χαρτοφύλαξ, ο πρωτονοτάριος, ο πρωτέκδικος, ο ρεφενδάριος και άλλοι, που συναντούμε κατά τους βυζαντινούς χρόνους, αλλά και αργότερα. Τον εκλεγέντα επίσκοπο χειροτονούσαν κατόπιν οι τρεις Έλληνες επίσκοποι. Ο Έλληνας επίσκοπος πριν τη χειροτονία έδινε ενώπιον του  οικείου Λατίνου επισκόπου τον καθιερωμένο όρκο υποταγής, που προνοούσε η  Κυπριακή Βούλλα , πίστεως  προς  τον  πάπα  και  την  εκκλησία  της  Ρώμης.

 

Εκλογή ορθοδόξων επισκόπων επί βενετικής κυριαρχίας

 

O ίδιος τρόπος εκλογής ορθοδόξων επισκόπων συνεχίστηκε και κατά τη διάρκεια της βενετοκρατίας, η οποία διήρκεσε σχεδόν ένα αιώνα.. Φυσικά την εκλογή απαραιτήτως έπρεπε να επικυρώσει η βενετική Γερουσία. Μέσα όμως από τα αιτήματα της Κοινότητας, τόσο της Λευκωσίας όσο και της Κοινότητας Αμμοχώστου, τα οποία απηύθυναν οι κάτοικοί τους  προς τη βενετική Γερουσία, η εκλογή  ορθοδόξων επισκόπων, φαίνεται ότι  κατα καιρούς νοσούσε. 

     Στις 11 Μαρτίου 1507 το Κολλέγιο ( συμβουλευτικό σώμα ) με εξουσιοδότηση της βενετικής Γερουσίας  απάντησε  σε αιτήματα της Κοινότητας Λευκωσίας  που υπέβαλαν οι πρέσβεις Ιωάννης Strambali  και  Gaspar Palol.Το έβδομο αίτημα της Κοινότητας  αφορούσε  στην εκλογή ορθόδοξου επισκόπου. Στο γραπτό αίτημα αναφέρονταν  τα εξής : Η Αυθεντία είχε ήδη θεσπίσει  ότι σε περίπτωση  χηρείας  ορθόδοξου  αρχιεπισκοπικού θρόνου για την πλήρωσή του επιλέγονται  από τους ρέκτορες  τρεις Έλληνες  ιερωμένοι  και στη συνέχεια στη Βενετία  εκλέγεται  ο ένας από αυτούς, ως νέος επίσκοπος από την Αυθεντία  που επικύρωνε και την εκλογή του. Επειδή όμως με την διαδικασία αυτή συμβαίνει μερικές φορές να εκλέγονται  όχι οι πιο κατάλληλοι, αλλά εκείνοι που αν και δεν έχουν τα απαραίτητα  πνευματικά εφόδια, διαθέτουν ωστόσο  τα μέσα για να έρθουν στη Βενετία  και να πετύχουν την εκλογή τους. Για τους πιο πάνω λόγους, η Κοινότητα  με το αίτημα που υπέβαλε, ζητούσε να παραχωρηθεί στο Συμβούλιό  της το δικαίωμα  της  επιλογής  των τριών  υποψηφίων  από τους οποίους τον έναν  να εκλέγουν οι ρέκτορες  ως επίσκοπο και να επικυρώνουν αμέσως την εκλογή του στο επισκοπικό αξίωμα.

     Το Κολλέγιο ενέκρινε  την εξής διαδικασία: να προκηρύσσεται δημόσια  η πλήρωση της έδρας  που χηρεύει και οι ενδιαφερόμενοι  να υποβάλλουν υποψηφιότητα ∙ στη συνέχεια η βενετική διοίκηση να συγκαλεί το Γενικό Συμβούλιο της  Λευκωσίας όπου με την παρουσία των ρεκτόρων να διεξάγεται ψηφοφορία και ο υποψήφιος που θα συγκεντρώσει τις περισσότερες ψήφους να θεωρείται εκλεγμένος  επίσκοπος , του οποίου όμως η εκλογή θα πρέπει πρώτα  να επικυρωθεί  από τη βενετική Γερουσία.

     Ενδιαφέρον παρουσιάζει  και ένα αίτημα της Κοινότητας της Αμμοχώστου  σχετικό με την εκλογή του οικείου  επισκόπου. Σύμφωνα με προηγούμενη παραχώρηση  της Αυθεντίας  για την ανάδειξη του ορθόδοξου επισκόπου της  Αμμοχώστου επιλέγονται τρεις υποψήφιοι από τη βενετική διοίκηση Λευκωσίας και ένας από τον καπετάνιο Αμμοχώστου. Επειδή κάθε φορά που αναδεικνύονται επίσκοποι προερχόμενοι από άλλο τόπο και όχι από την Αμμόχωστο δεν φροντίζουν  για την περιουσία της επισκοπής, αλλά αντίθετα τη διασπαθίζουν, η Κοινότητα ζητεί από την Αυθεντία  να ορίσει ότι πρέπει και οι τέσσερις πιο πάνω υποψήφιοι να κατάγονται από την Αμμόχωστο , ώστε ο επίσκοπος που τελικά θα εκλεγεί  να είναι από  την πόλη αυτή. Το Κολλέγιο σημειώνει ότι  ήδη η Αυθεντία απαντώντας  σε σχετικó αίτημα της Κοινότητας της Λευκωσίας  ρυθμίζει το ζήτημα της εκλογής των ορθοδόξων επισκόπων του νησιού,  ωστόσο, όπως υπόσχεται,  θα γράψει στη βενετική διοίκηση της Λευκωσίας  να χρησιμοποιεί αξιοκρατικά  κριτήρια κατά την εκλογή του επισκόπου της Αμμοχώστου.

     Το Συμβούλιο των Δέκα, επίσης, με απόφασή του καθόρισε τη διαδικασία εκλογής  των ηγουμένων των ορθοδόξων  μονών  κατά τον ακόλουθο τρόπο: αρχικά η σύναξη ( capitolo) των μοναχών της μονής εκλέγει τον ηγούμενο δια βοής  ( a voce) και ύστερα  τον παρουσιάζει στον τοποτηρητή της λατινικής  επισκοπής , για να επιδοκιμάσει την εκλογή, η οποία στη συνέχεια  επικυρώνεται από τη βενετική διοίκηση. Η διαδικασία αυτή εφαρμόστηκε  για λίγο καιρό, αλλά ύστερα επικράτησε η συνήθεια  να  αναδεικνύονται  ηγούμενοι αυτοί που υπόσχονται να δωρίσουν χρήματα στο Δημόσιο, τα οποία μάλιστα παίρνουν από τις ίδιες τις μονές τους. Η Κοινότητα  ζητεί να επαναληφθούν οι εκλογές σ’ αυτές τις περιπτώσεις και εφεξής να τηρείται η διαδικασία που θέσπισε το Συμβούλιο των Δέκα. Η Γερουσία  δέχεται να επαναληφθούν οι εκλογές  μόνο εκεί που χρησιμοποιήθηκαν χρήματα των μονών ∙ σε διαφορετική περίπτωση  και εφόσον έχουν αναδειχθεί  ως ηγούμενοι  επαρκή πρόσωπα να μην αλλάξει τίποτε∙ στο εξής πάντως να τηρείται η καθορισμένη, όπως αναφέρεται πιο πάνω , διαδικασία.

     Το 1521   ο δόγης   Αντώνιος  Crimani  γνωστοποιούσε στον τοποτηρητή Κύπρου Sebastianο Moro,  τον καπετάνιο Ζαχαρία Loredan  και τους  συμβούλους της Κύπρου  ότι οι πρέσβεις της Κοινότητας του Λαού της Λευκωσίας υπέβαλαν σειρά  αιτημάτων, τα οποία τους διαβιβάζει μαζί με τις απαντήσεις που δίνει το Κολλέγιο , εξουσιοδοτημένο γι αυτό το σκοπό από τη Γερουσία.

    Η Κοινότητα της Λευκωσίας μέσω των πρέσβεών της επισημαίνει τη σιμωνία, όπως την  τακτική του Σίμωνος τού Μάγου  που επιχείρησε να εξαγοράσει με χρήματα τη δύναμη της χάριτος του Αγίου Πνεύματος , όπου ειδικότερα ο όρος έχει την έννοια της  χειροτονίας  ή προαγωγής  διακόνου , ιερέως ή επισκόπου  με δωροδοκία. Η σιμωνία , σύμφωνα με το αίτημα , έχει επικρατήσει στη συμπεριφορά των ορθοδόξων επισκόπων , οι οποίοι κυριολεκτικά εκπλειστηριάζουν  τα ιερά αξιώματα  και τα  εκκλησιαστικά  ευεργετήματα ( beneficia). Για να αντιμετωπισθεί το ζήτημα,  η Κοινότητα υποβάλλει το αίτημα  στην Αυθεντία  να θεσπίσει  ότι σε περίπτωση χηρείας κάποιου από τα  ευεργετήματα   αυτά θα πρέπει  οι επίσκοποι να συγκαλούν στον καθεδρικό  ναό  το σύνολο των κληρικών  της επαρχίας  τους και αυτοί  με τη συγκατάνευση των επισκόπων να εκλέγουν τον νέο δικαιούχο. Στη διαδικασία της εκλογής να παρίσταται επίσης ολόκληρο ή ένα τμήμα από το συμβούλιο της Κοινότητας  του λαού της Λευκωσίας. Εξάλλου, επειδή δεν εφαρμόζεται προηγούμενη διάταξη της Αυθεντίας που καθόρισε τη διαδικασία της εκλογής των ορθοδόξων επισκόπων  με αποτέλεσμα να καταλαμβάνουν τις επισκοπικές έδρες πρόσωπα ανάξια  που επιδίδονται στη σιμωνία, η Κοινότητα ζητεί να διενεργείται η εκλογή τους από το συμβούλιό της  με την παρουσία των ρεκτόρων της Λευκωσίας. Το Κολλέγιο αποδέχεται το πρώτο σημείο του αιτήματος, χωρίς όμως να καθορίζει ότι στη διαδικασία εκλογής θα παρίσταται και το Συμβούλιο της Κοινότητας. Σχετικά με την εκλογή των επισκόπων ορίζει ότι πρέπει να εφαρμόζεται η απόφαση της Αυθεντίας  με ημερομηνία 21ης  Μαρτίου 1507.

     Η Κοινότητα επίσης ζητεί να εφαρμόζεται η αρχή , που περιέχεται μάλιστα στην Αλεξανδρινή Διάταξη , σύμφωνα με την οποία οι υποθέσεις , που ανήκουν στην αρμοδιότητα των εκκλησιαστικών δικαστηρίων και αναφύονται ανάμεσα στους Έλληνες , εκδικάζονται σε πρώτο βαθμό από τον ορθόδοξο επίσκοπο και εφεσιβάλλονται στον λατίνο επίσκοπο. Το Κολλέγιο αποδέχεται το αίτημα.

     Ένα άλλο αίτημα της Κοινότητας, με ιδιαίτερη σημασία τόσο για την ιστορία της Εκκλησίας της Κύπρου όσο και για την ιστορία  της Παιδείας μας, αφορούσε στην πρόσληψη διδασκάλου των ελληνικών γραμμάτων. Σύμφωνα με το πιο πάνω αίτημα η Κοινότητα ζητούσε από την Αυθεντία να επιβάλλει σε όλες τις ορθόδοξες μονές του νησιού μια ετήσια εισφορά , ανάλογα  με τα εισοδήματά τους  για να συγκεντρώνεται το ποσό των εκατό δουκάτων , το οποίο θα δατίθεται για τη μισθοδοσία δύο λόγιων ορθόδοξων ιερωμένων , οι οποίοι θα προσλαμβάνονται από την Κοινότητα ως διδάσκαλοι για να διδάσκουν τα ελληνικά γράμματα στα παιδιά της λαικής τάξης της Λευκωσίας.

     Το Κολλέγιο εγκρίνει το ποσόν μόνον  των πενήντα δουκάτων για την πρόσληψη  μόνον  ενός διδασκάλου  που η επιλογή του, βέβαια,  θα γίνεται από τη βενετική διοίκηση.