Σώπατρος ο Πάφιος

Αρχαίος Κύπριος «φλυακογράφος» ή «παρωδός», ποιητής «φλυάκων» ή «παρωδιών», δραμάτων δηλαδή με τραγικά και κωμικά στοιχεία (ιλαροτραγωδιών). Μοναδική πηγή για τον Σώπατρο είναι ο αρχαίος συγγραφέας Αθήναιος ο Ναυκρατίτης, ο οποίος διασώζει, στο έργο του Δειπνοσοφισταί, τίτλους των δραμάτων του Πάφιου ποιητή καθώς και στίχους απ' αυτά. Φαίνεται ότι ο Αθήναιος γνώριζε τα ίδια τα έργα ή τα αποσπάσματα των έργων του Σώπατρου, γιατί σε καμιά περίπτωση δεν αναφέρει ότι αντλεί από άλλη πηγή.

 

Ο Σώπατρος έζησε στα τέλη του 4ου και στις αρχές του 3ου αιώνα π.Χ. Κατά τον Αθήναιο ο ίδιος ο ποιητής, σε ένα δράμα του, έγραφε ότι εξακολουθούσε να ζει στα χρόνια του Πτολεμαίου Β' Φιλαδέλφου. Στο έργο του Βακχίς παρωδείται ο ίδιος με το όνομα Σώπατρος ο Φάκιος, αντί Πάφιος, από το δράμα του με τον τίτλο Φακή και τις συχνές αναφορές της φακής στις ιλαροτραγωδίες του.

 

Ο Αθήναιος διέσωσε τους τίτλους δεκατεσσάρων φλυάκων του Σωπάτρου: Βακχίς, Βακχίδος μνηστῆρες, Βακχίδος γάμος, ΓαλάταιΕὐβουλοθεόμβροτος (Εύβουλος ο θεοάνθρωπος), Ἱππόλυτος, Κνιδία, Μυστάκου θητίον (το δουλάκι του Μυστάκου), ΝέκυιαὈρέστης, Πύλαι, Σίλφαι, (κατσαρίδες ή σκόροι), Φακή, Φυσιολόγος (μελετητής των φυσικών φαινομένων).

 

Από όλα αυτά τα έργα του Σωπάτρου, και άλλα των οποίων οι τίτλοι έχουν χαθεί, σώθηκαν μερικά μικρά ή μεγάλα αποσπάσματα συνολικής εκτάσεως 56 στίχων. Τα περισσότερα από αυτά αναφέρονται σε φαγητά-λιχουδιές, όπως είναι το γουρουνόπουλο φούρνου, ο παστός κέφαλος, η βραστή χοιρινή μήτρα με αλατόξιδο και πήγανο, οι πίτες με σπόρους παπαρούνας, οι καβουρδιστοί ξηροί καρποί και άλλα. Τέτοιοι χαρακτηριστικοί στίχοι είναι: «Πήρε ένα ποταμόψαρο που τρέφει ο μέγας Δούναβις στους Σκύθες, μισοαλατισμένο, μπουκιά και συχώριο!». «Όπου ήταν φούρνος, πολύ έκλαψε το καλοταϊσμένο γουρουνόπουλο!». Γράφει ακόμη για «φάκινον άρτον» (ψωμί από αλεσμένη φακή), για τα άσπρα κριθαρένια ψωμιά της Ερέτριας, τους υπέροχους πλακούντες (πίττες) της Σάμου, ένα είδος ψωμιού που το ονομάζει «αταβυρίτην» και το χαρακτηρίζει πολύ χορταστικό, και για το κρασί της Τυρρηνίας που το απολαμβάνει κάποιος με την παρέα του μοιράζοντας ψημένα κρέατα.

 

Σε μια παρωδία του, που δεν σώζεται ο τίτλος της, ο Σώπατρος πειράζει τον ποιητή διθυράμβων Φιλόξενο από τα Κύθηρα για την πολυφαγία του, γράφοντας ότι κάθεται μπροστά σε διπλές μερίδες ψαριών με την ήδη τεντωμένη από το πολύ φαγητό κοιλιά του. Αλλού γράφει για τους πότες, που, αφού μεθύσουν γερά το βράδυ, σηκώνονται το πρωί παραδιψασμένοι και πίνουν για να ξεδιψάσουν ένα δροσερό αναψυκτικό από μέλι. Σε άλλο δράμα του λέει ότι τα παιδιά βγάζουν μελωδικούς ήχους φυσώντας πεταλίδες της θάλασσας, όπως γίνεται με τα κοχύλια, και σε ένα άλλο περιγράφει μιαν ωραία και πολυτελή φιάλη ξιδιού, ασημένια, με σκαλίσματα που παρίσταναν φίδια. Τέλος, στο εκτενέστερο απόσπασμα που έχει σωθεί, αποτελούμενο από 12 στίχους, σατιρίζει τους διαλεκτικούς και τους στωικούς φιλοσόφους λέγοντας ότι, όπως οι Γαλάτες όταν νικήσουν στον πόλεμο θυσιάζουν στους θεούς τους αιχμαλώτους, έτσι και ο ήρωας της παρωδίας, ο Μάγνος, θα θυσιάσει τρεις διαλεκτικούς φιλόσοφους και άλλους θα πουλήσει σκλάβους.

 

Στα αποσπάσματα των έργων του Σώπατρου υπάρχουν και αναφορές σε αντικείμενα της καθημερινής ζωής και κυρίως της ζωής των διασκεδάσεων της εποχής. Τέτοια είναι ο «μόναυλος» (φλογέρα), η «δίχορδος πηκτίς» (μουσικό όργανο), η «βαυκαλίς» (ψυκτικό δοχείο υγρών) και ο «νάβλας». Το τελευταίο ήταν έγχορδο μουσικό όργανο, είδος κιθάρας με 10-12 χορδές, φοινικικής προέλευσης («εὕρημα Φοινίκων», όπως γράφει ο Σώπατρος). Στον τραγικό Σοφοκλή και σε άλλους αρχαίους συγγραφείς εμφανίζεται ως θηλυκού γένους: «η νάβλα». Ο Ησύχιος το χαρακτηρίζει «μουσικόν όργανον δύσηχον» και ο Σώπατρος «λαρυγγόφωνον». Ο Σώπατρος αναφέρει ακόμη και το φυτό «κινάρα» (αγκινάρα), για το οποίο ο Αθήναιος σημειώνει: «έτσι το λέμε κι εμείς στην Ναύκρατιν».