Παναγία Τρικουκκιά, Τροόδος

Image

Από το παλαιό μοναστήρι της Παναγίας Τρικουκκιάς (ή Τρικουκκιώτισσας) σώζεται σήμερα η εκκλησία του. Βρίσκεται στο Τρόοδος, ακριβώς δυτικά της ψηλότερης κορυφής της οροσειράς, δηλαδή του Ολύμπου (Χιονίστρας) και μεταξύ αυτής και του χωριού Πρόδρομος, σε ωραία τοποθεσία που φέρει την ίδια ονομασία. Προσεγγίζεται με αγροτικό δρόμο από την περιοχή του Προδρόμου.

 

Σε παλαιότερες εποχές το μοναστήρι φαίνεται να ήταν φημισμένο, ιδίως για την εικόνα της Παναγίας της Τρικουκκιώτισσας που στεγαζόταν σ' αυτό κι εθεωρείτο θαυματουργή. Το επίθετο της Παναγίας (Τρικουκκιώτισσα ή στο κυπριακό γλωσσικό ιδίωμα Τρικουτσ’ιώτισσα ή Παναγία της Τρικουτσ’ιάς) είναι φυτώνυμο. Προήλθε από το δασικό δέντρο τρικουτσ'ιά (βλέπε γι' αυτό στο επόμενο λήμμα), που λέγεται και κοκκονιά και που έδωσε, πιθανώς, και την ονομασία Κύκκος, του φημισμένου μοναστηριού που επίσης βρίσκεται στα βουνά του Τροόδους.

 

Υπάρχουν και άλλες απόψεις ως προς την προέλευση του επιθέτου της Παναγίας:  Ότι δήθεν προήλθε από την ύπαρξη στην περιοχή μοσφυλιών που έδιναν καρπούς οι οποίοι περιείχαν τρία κουκούτσια (κοκκόνες, όπως λέγονται στην Κύπρο) αντί δυο ή τέσσερα. Κατ' άλλη παράδοση, ονομάστηκε έτσι επειδή κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας το μοναστήρι είχε το δικαίωμα να παίρνει από την δεκάτη των μετοχίων του το ένα τρίτο, το λεγόμενο αντικούτσ’ιν ή τρικούτσ’ιν (από τις λέξεις τρία κουκκιά). Παρομοίως, ονομάζονταν τριτερά (τα) χωράφια που φορολογούνταν κατά το αυτό σύστημα.

 

Ωστόσο το μοναστήρι ήταν κατά πολύ παλαιότερο της περιόδου της Τουρκοκρατίας, θεωρείται δε από μερικούς μελετητές ως ένα των παλαιότερων και ονομαστών μοναστηριών της Κύπρου.

 

Η ιστορία του μοναστηριού είναι άγνωστη, όπως κι άγνωστο είναι το πότε κι από ποιους ιδρύθηκε. Η ίδρυσή του θα πρέπει σίγουρα να τοποθετηθεί στα Βυζαντινά χρόνια, γιατί από σκόρπιες πληροφορίες γνωρίζουμε ότι τούτο υφίστατο κι άκμαζε ήδη κατά την μεσαιωνική περίοδο της Φραγκοκρατίας. Υποστηρίχθηκε μάλιστα από παλαιούς συγγραφείς ότι το μοναστήρι της Τρικουκκιάς προϋπήρξε εκείνου του Κύκκου (ιδρύθηκε κατά τα τέλη του 11ου αιώνα), την δε φήμη της Παναγίας της Τρικουκκιώτισσας αντικατέστησε βαθμηδόν εκείνη της Παναγίας της Κυκκώτισσας. Μερικοί μάλιστα φαίνεται να σύγχυζαν τα δυο μοναστήρια.

 

Κατά την παράδοση, την εικόνα της Παναγίας της Τρικουκκιώτισσας είχε ζωγραφίσει ο ίδιος ο ευαγγελιστής Λουκάς. Τούτο πιστευόταν κατά τα Μεσαιωνικά χρόνια, σχετική δε αναφορά κάνει ο Estienne de Lusignan.

 

Ο Lusignan γράφει επίσης ότι σε περιόδους ανομβρίας η εικόνα της Παναγίας Τρικουκκιώτισσας μεταφερόταν με πομπή στην πρωτεύουσα Λευκωσία όπου την υποδέχονταν στην είσοδο της πόλης και Έλληνες και Λατίνοι που στη συνέχεια την λιτάνευαν. Με πομπή μεταφερόταν ύστερα πίσω στο μοναστήρι. Αργότερα βρίσκουμε να λιτανεύεται, σε περιόδους ανομβρίας, η εικόνα του Κύκκου, όταν πλέον το μοναστήρι της Τρικουκκιάς περιέπεσε σε παρακμή.

 

Ο αρχιμανδρίτης Κυπριανός, στη Χρονολογική Ἱστορία του, περιλαμβάνει το μοναστήρι της Τρικουκκιάς στα ανήκοντα στην εκκλησιαστική περιφέρεια του θρόνου της Κερύνειας κατά τον 18ο αιώνα. Ο ίδιος συγγραφέας συνδέει την Τρικουκκιά με την Τροοδίτισσα, γράφοντας και τα εξής:

 

Ἄλλαι εἰκόνες, ἡ   τῆς Τρικουκκιώτισσας εἰς τούς πρόποδας τοῦ Τροόδους καί ἡ Τροοδίτισσα, παλαιόταται εἰκόνες καί θαυματουργοί, τά ὁποῖα τό πάλαι τά μοναστήρια πλουτισμένα ἀπό μοναχούς καί ἀξιόλογα...

 

Η φήμη του μοναστηριού ήταν μεγάλη τουλάχιστον μέχρι και τον 16ο αιώνα, οπότε τούτο σεβάστηκαν και οι Τούρκοι που κατέλαβαν την Κύπρο το 1570-71, όπως προκύπτει από σχετική αναφορά στον μακροσκελή Θρῆνο τῆς Κύπρου. Ωστόσο κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας το μοναστήρι περιέπεσε σε παρακμή και τελικά εγκαταλείφθηκε κι ερημώθηκε. Όταν ο Ρώσος μοναχός Βασίλι Μπάρσκυ* επισκέφθηκε και ζωγράφισε το μοναστήρι, το 1735, το βρήκε διπλάσιο σε μέγεθος από εκείνο της Τροοδίτισσας αλλά φτωχό, παλαιό και ετοιμόρροπο, γιατί δεν υπήρχε κανένας που θα μπορούσε να το επιδιορθώσει ή να το βοηθήσει με άλλους τρόπους, εξαιτίας της φτώχειας των Χριστιανών και της βίαιης κι ανυπόφορης τουρκικής φορολογίας. Προσθέτει δε ότι υπήρχαν τότε στο μοναστήρι ένας ηγούμενος και δυο μοναχοί, που ζούσαν εκεί χωρίς κανονισμούς και με φτωχή τροφή.

 

Πολύτιμα βοηθήματα για την τότε εμφάνιση του μοναστηριού είναι το σχέδιο του Μπάρσκυ και η περιγραφή του, που είχε ως εξής:

 

Ο μικρός ναός βρίσκεται στη μέση της αυλής, περικυκλωμένος από κελιά που όλα είναι καλυμμένα με επίπεδα κεραμίδια... Ο ναός έχει μιαν είσοδο, κεραμοσκεπή οροφή, ξύλινη βεράντα που τον περιβάλλει, αλλά εσωτερικά δεν έχει ωραιότητα, εκτός από μια εικόνα της αγίας Παρθένου, η οποία ήταν το μόνο νέο αντικείμενο, ενώ όλα τα υπόλοιπα ήσαν παλαιά και μαύρα από την πολυκαιρία. Οι είσοδοι στο μοναστήρι ήσαν πολυάριθμες, διότι οι τοίχοι ήσαν κατεστραμμένοι σε πολλά μέρη. Η κύρια είσοδος είναι στον βόρειο τοίχο...και μπροστά της, μέσα στο μοναστήρι, είναι μια πηγή υγιεινού ύδατος... Το μοναστήρι, μέσα στην ήσυχη κι απίστευτα ωραία τοποθεσία του, προκαλεί μεγάλο θαυμασμό... (Πρβλ. Α. Στυλιανού, Αἱ περιηγήσεις τοῦ Ρώσσου μοναχοῦ Βασιλείου Βάρσκυ ἐν Κύπρ. 1957, σσ. 87-88).

 

Ο Ν.Γ.Κυριαζής (Τά Μοναστήρια ἐν Κύπρ, 1950, σσ. 153-156), γράφει ότι εσώζοντο στο μοναστήρι διάφορα παλαιά εκκλησιαστικά βιβλία που με δική του φροντίδα μεταφέρθηκαν για φύλαξη στη μητρόπολη της Κερύνειας. Από διάφορα δε σημειώματα συμπεραίνει ότι για κάποια περίοδο στο μοναστήρι λειτούργησε κι εργαστήριο αντιγραφής και στάχωσης βιβλίων. Ο ίδιος παραθέτει, μεταξύ άλλων, κείμενο επιγραφής στον βόρειο τοίχο του ναού, που πληροφορεί ότι είχε γίνει καθαγίασή του το 1761, επί αρχιεπισκόπου Κύπρου Νικηφόρου.

 

Διάφορα άλλα αντικείμενα του μοναστηριού, όταν αυτό είχε πλέον ερημωθεί, είχαν μεταφερθεί για φύλαξη στη μητρόπολη της Κερύνειας, μεταξύ των οποίων ξεχώριζε ένα τετράπλευρο ξύλινο αναλόγιο με δυο ξυλόγλυπτους όρθιους λέοντες σε κάθε πλευρά. Δεν υπάρχουν όμως σήμερα πληροφορίες ως προς το τι απέγινε η φημισμένη εικόνα της Παναγίας της Τρικουκκιώτισσας. Ο G.Jeffery (Historic Monuments of Cyprus, 1918, p. 291), διερωτάται εάν υπήρξαν δυο διαφορετικές εικόνες της Παναγίας, ή εάν εκείνη της Τρικουκκιώτισσας ήταν η σημερινή εικόνα της Κυκκώτισσας.

 

Ο σωζόμενος, και επιδιορθωμένος σήμερα, ναός του μοναστηριού είναι τρίκλιτος και ξυλόστεγος. Ύστερα από χρόνια εγκατάλειψης, η περιοχή του μοναστηριού ενοικιάστηκε στην αποικιακή κυβέρνηση, επί Αγγλοκρατίας, από τη μητρόπολη της Κερύνειας. Η αποικιακή κυβέρνηση επιδιόρθωσε τμήμα της βόρειας πτέρυγας των μοναστηριακών κτιρίων για διαμονή υπαλλήλων και μετέτρεψε το μέρος σε γεωργικό φυτώριο, σαν τέτοιο δε λειτούργησε για μεγάλο διάστημα. Πιο πριν η περιοχή ενοικιαζόταν σε ιδιώτες γεωργούς.

 

Παρά το ότι το μοναστήρι είχε ανακαινιστεί το 1761 επί αρχιεπισκόπου Κύπρου Νικηφόρου, σύμφωνα προς τη σωζόμενη επιγραφή στο ναό, που αναφέρεται σε καθαγίασή του το έτος αυτό, η μακρά εγκατάλειψή του στη συνέχεια είχε ως αποτέλεσμα την ερήμωση των οικοδομημάτων του. Από τα διάφορα παλαιά μοναστηριακά οικοδομήματα που περιέβαλλαν το ναό, όπως φαίνονται και στο σχέδιο του Ρώσου μοναχού Βασιλείου Μπάρσκυ, σήμερα σώζεται μόνο ο τρίκλιτος ναός.

 

Ύστερα από πολλά χρόνια εγκατάλειψης, το μοναστήρι της Παναγίας Τρικουκκιάς αναβίωσε ως γυναικείο, με την εγκατάσταση σ΄ αυτό μοναχών. Η αναβίωση του μοναστηριού συνοδεύτηκε και με την οικοδόμηση νέων κτισμάτων γύρω από τον παλαιό ναό, κατά την τελευταία δεκαετία του 20ού αιώνα. Οι εκεί εγκατεστημένες μοναχές αξιοποίησαν και τον γύρω χώρο, δημιουργώντας κήπο και περιβόλια.

 

Συγκεκριμένα, με απόφαση του τότε αρχιεπισκόπου Κύπρου Χρυσοστόμου Α΄ και με φροντίδα και προσπάθεια του μητροπολίτη Λεμεσού Αθανασίου, το μοναστήρι επαναλειτούργησε από τον Σεπτέμβριο του 1997 με την εγκατάσταση σ΄ αυτό αρχικά δύο μοναχών. Για τη συντήρηση του ναού και την οικοδόμηση των άλλων αναγκαίων εγκαταστάσεων, συνέδραμε ο μεγάλος ευεργέτης Κωνσταντίνος Λεβέντης. Αργότερα προστέθηκαν και άλλες μοναχές στο δυναμικό του μοναστηριού. Το 2010 διαβιούσαν στο μοναστήρι 7 μοναχές, με ηγουμένη την αδελφή Χριστονύμφη. 

Φώτο Γκάλερι

Image
Image
Image
Image