Τσουρής Ανδρέας

Image

Αθλητής. Γεννήθηκε στο Καϊμακλί το 1903 και πέθανε το 1962. Ήταν το δεύτερο παιδί δεκαμελούς οικογένειας. Παρουσιάστηκε στους στίβους το 1923 και διέπρεψε στους δρόμους ημιαντοχής και αντοχής.

 

Υπήρξε η πιο πολυσυζητημένη και χαρακτηριστικότερη μορφή ταλαντούχου και πολυσύνθετου αθλητή που πέρασε από τα ελληνικά στάδια.

 

Στους 14ους Παγκύπριους αγώνες πρώτευσε, ως αθλητής της Λευκωσίας, σε τέσσερα αγωνίσματα (800 μ., 1.500 μ., 5.000 μ. και μαραθώνιο). Το κατόρθωμα αυτό του Τσουρή αποτελεί σπανιότατο φαινόμενο στον κύκλο του παγκόσμιου αθλητισμού. Ο χρόνος που πέτυχε στον δρόμο 1.500 μ. (4' .20 2/5") αποτελούσε πανελλήνια επίδοση, που όμως δεν αναγνωρίστηκε γιατί δεν δόθηκαν στην Ελλάδα τα απαραίτητα στοιχεία.

 

Το 1924 πρώτευσε στον δρόμο 800 μ. στους 16ους Πανελλήνιους αγώνες, δεν μπόρεσε όμως να αγωνιστεί σε δεύτερο αγώνισμα λόγω τραύματος που υπέστη κατά τη διάρκεια του ταξιδιού του στην Ελλάδα. Συγκεκριμένα, στο πλοίο που μετέφερε την ομάδα της Λευκωσίας για τους Πανελλήνιους αγώνες, βρισκόταν και αξιωματούχος της αποικιακής κυβέρνησης της Κύπρου, ο μετέπειτα κυβερνήτης του νησιού σερ Χιου Φουτ, ο οποίος ζήτησε από τον προπονητή της ομάδας να γνωρίσει τον «ξακουστό Κύπριο αθλητή Τσουρή». Ο προπονητής (Γ.Σκουταρίδης), για να εντυπωσιάσει τον  Άγγλο αξιωματούχο, έδωσε οδηγίες στον Τσουρή να φορέσει τα αθλητικά του παπούτσια και να κάμει μερικές στροφές στο κατάστρωμα. Επειδή τα καρφιά των παπουτσιών ήσαν αρκετά μεγάλα και το κατάστρωμα του πλοίου πολύ σκληρό, οι μυς των ποδιών του αθλητή υπέστησαν ανεπανόρθωτη βλάβη.  Ύστερα από τη νίκη του στα 800 μ., την οποία πέτυχε με φρικτούς πόνους στα πόδια, και τη φήμη που δημιούργησαν οι επιδόσεις και οι επιτυχίες του, η Ολυμπιακή Επιτροπή Ελλάδος τον περιέλαβε στην προολυμπιακή ομάδα για την Ολυμπιάδα του Παρισιού (1924) μαζί με δυο άλλους Κυπρίους αθλητές (Ι. Ταλιάνος, Κ. Παντελίδης).

 

Στους 17ους Πανελλήνιους αγώνες (1925) πρώτευσε στους δρόμους 800 μ. (2' .07 " .6) και 1.500 μ. (4' .20 " .8). Τον ίδιο χρόνο στα 1.500 μ. πέτυχε και στους προκριματικούς αγώνες που έγιναν στη Λευκωσία (2,12.4.1925) και αναγνωρίστηκε σαν πανελλήνια επίδοση.

 

Είναι χαρακτηριστικό το σχόλιο της εποχής για τη νίκη του Τσουρή: ...Εἶναι τώρα ὁ τελευταῖος γύρος καί ἀφοῦ οἱ  ἄλλοι ὑπέκυψαν ἀλληλοδιαδόχως καί ἐξῆλθον ἀπό τόν στίβον, παλαίουσιν ἡ Λευκωσία, ἡ Κωνσταντινούπολις καί ἡ Σμύρνη. Ὁ Τσουρής, ὑπό τάς παρορμήσεις τῶν θεατῶν -ὀρθίων ὅλων- εἶναι πλέον ἀκατάσχετος καί πτερωτός φθάνει τήν ταινίαν τοῦ τέρματος, ἐνῶ  ἡ  ἀτμόσφαιρα τοῦ Γυμναστηρίου δονεῖται ἀπό τά χειροκροτήματα καί τάς ἐπευφημίας τοῦ πλήθους. Διακηρύσσεται ἀμέσως ὑπό τοῦ κήρυκος τῶν ἀποτελεσμάτων ὅτι ὁ Τσουρῆς κατέρριψε τό Πανελλήνιον ρεκόρ διανύσας τόν δρόμον εἰς 4'.20''8. Δεύτερος ὁ Λ. Ζαΐρης τῆς Α.Ε.Κ. (4 '.28 1/5") καί τρίτος ὁ Γ. Ζαμαρίας τοῦ Πανιωνίου. Ἡ προηγουμένη ἐπίδοσις ἦτο 4'.25''.  Ὁ  ἀπό τοῦ 1908...

 

Σε άλλο σχόλιο της εποχής, ύστερα από νικηφόρα εμφάνισή του στον μαραθώνιο, ο σχολιαστής αναφέρει: Εἶναι ὁ γνήσιος Μαραθωνοδρόμος τοῦ 490 π. Χ., μέ τήν διαφοράν ὅτι αὐτός ἐκτελών τόνθλον καί ἀναγγέλλων εἰς τάς Ἀθήνας τήν νίκην τοῦ Μαραθῶνος δέν θά ἒπεφτεν  ἴσως νεκρός καθώς ἐκεῖνος, ἀλλά θά ἔζη διά νά ἐπαναλάβῃ εἰς ὁμοίαν περίστασιν τό κατόρθωμα.

 

Το 1926, στους 18ους Πανελλήνιους αγώνες, κέρδισε τον δρόμο 1.500 μ. και κατετάγη δεύτερος στον δρόμο 800 μ., ενώ στους 17ους Παγκύπριους αγώνες (1927), στους οποίους μετείχαν και αθλητές από την Ελλάδα, πρώτευσε στον δρόμο 5.000 μ. (16' .18'' .0) και πήρε δεύτερη νίκη στα 1.500 μ.

 

Τελευταία συμμετοχή του σε Παγκύπριους αγώνες ήταν το 1928 (18οι Παγκύπριοι αγώνες).  Έδωσε τότε την ευκαιρία στους φιλάθλους, που κατέκλυσαν το εγκαινιαζόμενο νέο στάδιο της Λάρνακας, να χαρούν τον αθλητή στις τρεις τελευταίες του παγκύπριες νίκες: 800 μ. (2΄.08".0), 1.500 μ. (4'.27 3/5") και 5.000 μ. (17.43".0).

 

Τον επόμενο χρόνο (14.8.1929) αναχώρησε για την Αμερική. Στη Νέα Υόρκη, όπου εγκαταστάθηκε, ήταν ιδιοκτήτης του συλλόγου-κέντρου «Η Κύπρος».