Άθως και Κύπρος

Image

Οι σχέσεις Κύπρου και Άθω χάνονται στα βάθη της ιστορίας των επαφών Κύπρου-Μακεδονίας, που δεν έχουν ως τώρα επαρκώς διερευνηθεί. Αλλά κι οι ίδιες οι αρχές του μοναχικού βίου στον Άθω, από τις οποίες θα μπορούσαν να προκύψουν στοιχεία για τους ειδικότερους δεσμούς Κύπρου-Αθωνιτικού μοναχισμού, βυθίζονται στην αχλύ του θρύλου ή/και των αμάρτυρων παραδόσεων και υποθέσεων, κυρίως από μεταγενέστερους Αθωνίτες μοναχούς πλασμένων. Ούτε η υπόθεση ίδρυσης μοναστηριών στον Άθω από τον Μ. Κωνσταντίνο (4ος αι. μ.Χ.) ούτε η υπόθεση μετανάστευσης Πελοποννησίων και Παλαιστινίων μοναχών στο άγιον Όρος στους 4ο- 5ο αιώνες, ούτε ακόμη η άλλη θεωρία της καταφυγής και εγκατάστασης με αυτοκρατορική βοήθεια μαζών από μοναχούς της Παλαιστίνης στον Άθω λόγω διωγμών από τους Άραβες (7ος-10ος αι.) μπορούν ν' αποδειχθούν ιστορικά. Μικροί, όμως, αριθμοί μοναχών από την Παλαιστίνη δυνατόν πράγματι να ήλθαν στον Άθω στην τελευταία περίοδο μέσω Μ. Ασίας ή μέσω Κύπρου, όπως αυτοί που αναφέρει για το 812 μ.Χ. ο Θεοφάνης (Χρονογραφία, ed. de Boor, σ. 499). Ούτε κατά τις δυο φάσεις της Εικονομαχίας έχουμε μαρτυρίες τέτοιων επαφών, αν και τότε η Κύπρος υπήρξε καταφύγιο εικονολατρών μοναχών από τη Μ. Ασία, ή τόπος εξορίας τους, αλλά στον Άθω δεν φαίνεται να συνέβη το ίδιο, παρά τις σχετικές παραδόσεις των μοναχών. Ούτε ανάμεσα στους πρώτους μοναχούς και μοναστικές κοινότητες του 9ου αι. περιλαμβάνονται Κύπριοι(1), κι η πρώτη ιστορική επικοινωνία Κύπρου -Άθω είναι η επίσκεψη του Αθανασίου Αθωνίτη και του Αντωνίου στη μονή Ιερέων, στα μέσα του 963 ως την άνοιξη του 964 (βλ. λήμμα Αθωνίτης Αθανάσιος). Η πιθανή αντιγραφική δραστηριότητα των δυο μοναχών στην Κύπρο, απ' όπου επέστρεψαν στον Άθω, μπορεί να ήταν η αρχή εισαγωγής κυπριακών χειρογράφων στις μονές του Όρους, όπου σήμερα υπάρχουν δεκάδες τέτοια, κυρίως στη μονή της Λαύρας, και αντίστροφα μεταφοράς αθωνιτικών χειρογράφων στην Κύπρο. Οι τέτοιες σχέσεις διευρυνόμενες πρέπει να ήσαν το πλαίσιο ίδρυσης μετοχίου της μονής Λαύρας ἐν τῇ μεγάλῃ Κύπρῳ τοῦ ἁγίου Ἀντωνίου μετόχων μετά πάντων τῶν ὑπ' αὐτοῦ, σύμφωνα προς αχρονολόγητο υπόμνημα για την περιουσία της(2).

 

Η παλαιότερη άποψη ότι οι «αρχηγοί» των δεκατριών μοναχών της Καντάρας, που μαρτύρησαν στα 1231 στα χέρια των Λατίνων, Ιωάννης και Κόνων, ήλθαν από το Άγιον Όρος δεν ευσταθεί, διότι το Καλόν Όρος από όπου ήλθαν κατά τις πηγές, ήταν στη Μ. Ασία έναντι της Κύπρου(3). Αλλά αυτό δεν μειώνει την εικόνα των επαφών Κύπρου- Άθω στον Μεσαίωνα, που αντανακλάται και σε παλαιότερη μυθική κυπριακή παράδοση για την τυχαία επίσκεψη της Παναγίας στον Άθω με καράβι, που την έφερνε μαζί με τον Ιωάννη τον Θεολόγο στην Κύπρο, για να επισκεφθεί τον Λάζαρο, αλλά παρασύρθηκε από τον άνεμο στον Άθω, που τον εκχριστιάνισε και τον ευλόγησε προτού επιστρέψει στην Κύπρο, όπου τέλος συνάντησε τον Λάζαρο(4).

 

Ο ένας από τους ιδρυτές του Ησυχαστικού κινήματος στον Άθω, ο Γρηγόριος ο Σιναΐτης (1280-27 Νοεμβρίου 1346), που γεννήθηκε κοντά στις Κλαζομενές της Μ. Ασίας, έζησε στη νεανική του ηλικία στην Κύπρο και εκάρη μοναχός σ' αυτήν από Κύπριο μοναχό προτού πάει στο Σινά, όπου και εδίδαξε νέους, έπειτα στους Αγίους Τόπους και στην Κρήτη, όπου μυήθηκε στη θεωρία του Ησυχασμού, την «νῆψιν» και την «καθαράν προσευχήν», κι απ' εκεί στον Άθω όπου διέδωσε την μυστικιστική ησυχαστική ιδεολογία και πρακτική(5). Παρόλο που ο βιογράφος του Γρηγορίου, πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Κάλλιστος Α' δεν το αναφέρει, δεν αποκλείουμε καθόλου ο Γρηγόριος να πήρε τα πρώτα στοιχεία της θεωρίας του στην Κύπρο και στο Σινά, παλαιά κέντρα συζήτησης και μεταφοράς ανατολικών θεολογικών και φιλοσοφικών ιδεών (πρβλ. Κ.Π. Κύρρη στα Βυζαντινά, β,' 1970, σσ. 65-105, στην Revue des Et. Sud-Est Europ., IX, 1971,3, σσ. 463-477 και στην History of Cyprus, Nicosia, 1984, σσ. 160-175).

 

Ο επίσης μεγάλος Αθωνίτης Ησυχαστής άγιος Σάββας ο Νέος, που ο Βίος του γράφτηκε από τον πατριάρχη Φιλόθεο Κόκκινο, έζησε στην Κύπρο αρκετά χρόνια στη δεύτερη δεκαετία του 14ουαι. ως «κατά Χριστόν Σαλός», δηλαδή τρελός στη θεολογική-θρησκευτική έννοια του όρου, θεωρούμενος από τους Λατίνους πράγματι παράφρονας για την περίεργη συμπεριφορά του, αλλά ελκύοντας τον σεβασμό και τον θαυμασμό των Ελλήνων Ορθοδόξων Κυπρίων τόσο πολύ, που λόγω της λατινικής αντίδρασης αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το νησί(6).

 

Γύρω στα 1346-1347 ο Αθωνίτης μοναχός της μονής Εσφιγμένου, τότε όμως μάλλον στην Κωνσταντινούπολη, ησυχαστής Ιωσήφ Καλόθετος, γράφει σημαντική, ωραία και αντικειμενική επιστολή «πρός τινάς μοναχούς ἐλθόντας ἐκ Κύπρου [εις το Βυζάντιον] καί ζητήσαντας ἁπλῷ λόγῳ μαθεῖν τίνα τά παρ' ἀμφοτέρων τῶν μερῶν [= Ησυχαστών-Παλαμιτών, και Βαρλααμιτών - αντιησυχαστών] λεγόμενα», προφανώς διότι στην Κύπρο επικρατούσαν οι αντιπαλαμικές ιδέες με εκπροσώπους όπως ο Γεώργιος Λαπίθης κ.ά.(7)

 

Από τέτοιες επαφές έφθασαν στον Άθω τώρα αρκετά κυπριακά χειρόγραφα και αντεγράφησαν εκεί χειρόγραφα σχετικά προς την Κύπρο, όπως ο κώδικας 489 της μονής Διονυσίου που προέρχεται από την Πάφο και περιέχει (φφ. 173-185r, 190-192) την πλήρη ελληνική μετάφραση της περίφημης Κυπριακής Βούλλας (Bulla Cypria ή Constitutio Cypria) του Πάπα Αλεξάνδρου Δ', που καθόριζε το καθεστώς της ορθόδοξης Εκκλησίας της Κύπρου (1260) κάτω από τη λατινική πολιτική και εκκλησιαστική κυριαρχία, καθώς επίσης και τα πρακτικά μιας ψευδούς, όπως φαίνεται, Συνόδου που έγινε στα 1295 στην Αμμόχωστο υπό την προεδρία του «Μαρίνου ἐπισκόπου Καρπασέων ...καί ἀρχιεπισκόπου Κύπρου (;), ὁμιλία γιά τήν ἒναρξη συνεδρίας - Συνόδου, κανόνες γιά τά ἑπτά μυστήρια, μοναστικούς κανόνες καί κανόνες και ἐκκλησιαστικές πειθαρχικές πράξεις»(8).

 

Η παρουσία του κώδικα στον Άθω μαρτυρεί το ενδιαφέρον των Αθωνιτών για τα συμβαίνοντα στη Λατινοκρατούμενη Κύπρο, από όπου ένας τουλάχιστον ιεράρχης έφθασε στο Άγιον Όρος και υπέγραψε τον χρυσόβουλλο λόγο του Οκτ. του 1321 του αυτοκράτορα Ανδρονίκου Β' Παλαιολόγου για τη μονή Κουτλουμουσίου, «Ὁ ταπεινός μητροπολίτης Χύπρου [sic] Γρηγόριος» (9), άγνωστος κατά τα άλλα, ίσως ο ίδιος προς τον Γρηγόριο Αρχιεπίσκοπο που οι J. Hackett -Χρ. Παπαϊωάννου (Ιστ. της Ορθοδ. Εκκλ. τ. Κύπρου, Β', 1927, σσ. 177, 75) τοποθετούν κατ' εικασίαν στον 8ο αι. Από τις επαφές αυτές έφθασαν ως την Κύπρο επώνυμα όπως το Λαμπατάς, που απαντάται στη μονή Ξηροποτάμου στα 1318(10), Λάππατας στη Λάπηθο, Λαγούδης, Κολίτζης (11) κλπ.

 

Επί Τουρκοκρατίας οι σχέσεις Κύπρου- Άθω συνεχίστηκαν πυκνότερες μέσω μοναχών και μουσικών Κυπρίων, αντιγραφέων και λογίων που επισκέπτονταν τον Άθω και έμεναν και δρούσαν εκεί. Π.χ. κατά τον Οκτώβριο του 1759 ο περίφημος μεγάλος διδάσκαλος της Κύπρου Εφραίμ ο Αθηναίος, που δίδαξε για 19 χρόνια στο Ελληνομουσείον Λευκωσίας, πήγε στο Άγιον Όρος με ειδική αποστολή να μεταφέρει στην Κύπρο το λείψανο του αγίου Μιχαήλ Συννάδων, που πιστευόταν ότι η λιτανεία με αυτό επικεφαλής έθετε τέρμα στην ακρίδα(12). Το ίδιο λείψανο είχαν ζητήσει να φέρουν οι Κύπριοι πρόκριτοι και αρχιερείς στα 1628 (15 Ιουνίου) με γράμμα του αρχιεπισκόπου Χριστοδούλου προς τον Κύπριο άρχοντα Χατζηαντώνιο στην Κωνσταντινούπολη(13). Επίσης αναφέρουμε τον Κύπριο λόγιο Κυπριανό τον Κύπριο, που δίδαξε μαζί με τον Ευγένιο Βούλγαρη στην Αθωνιάδα Σχολή περί τα 1800 (βλ. σχετική λεπτομερή μελέτη του Α. Αγγέλου).

 

Από τους πολλούς Κυπρίους μουσικούς ή παρεμφερών ειδικοτήτων λογίους Αθωνίτες που αναφέρονται σε μουσικούς κώδικες του Αγίου Όρους, αναφέρονται οι εξής: Χρύσανθος ἱερομόναχος Κύπριος, μαθητής Ἰωάννου Πρωτοψάλτου(14), Χρύσανθος Ἱεροδιάκονος Κυπριώτης, ποιητής εἰρμών(15), Ἰωαννίκιος Δοχειαρίτης καί Κύπριος ἐκ πόλεως Λάρνακος, ιδιοκτήτης του κώδικα 356 της μονής του Δοχειαρίου, Ανθολογίας που αντέγραψε, στις αρχές του 19ου αι. ο Άνθιμος του Γαβριήλ ψάλτης(16), και του κώδικα 376 του Δοχειαρίου, του 18ου αι., που ομολογεί εδώ ότι απεδείχθη ἀπειθής καί ἀλαζών καί πόρνος καί αὐθάδης (17), Αντώνιος Κύπριος γραφέας του κώδικα 934 της μονής Παντελεήμονος, μαθητής του Γρηγορίου Λαμπαδαρίου Πρωτοψάλτη, 1818(18), ανώνυμος Κύπριος γραφέας που αντιγράφει γύρω στα 1720-1740 τον κώδικα 1019 της μονής Παντελεήμονος, ίσως στην Κύπρο, με πολυχρόνιο στο φ. 242r για τον αρχιεπίσκοπο Κύπρου (χωρίς όνομα), προσαρμοσμένο αργότερα για τον μητροπολίτη «Κιτιαίων», Καλλίνικος Ἱερομόναχος καί πρωτοσύγγελλος τῆς ...μονῆς Κύκκου, ιδιοκτήτης του κώδικα 24 της μονής Γρηγορίου, 1736(19). Υπενθυμίζουμε την ηγετική δράση του Κυπρίου Αγαπίου στα μέσα του 19ουαι. στο κίνημα των Κολλυβάδων στον Άθω. Αρκετά από τα νομικά, μουσικά κ.ά. χειρόγραφα των μονών της Κύπρου και ιδίως του Κύκκου, είτε έχουν αγιορείτικη προέλευση, είτε ακολουθούν πρότυπα αγιορείτικα(21).

 

Περαιτέρω σχέσεις Κύπρου - Αγίου Όρους μέχρι την εποχή μας λανθάνουν ή καταγράφονται σε εκδομένες και ανέκδοτες εκκλησιαστικές πηγές, στον τύπο και στα αρχεία, και δεν μπορούν να αναπτυχθούν εδώ. Ιδιαίτερα ο τύπος της Κύπρου κατά καιρούς ασχολήθηκε με το Παλαιοημερολογιτικό ζήτημα, που ακόμη είναι ζωντανό στο Άγιον Όρος, καθώς και με άλλες πτυχές της ζωής του, (λ.χ. βλ. «Άγιον Όρος Άθω» του Άντρου Παυλίδη, Φιλελεύθερος, Λευκωσία, Ιανουάριος 1974, σε 9 συνέχειες), κατά καιρούς δε, κυρίως μετά το 1964, με την πιθανότητα μεταφοράς του Οικουμενικού Πατριαρχείου σ' αυτό, στα πλαίσια «ριζικής λύσεως» των Ελληνοτουρκικών διαφορών. Σημειώνουμε ακόμη ότι και σήμερα, όπως σ' όλη την Τουρκοκρατία και στην μετά την ελληνική Παλιγγενεσία περίοδο, υπάρχουν πολλοί Κύπριοι μοναχοί σε διάφορες μονές του Άθω, άνω των 100, αρκετοί απ' αυτούς επιστήμονες απογοητευμένοι από τη ζωή και από τις τραγικές εξελίξεις στην Κύπρο μετά τον Ιούλιο του 1974, ή από γνήσια φιλοσοφική αναζήτηση του απολύτου και της μεταφυσικής αλήθειας, την οποία, κατά τον Γρηγόριο Παλαμά, σαν Άτλαντες οι Αγιορείτες φέρουν στους ώμους των χάριν της ανθρωπότητος. Χαρακτηριστικό είναι ότι από τον Ιανουάριο του 1981 εκδίδεται στη Λευκωσία (εκδόθηκαν μέχρι τα τέλη του 2006 συνολικά 80 τεύχη) η Ορθόδοξη Μαρτυρία, Έκδοση Παγκυπρίου Συλλόγου Ορθοδόξου Παραδόσεως «Οι φίλοι του Αγίου Όρους», Τ.Κ. 5524, Λευκωσία,- Υπεύθυνος ιεροδιάκονος (από τεύχ. 9, Σεπτ. -Δεκ. 1983 αρχιμανδρίτης) Συμεών Συμεών.

 

Σήμερα (2007) ηγούμενοι σε δύο από τα σημαντικότερα μοναστήρια του Αγίου Όρους είναι Κύπριοι. Συγκεκριμένα στο μοναστήρι του Βατοπεδίου ηγούμενος είναι ο αρχιμανδρίτης Εφραίμ και στο μοναστήρι Διονυσίου ηγούμενος είναι ο αρχιμανδρίτης Πέτρος.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:

 

  1. Actes du Protaton, ed... Denise Papachryssanthou, Texte, Paris. 1975. σσ. 3-83 κ.ε.
  2. Actes de Lavra, I. Des origines a 1204, ed par P. Lemerle  etc, Texte, 1970, σ. 363.
  3. Θεοδ. Παπαδοπούλλου, Μαρτύριον Κυπρίων, Ανατ. εκ του Αναμνηστικού Τόμου επί τη 50ετηρίδι του περιοδ. Αποστ. Βαρν. εν Λευκωσία, 1975, σσ. 307-338
  4. ΑΚΕΠ. Α', 1971, σσ. 352-355 αρ. 113.
  5. H-C. Beck, Kirche und theologische Literatur in byz. Reich, 1958, σσ. 694-695.
  6. Beck. ε.α.., σσ. 272,725.
  7. Αγαθάγγελος ο Καλλιστράτου, ΜΚΕ, Α' σσ. 29-30. Δημ. Γ. Τσάμη, Ιωσήφ Καλοθέτου Συγγράμματα, Θεσσ/κη, 1980, σσ. 347, 354-356, 385 -397 αρ. 4.
  8. J. Darrouzes, Revue des Etudes Byzantines, 37, 1979, σσ. 5-122 σποράδην, ιδίως σσ. 83-122.
  9. Actes de Kutlumus. Ed. ...Paul Lemerle.Texte, Paris, 1945, σσ. 58-60.
  10. Actes de Xeropotamou.ed... J. Bompaire, Texte, Paris, 1964, σ. 156 αρ. 18.
  11. Actes de Katamonitou, ed. N. Oikonomides, Texte et Planches, Paris, 1978, σ.99: Αγάπιος Κολυτζίου. Actes de Lavra, I, (897-1178). ed. G. Rouillard - D. Collomp etc., Paris, 1937, σσ. 48 αρ. 7,1013, σ. 87 αρ. 33,1080: Κωνσταντίνος Λαγούδης.
  12. Λ. Φιλίππου, Τα ελληνικά Γράμματα εν Κύπρω κατά την περίοδον της Τουρκοκρατίας (1671 -1878), Α' Λευκωσία, 1930, σ. 136.
  13. Κωνστ. Ι. Μυριανθοπούλου, Χατζηγεωργάκης Κορνέσιος ὁ Διερμηνεύς τῆς Κύπρου 1779-1803, Λευκωσία, 1934, σσ. 74-76.
  14. Κωδ. Ξηροποτάμου 318, αρχ. ιθ' αι. Γρ. Θ. Στάθη, Τα χειρόγραφα Βυζαντινής Μουσικής, Άγιον Όρος, Α', Αθ. 1975, σσ. 143-150 αρ. 60Χ).
  15. Αυτ. σ. 177 Ξηροποτ. 326 του ιη' αι. [1785] αρ. 68 φ. 115r, σ. 515 Δοχειαρίου 374 αρ. 202 μέσα ιη' αι. φ. 214r-ν.
  16. Στάθη, αυτ., Α', σσ. 462-466 αρ. 184.
  17. Αυτ., Α', σσ. 516-523 αι. 204.
  18. Στάθη, αυτ.. Β', Αθ., 1976, σ. 239 αρ. 403.
  19. Αυτ., Β', σσ. 633-637 αρ. 598.
  20. Κ.Π. Κύρρη, Αναλυτικός κατάλογος των Κωδίκων της I. Μ. Κύκκου, Επετηρίς του Κ.Ε.Ε. VII, 1973-1975, σσ. 305-415 σποράδην.

 

Φώτο Γκάλερι

Image
Image
Image