Χαρτώματα ή χαρτώσια ή λογιάσματα

Image

Ο αρραβώνας λέγεται στην Κύπρο χάρτωμαν (το) ή και λόγιασμαν (το) και τα ρήματα είναι χαρτώννω/νομαι και λογιάζω/ζομαι.

 

Η λέξη χάρτωμαν (=αρραβώνιασμα) μερικοί πιστεύουν ότι προέρχεται πιθανώς από το αρχαίο χαριτόω/χαριτόομαι, αφού πρόκειται για πράξη χαράς, όπως μέχρι σήμερα εύχονται στους ανύπαντρους στην Κύπρο: στες χαρές σου! κι εννοούν: στον γάμο σου. Παρόμοια, η αρχαίας προέλευσης λέξη χαρά σε αρκετές περιπτώσεις σημαίνει γάμος. Το δε χάρτωμαν δεν είναι παρά η συγκατάθεση αμφοτέρων των μελλονύμφων για σύναψη γάμου.

 

Αλλά ίσως η περίοδος του χαρτώματος, δηλαδή η περίοδος από την τέλεση των αρραβώνων μέχρι την τέλεση του γάμου, να εθεωρείτο περίοδος χαράςχαρίτων, από τη λέξη χάρις), ως περίοδος έρωτος μεν μεταξύ του ζεύγους αλλά ταυτόχρονα και περίοδος απαλλαγμένη από τις φροντίδες του ιδιόκτητου νοικοκυριού, της τεκνογονίας, της ανατροφής των παιδιών και γενικά του αγώνα επιβίωσης της νέας οικογένειας. Είναι, δηλαδή, περίοδος ξεγνοιασιάς πριν από τα δεσμά του γάμου.

 

Άλλοι όμως πιστεύουν ότι η λέξη χάρτωμαν (και χαρτώννω/νομαι) προήλθε από τη λέξη χαρτίν γιατί η τελετή των αρραβώνων γίνεται με την ανάγνωση ιερών βιβλίων. Ωστόσο τέτοιες αναγνώσεις γίνονται και σε όλες τις άλλες τελετές (γάμος, βάπτιση κ.λ.π). Εάν θεωρήσουμε ότι προήλθε από τη λέξη χαρτίν, αυτό το χαρτίν θα πρέπει να ήταν το συμβόλαιο για τον γάμο, δηλαδή το προικοσύμφωνο. Αλλά υπήρχε και άλλο χαρτίν, εκείνο στο οποίο ο ιερέας κατέγραφε την τέλεση του αρραβώνα. Ήταν «επίσημο χαρτί της εκκλησίας», απ' όπου και το χάρτωμαν.

 

Εξάλλου η λέξη λόγιασμαν προέρχεται από τη λέξη λόγος, αφού με τη μνήστευση δίνεται ο λόγος, η υπόσχεση για γάμο.

 

Το ζεύγος που χαρτώννεται είναι χαρτωμένον, ο δε μνηστήρας λέγεται χαρτωμένος (ο) η δε μέλλουσα σύζυγός του λέγεται χαρτωμένη (η). Αυτά ακούγονται και στις συστάσεις, όπως: τούτη εν η χαρτωμένη μου. Κατά τον ίδιο τρόπο, μετά την αμοιβαία υπόσχεση γάμου, έχουμε αντιστοίχως λογιασμένον και λογιασμένην.

 

Ωστόσο πολύ συχνά τα λογιάσματα ήταν διαφορετικά από τα χαρτώματα, και προηγούνταν. Στις περιπτώσεις αυτές μέχρι να τελέσουν τον γάμο τους δυο άνθρωποι και να δημιουργήσουν μια νέα οικογένεια, υφίσταντο τρία στάδια: λόγιασμαν, χάρτωμαν, γάμος. Αποκορύφωμα βέβαια αποτελούσε ο γάμος, που διαρκούσε αρκετές μέρες και χαρακτηριζόταν από πλούτο εθίμων και εκδηλώσεων χαράς στις οποίες μετείχε ολόκληρη η κοινότητα (βλέπε σχετικά στο λήμμα γάμος κυπριακός).

 

Σε παλαιότερες εποχές αποτελούσε στην Κύπρο θεσμό η προξενήτρα (και σπανιότερα ο προξενητής). Η προξενήτρα μετέφερε τα προξένια (ήταν, δηλαδή πρόξενος) εκ μέρους του μέλλοντος γαμπρού και της οικογένειάς του στην οικογένεια της νύμφης.  Έστω κι εάν προηγείτο ειδύλλιο μεταξύ του ζεύγους, η τάξη επέβαλλε να σταλεί η προξενήτρα στο σπίτι της νύμφης για να υποβάλει επίσημα την πρόταση για μελλοντικό γάμο. Πολλές φορές χρέη προξενήτρας/προξενητή εκτελούσε η μητέρα ή ο πατέρας ή άλλος συγγενής του γαμπρού.

 

Εάν η πρόταση (το προξενιόν) προς την οικογένεια της νύμφης δεν απορριπτόταν αλλά γινόταν δεκτή, ακολουθούσαν οι διευθετήσεις για τα λογιάσματα. Τα λογιάσματα γίνονταν συνήθως στο σπίτι της οικογένειας της νύμφης, με τη συμμετοχή των οικογενειών της νύμφης και του γαμπρού. Συνηθέστατα παρευρισκόταν κι ο ιερέας, ως μάρτυρας και ως συντάκτης του προικοσύμφωνου, εάν γνώριζε γραφή. Εάν δεν γνώριζε γραφή, τότε το προικοσύμφωνον  συντασσόταν από τον δάσκαλο (εάν υπήρχε) ή από κάποιον άλλο που ήταν σε θέση να γράφει. Πολλές φορές όμως το προικοσύμφωνον συντασσόταν αργότερα, γι’ αυτό και υπήρχε μεγάλη διαφορά μεταξύ λογιάσματος και χαρτώματος. Γιατί το μεν λόγιασμαν ήταν απλή υπόσχεση αμφοτέρων για σύναψη γάμου, υπόσχεση μάλιστα προφορική, με λόγια۬ αντίθετα το χάρτωμαν ήταν επίσημη υπόσχεση, με τη συμμετοχή και της Εκκλησίας, και με γραμμένα τα πάντα στο χαρτί.

 

Η διαφορά αυτή φαίνεται και από το γεγονός ότι το χάρτωμαν ήταν επίσημη τελετή, μάλιστα στην παρουσία πολλών καλεσμένων, ενώ το λόγιασμαν ήταν συνάθροιση των δυο οικογενειών (στην καλύτερη περίπτωση μετείχαν κι ελάχιστοι μακρινότεροι συγγενείς ή φίλοι) για συζήτηση του ζητήματος του γάμου και για προφορική συμφωνία. Στις περιπτώσεις, πάλι, όπου κατά το λόγιασμαν συντασσόταν και το προικοσύμφωνον, έπρεπε ο αρραβώνας να επισημοποιηθεί αργότερα, με το χάρτωμαν. Η σύνταξη του προικοσύμφωνου, πάντως, έπρεπε οπωσδήποτε να προηγηθεί του χαρτώματος, κι αυτό αποτελούσε απαίτηση των οικογενειών αλλά, προ πάντων, της ίδιας της Εκκλησίας.

 

Το προικοσύμφωνον ήταν ένα έγγραφο στο οποίο καθορίζονταν με κάθε λεπτομέρεια τα προικιά της νύμφης, η περιουσία που τυχόν θα δινόταν στον γαμπρό από τη δική του οικογένεια, καθώς και οι υποχρεώσεις των δυο οικογενειών. Υπογραφόταν και από μάρτυρες και ήταν δεσμευτικό, ανεξάρτητα αν ο γάμος αποτελούσε το επιστέγασμα του έρωτα δυο νέων ή είχε διευθετηθεί με συνοικέσιο. Συνήθως βαρύτητα δινόταν στην προίκα της νύμφης, αλλά πολλές φορές καθορίζονταν και υποχρεώσεις του γαμπρού και της οικογένειας του (όπως λ.χ. να εργαστούν σε χειρωνακτική εργασία για κτίσιμο του σπιτιού της νύμφης). Βέβαια τα προικοσύμφωνα δεν ήταν μεγάλα σε έκταση έγγραφα, αψού συνήθως επικρατούσε η φτώχεια και η δυστυχία, οπότε δεν υπήρχαν τόσα πολλά αντικείμενα προίκας που θα 'πρεπε να καταγραφούν. Όλα όμως τα αντικείμενα καταγράφονταν με λεπτομέρεια. Δίνουμε στη συνέχεια το κείμενο ενός προικοσύμφωνου του 1842, διατηρώντας την ορθογραφία του, και σημειώνοντας ότι δεν γίνεται αναφορά στο χωριό στο οποίο είχε συνταχθεί (Λαογραφική Κύπρος, αρ. 6, 1972, σ. 116):

 

Ήνε   λήθεια τήν σίμερον μέρα τι εγώ ο παρασκεβάς ποτέ ργιρο  θέλησα νά κάμω σινγγένιαν μέ τήν κυριακον θυγατέραν ποτέ Βριόνα μέ τήν δύναμην το  γίου θεο ۬  τι χει κυριακο νά δώση τς θυγατέρας της πρότον το σπίτιν της [λέξη δυσανάγνωστη] μέ τό προάβληον του καί το μισο ληνο  πο  νε κοντά του καί τέσερα πιθάρια χαρκήν να μαήρισσες δύο, τηάνια δύο μικρόν και μεγάλον σαάνια σιέττον να τιροτρίφτην να, σιεροκουτάλα μίαν περονοια τουζάνα μία, κρεβατοστρώση να σεντόνια πέντε, μαντιλιές δόδεκα ροχα τς φορεσις της, ξοι λαάδες ψυλές καί ξοι χοντρές σκουφομάνδυλα κοσιπέντε καί τό περβόλιν το διμάτου με τά δένδρα του σα περιέχει μέσα καί τό μπέλιν τς φανερομένης σον εστη καί μπέλην τς ροδάφνας πο τς χάρισεν παππούς της καί χοράφιον τς μηλος καί τρες λιας δύο μεσ' στον κορονά καί μία μεσ στήν φανερομένη καί μίαν ες το χυλ, μουλάριν να μέ τήν λαήν του μιάν ζιγήν ποκλες σημένες καί μιάν ζιγν βραχιόλλεια σημένα τζανα μέ τόν σταυρόν σιμένη μιάν, ξινάριν να κλαδευτήριν να καί εχή τόν γίον ερέον καί τόν γονέον νά τούς προκόψουν.

 

Τατα: 1842 νοεβρίου: 15:

μηχαήλης σινατης παρόν μάρτις

σάββας ργιρο παρόν μάρτις

θανάσιος ποτέ βριόνα παρόν

 

ΣΗΜ: χαρκήν (χαρτζ'ίν) χαλκίον = χάλκινος λέβητας.

σαάνια, τά (Τουρκ. sahan. Νεοελλ. σαγάνι) χάλκινα πιάτα.

σιέττος, ὁ (Γαλλ. assiette) και σιέττα, ἡ= μετάλλινο πιάτο.

τουζάνα, ἡ (Ἐνετ. dozena) και τουζένα και τουζίνα - δωδεκάδα.

λαάδες - λαή(ἀλλα(γ)ή - ἀλλαάδες) = φορεσιές.

τζανα, ἡ (Προβ. chaina, Γαλ. chaine) = λεπτή αλυσίδα των κοσμημάτων.

ζιγν (ζυγή, ἡ) = ζευγάρι.

 

Το προικοσύμφωνον το ήθελε η Εκκλησία, όχι γιατί στήριζε απλώς τον θεσμό της προίκας, αλλά για ν' αποφεύγονται οι μελλοντικοί καβγάδες που ήταν συχνοί, λόγω παρεξηγήσεων πάνω σε περιουσιακά ζητήματα. Προκειμένου, λοιπόν, ν' αποφεύγονται τέτοια επεισόδια, οι εκατέρωθεν προφορικές υποσχέσεις καταγράφονταν. Γι’ αυτό και σε μερικές περιπτώσεις ήταν αρκετό να καταγραφεί στο χαρτί ότι οι δυο οικογένειες δεν είχαν ιδιαίτερες απαιτήσεις αλλά η κάθε μια θα συνεισέφερε στο νέο σπιτικό ό,τι μπορούσε.

 

Ο θεσμός της προίκας (που σήμερα έχει καταργηθεί) ήταν πανάρχαιος και απαντάται αρκετά συχνά στις αρχαίες ελληνικές πηγές (βλέπε Κυρ. Χατζηιωάννου, «Ὁ θεσμός τῆς προίκας», Τά ν Διασπορ Γ’, Λευκωσία, 1989, σσ. 211-220).

 

Μετά το λόγιασμον οι γονείς των δυο μελλονύμφων ήταν ήδη συμπέθθεροι, κι έτσι προσφωνούσαν οι μεν τους δε. Ο γαμπρός εδικαιούτο να πηγαίνει στο σπίτι της νύμφης, αλλά απαγορευόταν να συμβεί το αντίθετο. Σε παλαιότερες εποχές (Τουρκοκρατία), η μνηστή δεν παρουσιαζόταν στον μνηστήρα της και όταν εκείνος επισκεπτόταν το σπίτι της, εκείνη κρυβόταν. Τόσο ο γαμπρός όσο και η νύμφη προσφωνούσαν τα πενθερικά τους αφέντην και τζ'υράν.

 

Το χάρτωμαν που ακολουθούσε, γινόταν από τον ιερέα, με ιεροτελεστία είτε στην εκκλησία είτε στο σπίτι της νύμφης. Στην τελετή αυτή παρευρίσκονταν πολλοί καλεσμένοι κι ανταλλάσσονταν τα δακτυλίδια των αρραβώνων από κουμπάρο και κουμέρα. Ο ιερέας κατέγραφε σε επίσημο χαρτί τη μνηστεία, που με το χάρτωμαν γινόταν επίσημη. Στη συνέχεια στηνόταν γλέντι, με φαγοπότι και παραδοσιακά μουσικά όργανα. Όταν όμως δεν υπήρχε η οικονομική δυνατότητα, το γλέντι και το φαγοπότι περιελάμβανε τις δυο οικογένειες και τους στενούς φίλους και δεν ήταν γενικό ξεφάντωμα όπως εκείνο του γάμου. Εξάλλου προσφέρονταν στους συγχωριανούς παραδοσιακά γλυκίσματα, που έφτιαχνε η μνηστή μαζί με τη μητέρα και την πεθερά της.

 

Αλλά το χάρτωμαν ακολουθούσε μια περίοδος προετοιμασίας, μέχρι να γίνει ο γάμος. Εάν επρόκειτο για φτωχές οικογένειες (όπως συνέβαινε με την πλειονότητα των περιπτώσεων), η περίοδος του χαρτώματος τραβούσε σε μάκρος, συχνά διαρκούσε και αρκετά χρόνια, μέχρι να είναι σε θέση οι δυο μελλόνυμφοι ν' ανοίξουν δικό τους σπίτι και διά του γάμου να δημιουργήσουν μια νέα οικογένεια. Το μεγαλύτερο πρόβλημα ήταν, συνήθως, το κτίσιμο του νέου σπιτιού για το ζευγάρι, που μπορούσε να καθυστερήσει τον γάμο για αρκετά χρόνια. Ο εξοπλισμός του σπιτιού παρουσίαζε πρόβλημα βασικά ως προς την επίπλωση. Ολόκληρος δε ο ρουχισμός υφαινόταν από τη νύμφη, η οποία εργαζόταν στην παραδοσιακή βούφα (=αργαλειό) από νεαρή ηλικία, υφαίνοντας τα προικιά της.